Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Ποια είναι η επόμενη μάχη στο Χρηματιστήριο

Πού εστιάζουν οι «ταύροι» και πού οι «αρκούδες» για τις εξελίξεις στην οικονομία και στην αγορά μετά την πανδημία. Ο πονοκέφαλος του χρέους και τα... λουριά της ΕΕ. Πώς διαμορφώνεται το νέο περιβάλλον στον χώρο των επενδύσεων.

Ποια είναι η επόμενη μάχη στο Χρηματιστήριο

H διάθεση των εμβολίων κατά της Covid-19 βρίσκεται επί θύραις και οι περισσότεροι εκτιμούν ότι από την επόμενη άνοιξη η κατάσταση, παγκοσμίως, θα περάσει σε φάση εξομάλυνσης. Βεβαίως, πολλά θα παραμείνουν τα ερωτήματα που θα χρειάζονται απάντηση και τα κυριότερα από αυτά θα αφορούν την πορεία της οικονομίας: πόσο γρήγορα θα ανακάμψουμε από το κόστος της πανδημίας και πόσο αποτελεσματικά.

Για την Ελλάδα, αυτό το ερώτημα είναι πολλαπλά κρίσιμο, καθώς έχει προηγηθεί η πολυετής οικονομική κρίση, που έχει επηρεάσει καταλυτικά κάθε πτυχή της οικονομικής δραστηριότητας. Και αυτό είναι το «ερώτημα του εκατομμυρίου» για όσους δραστηριοποιούνται επενδυτικά στο Χρηματιστήριο της Αθήνας: θα αποδειχθούν ισχυρότερα τα επιχειρήματα των «ταύρων» ή των «αρκούδων»;

Το μεγάλο χρηματιστηριακό ζητούμενο που απασχολεί έντονα αυτή την περίοδο τους επενδυτές είναι το να μπορέσουν να προβλέψουν πότε τελικά η ζωή μας θα αρχίσει να μπαίνει σε «κανονικότερους» ρυθμούς και το πώς -από τότε και μετά- θα εξελιχθούν τα πράγματα στην πραγματική οικονομία.

Κι αν οι θετικές ανακοινώσεις από το μέτωπο των φαρμακευτικών βιομηχανιών δημιουργούν την αισιοδοξία ότι ένα μεγάλο ποσοστό των Ευρωπαίων θα έχει εμβολιαστεί μέχρι τον Απρίλιο (οπότε στη συνέχεια θα μπορούμε να μιλάμε για σταδιακή επιστροφή στην κανονικότητα), ιδιαίτερα ασαφές είναι το οικονομικό περιβάλλον που θα διαμορφωθεί στη συνέχεια. 

Ξεκινώντας από τα δύσκολα και από τις απόψεις όσων είναι απαισιόδοξοι για τη μεσοπρόθεσμη πορεία των τιμών στο Χρηματιστήριο της Αθήνας, θα λέγαμε ότι: 

1) Η Ελλάδα θα βγει από την πανδημία με ένα δημόσιο χρέος που θα έχει εκτοξευθεί στο 207%. Όσο κι αν η διάρθρωση του χρέους είναι μακροπρόθεσμη και όσο κι αν τα τρέχοντα επιτόκια δανεισμού είναι οριακά, το μακροπρόθεσμο πρόβλημα είναι προφανές και χρήζει ουσιαστικής-μακροχρόνιας αντιμετώπισης.

2) Μπορεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επέτρεψε στα κράτη-μέλη μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα κατά τη διετία 2020-2021, ωστόσο όλα δείχνουν πως τα… λουριά θα επανέλθουν σύντομα, ιδιαίτερα σε χώρες με μεγάλο δημόσιο χρέος όπως η Ελλάδα. 

3) Το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία καταφέρνει να αντέχει μέσα στην περίοδο της πανδημίας, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι μεγάλα ποσά «δωρεάν» και δανειακού χρήματος έχουν δοθεί σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Από την προσεχή άνοιξη και μετά, οι ενισχύσεις αυτές (ύψους πολλών δισ. ευρώ) θα σταματήσουν και έτσι οι επιχειρήσεις θα βρεθούν σε ένα περιβάλλον όπου οι ίδιες θα είναι περισσότερο δανεισμένες σε σύγκριση με το παρελθόν και τα πορτοφόλια των πελατών αδυνατισμένα. Είναι προφανές, ότι ο συνδυασμός αυτός θα επηρεάσει πτωτικά την πορεία της ζήτησης. 

Το νέο περιβάλλον

Όπως φαίνεται, το νέο περιβάλλον θα χαρακτηρίζεται από μια πολύ πιο σφιχτή δημοσιονομική πολιτική, υψηλότερα επίπεδα ανεργίας και αρκετά χαμηλότερο ΑΕΠ. Εκτιμάται ότι θα χρειαστούν γύρω στα τρία χρόνια μέχρι να επιστρέψουμε στον Ιανουάριο του 2020 και σαφώς πάνω από μια δεκαετία προκειμένου να ξαναζήσουμε εισοδήματα… 2008, ιδίως αν κάποιος συνεκτιμήσει και το μεγάλο ύψος των αμυντικών δαπανών που η χώρα έχει αποφασίσει να αναλάβει.

Από τους πλέον πληττόμενους κλάδους κατά τη διάρκεια της πανδημίας θα είναι οι μεταφορές, ο τουρισμός, τα διυλιστήρια και τα καταστήματα λιανικής, πλην όμως οι -και προ πανδημίας ταλαιπωρημένες- τράπεζες θα είναι αυτές που θα μετρήσουν τις μεγαλύτερες απώλειες λόγω επισφαλών δανείων σε μεσο-μακροπρόθεσμη βάση. Οι τράπεζες και τα διυλιστήρια αποτελούν δύο κομβικούς κλάδους για την πορεία του Γενικού Δείκτη.

Επιπλέον, σ’ αυτό το δυσοίωνο περιβάλλον, που αναμένεται να διατηρηθεί τουλάχιστον μέχρι και το πρώτο τρίμηνο-τετράμηνο του 2021, οι ελληνικές μη τραπεζικές μετοχές εκτιμάται ότι έχουν κατά μέσο όρο απωλέσει από την αρχή του έτους περίπου μόνο το 12% της αξίας τους, ενώ αν αφαιρέσουμε και τα διυλιστήρια, η μέση υποχώρηση καθίσταται μονοψήφια. Μάλιστα, δεν είναι λίγοι οι τίτλοι που καταγράφουν άνοδο σε σχέση με την αρχή της φετινής χρονιάς, ενώ ορισμένες έχουν σημειώσει κατά τους τελευταίους μήνες υψηλά πενταετίας!

Ο αντίλογος των αισιόδοξων

Από την άλλη πλευρά, δεν λείπουν και εκείνοι που θεωρούν πως υπάρχουν οι προϋποθέσεις προκειμένου οι ελληνικές μετοχές να αποφέρουν σημαντικές αποδόσεις μέσα στην επόμενη τριετία, βασιζόμενοι κυρίως σε τέσσερα επιχειρήματα:

Το πρώτο επιχείρημα είναι ότι μέχρι στιγμής, παρά τις έντονες επιπτώσεις λόγω της πανδημίας, η ελληνική οικονομία καταφέρνει μέχρι σήμερα να στέκεται στα πόδια της και μάλιστα σε επιμέρους δραστηριότητες, πολύ καλύτερα απ’ ό,τι αρχικά αναμενόταν. Για παράδειγμα:

  • Οι εξαγωγές, εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών, σημείωσαν άνοδο 1,5% στο πρώτο φετινό εννεάμηνο.
  • Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, η βιομηχανική παραγωγή υποχώρησε μόνο κατά 2,6%.
  • Ο όγκος του λιανικού εμπορίου (εκτός καυσίμων και λιπαντικών) περιορίστηκε μόνο κατά 1,5% μέσα στο διάστημα Ιανουαρίου-Αυγούστου. Ειδικότερα, οι πωλήσεις των σούπερ μάρκετ εμφανίζονται αυξημένες, ενώ σε αρκετές καταναλωτικές κατηγορίες (μεταξύ αυτών και στα οχήματα) οι πωλήσεις στο διάστημα Μαΐου-Οκτωβρίου ξεπέρασαν τις αντίστοιχες του 2019.
  • Η οικοδομική δραστηριότητα (όγκος) εμφάνισε άνοδο στο φετινό οκτάμηνο κατά 15,5%.
  • Η πιστωτική επέκταση στο τέλος Σεπτεμβρίου βρέθηκε σε ετήσια βάση στο +2,4% για τις επιχειρήσεις και στο +9,5% για τη βιομηχανία.
  • Οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα (επιχειρήσεων και νοικοκυριών) εμφανίζουν άνοδο και μάλιστα κατά το πεντάμηνο Μαΐου-Σεπτεμβρίου αυξήθηκαν κατά 6,7 δισ. ευρώ (από τα 146,4 στα 153,1 δισ. ευρώ).
  • Η παραγωγή των ασφαλιστικών στο εννεάμηνο μειώθηκε κατά 4,5%.

Το δεύτερο επιχείρημα είναι ότι μέχρι σήμερα παρατηρείται ότι οι επιπτώσεις του δεύτερου lock down τόσο στην ελληνική όσο και στις διεθνείς οικονομίες είναι σχετικά μικρότερες σε σύγκριση με αυτές του πρώτου. Οι επιχειρήσεις, οι κρατικοί μηχανισμοί και γενικότερα οι οικονομίες είναι πολύ πιο προετοιμασμένες προκειμένου να λειτουργήσουν στα δεδομένα της πανδημίας, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για τις εξαγωγές, την πορεία των ηλεκτρονικών πωλήσεων, την κυκλοφοριακή κίνηση στους δρόμους, στην ταχύτητα ανταπόκρισης εταιρειών και δημοσίου που δουλεύουν εξ αποστάσεως.

Τρίτον, ακόμη κι αν συνεκτιμηθεί το γεγονός ότι οι χρηματικές διανομές του 2021 θα είναι πολύ μειωμένες σε σύγκριση με τις φετινές, η μέση προβλεπόμενη μερισματική απόδοση των μη τραπεζικών εισηγμένων θα εξακολουθήσει να υπερβαίνει με άνεση το yield των δεκαετών κρατικών ομολόγων και πόσο μάλλον το επίπεδο των επιτοκίων των προθεσμιακών τραπεζικών καταθέσεων (με προοπτική η μέση μερισματική απόδοση να ανακάμπτει από το 2022 και μετά, σε αντίθετη με τα yields των κρατικών τίτλων που –σύμφωνα με τους αναλυτές- όλα δείχνουν ότι θα διατηρηθούν σε πολύ χαμηλά επίπεδα).

Τέταρτο επιχείρημα το γεγονός ότι η σταδιακή απορρόφηση των κονδυλίων των δύο ΕΣΠΑ (νέου και παλιού) και του Ταμείου Ανάκαμψης μπορεί να συνεισφέρει δυναμικά στο ΑΕΠ των επόμενων ετών. Πέραν αυτού, τα προαναφερθέντα κονδύλια σε συνδυασμό με μια σειρά διαρθρωτικών κινήσεων στην οικονομία θα μπορούσαν -κάτω από προϋποθέσεις- να αυξήσουν δραστικά τη συνολική ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Οι «προτάσεις Πισσαρίδη» -αν φυσικά εφαρμοστούν στην πράξη- οδηγούν σταδιακά σε ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης στην οικονομία, που θα δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα σε σχέση με το παρελθόν στις δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις και μικρότερη στην ιδιωτική κατανάλωση. 

Ενδεικτικά αναφέρονται:

  • Το project του Ελληνικού και οι αλλαγές που θα μπορούσε να επιφέρει σε ολόκληρη την οικονομία της Περιφέρειας Αττικής.
  • Η προσπάθεια ξεμπλοκαρίσματος επενδυτικών σχεδίων που έχουν κολλήσει μέχρι σήμερα στα γρανάζια της ελληνικής γραφειοκρατίας. 
  • Οι επενδύσεις υποδομής σε οδικά δίκτυα (π.χ. Βόρειος Άξονας Κρήτης), σε συγκοινωνίες (π.χ. νέα γραμμή μετρό στην Αθήνα), στην ενέργεια (ανανεώσιμες πηγές συν υπόγεια διασύνδεση νησιών) σε λιμάνια (ΟΛΠ, ΟΛΘ και έπεται συνέχεια) και αεροδρόμια (Ηράκλειο, Fraport) από ιδιώτες, καθώς και τις κινήσεις που γίνονται με στόχο την ανάταξη των ελληνικών ναυπηγείων.
  • Οι αλλαγές που σταδιακά υιοθετούνται με στόχο τον ψηφιακό μετασχηματισμό τόσο του Ελληνικού Δημοσίου όσο και των επιχειρήσεων
  • Μια σειρά θεσμικών αλλαγών (ορισμένες εκ των οποίων έχουν ήδη ψηφιστεί) προκειμένου να γίνουν φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδας πλούσιοι πολίτες του εξωτερικού, να καταστεί η χώρα τόπος εγκατάστασης περιφερειακών κέντρων πολυεθνικών ομίλων, να προσελκυσθούν επενδυτικά funds και διαχειριστές χαρτοφυλακίου.

Ενόψει αυτών των μεγάλων στην οικονομία, όλα δείχνουν πως βρισκόμαστε στην αρχή μιας ευρείας σειράς κλαδικών και επιχειρηματικών αναδιαρθρώσεων, που θα συνδυαστεί από πολλά deals. Βλέπουμε για παράδειγμα τις δρομολογούμενες αλλαγές στον όμιλο ΕΛΛΑΚΤΩΡ, την αλλαγή ιδιοκτησιακού καθεστώτος στη Forthnet, τα επικείμενα deals στον κλάδο της πληροφορικής (με κυριότερο αυτό της SingularLogic), το ενδιαφέρον του CVC για τη Vivartia, τις διαπραγματεύσεις γύρω από το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Εθνικής Ασφαλιστικής, αλλά και το «στρίμωγμα» των funds προκειμένου να αποκτήσουν τμήμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων των ελληνικών τραπεζών. Με δεδομένη την υπάρχουσα ρευστότητα στο διεθνές σύστημα, αλλά και το γεγονός ότι κάποιοι αντιλαμβάνονται τις κρίσεις ως ευκαιρίες αγοραστικών τοποθετήσεων, αναμένεται να δούμε πολλά deals μέσα στο 2021, σημαντικό τμήμα των οποίων θα αφορά και εταιρείες που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο της Αθήνας.

Μετοχές και όχι Γενικός Δείκτης

Σε κάθε περίπτωση, το σύνολο των αναλυτών τονίζει πως εδώ και χρόνια, το Χ.Α. έχει γίνει χρηματιστήριο μετοχών και όχι Γενικού Δείκτη και αυτό γιατί μεγαλύτερη σημασία από τη γενικότερη πορεία της αγοράς παίζει η σύνθεση του χαρτοφυλακίου κάθε επενδυτή. Έτσι, βλέπουμε στο ταμπλό μετοχές που έχουν υποχρεωθεί σε παροιμιώδη πτώση, αλλά και άλλες που καταγράφουν υψηλές, διψήφιες ή και τριψήφιες ποσοστιαίες αποδόσεις κατά τα τελευταία χρόνια.

«Εκτιμώ ότι η κατάσταση αυτή θα συνεχιστεί και στο μέλλον και οι επενδυτές θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί στις επιλογές τους», σημειώνει γνωστός χρηματιστηριακός παράγοντας. 

Στέφανος Kοτζαμάνης [email protected]

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v