Στο πέμπτο συνεχόμενο έτος υπεραπόδοσης του κλάδου και με τον δείκτη SX7E να έχει κερδίσει 20% από την αρχή του έτους, το εύλογο ερώτημα είναι αν έχει απομείνει κάτι.
Η Morgan Stanley απαντά καταφατικά ανεβάζοντας τις τιμές στόχους σε ευρω-τράπεζες κατά μέσο όρο 9%.
Η ανανεωμένη λίστα Top Picks περιλαμβάνει επτά ονόματα. Η Morgan Stanley αναφέρει ότι το μέσο περιθώριο ανόδου της λίστας προσεγγίζει το 20%. Παραμένουν η UniCredit, η Deutsche Bank και η Santander. Επιστρέφει η ABN Amro.
Στη Βρετανία η Barclays αντικαθίσταται από τη Lloyds. Στην Ανατολική Ευρώπη διατηρείται η OTP. Και προστίθεται η Alpha Bank ως κορυφαία επιλογή μεσαίας κεφαλαιοποίησης, με το σκεπτικό ότι η Ελλάδα έχει πιθανότατα την ισχυρότερη προοπτική πιστωτικής επέκτασης στην Ευρώπη και ότι εντός της χώρας η Alpha προσφέρει την ελκυστικότερη σχέση ρίσκου-απόδοσης.
Ο οίκος αυξάνει τις εκτιμήσεις κερδών κατά μέσο όρο 2% και τοποθετείται 2% έως 3% πάνω από το consensus για το 2027 και το 2028.
Οι δύο αναβαθμίσεις
ING σε Overweight. Το επιχείρημα είναι ότι η τράπεζα έχει τη δυνατότητα να φτάσει σε αποδοτικότητα ενσώματων ιδίων κεφαλαίων κοντά στο 18% το 2028. Η Morgan Stanley αναμένει επικαιροποίηση της εικόνας για την κερδοφορία της ING το αργότερο έως τον Ιούνιο του 2027, ενώ θεωρεί ότι η προοπτική αυτή δεν αποτυπώνεται πλήρως στην τρέχουσα αποτίμηση. Η τιμή-στόχος ανεβαίνει από τα 33 στα 37 ευρώ.
Υπάρχει και βραχυπρόθεσμος καταλύτης: η Morgan Stanley περιμένει ανακοίνωση επαναγορών ύψους 1,5 δισ. ευρώ στο τρίτο τρίμηνο, έναντι του consensus που μιλά για 1 δισ. ευρώ.
NatWest σε Overweight. Εδώ η λογική είναι συγκριτική. Ο οίκος θέλει καθαρή έκθεση στην αύξηση των επιχειρηματικών χορηγήσεων και θεωρεί τη NatWest πιο «καθαρό» όχημα από τη Barclays. Αναβαθμίζει τα κέρδη κατά 5% για το 2027-2028, εκτιμά ρυθμό αύξησης εσόδων 7% σε ετήσια βάση κατά μέσο όρο την περίοδο 2026-2028 και ανεβάζει την τιμή-στόχο από τις 750 στις 850 πένες.
Η υποβάθμιση της Barclays
Η Barclays υποβαθμίζεται σε Equal-weight και η τιμή-στόχος κόβεται από τις 610 στις 580 πένες, με τις εκτιμήσεις κερδών να μειώνονται 1% έως 4% για την περίοδο 2026-2028. Οι λόγοι είναι δύο: πιο συγκρατημένες προσδοκίες για τη βελτίωση του δείκτη κόστους-εσόδων μετά την επικαιροποιημένη καθοδήγηση του δεύτερου τριμήνου, και κίνδυνος στα έσοδα της αμερικανικής καταναλωτικής τράπεζας λόγω των υψηλότερων καμπυλών.
Η Lloyds καταλαμβάνει τη θέση της κορυφαίας βρετανικής επιλογής, με το επιχείρημα ότι θα ωφεληθεί περισσότερο από τη συμπίεση του κόστους ιδίων κεφαλαίων (Cost of Equity) στον βρετανικό κλάδο.
Ο οίκος βλέπει δυνατότητα συμπίεσης 100 μονάδων βάσης στο κόστος ιδίων κεφαλαίων των βρετανικών εγχώριων τραπεζών έναντι των υπόλοιπων ευρωπαϊκών, με τον φθινοπωρινό προϋπολογισμό ως βασικό καταλύτη. Αυτό, μαζί με την εικόνα των κερδών, δίνει μέσο περιθώριο ανόδου περίπου 22% για τις βρετανικές εγχώριες τράπεζες συνολικά — για τη Lloyds ειδικά, το περιθώριο ως προς την τιμή-στόχο των 140 πενών είναι 27%.
Η στροφή στους Σκανδιναβούς
Η δεύτερη μεγάλη μετατόπιση αφορά τη Σκανδιναβία, όπου ο οίκος πιστεύει ότι οι τράπεζες «γυρίζουν σελίδα». Swedbank και DNB αναβαθμίζονται από Underweight σε Equal-weight, με τις τιμές-στόχους να ανεβαίνουν 17% και 16,6% αντίστοιχα.
Ταυτόχρονα όμως η Nordea υποβαθμίζεται από Overweight σε Equal-weight — παρότι η τιμή-στόχος της αυξάνεται κατά 9,8%. Πρόκειται περισσότερο για κίνηση σχετικής στάθμισης παρά για αρνητική άποψη για τα θεμελιώδη.
Το στοίχημα του AI capex
Πίσω από όλες αυτές τις κινήσεις υπάρχει μία παραδοχή: ότι ο επενδυτικός κύκλος δεν είναι πυροτέχνημα.
Τα νούμερα που παραθέτει η Morgan Stanley για τους αμερικανικούς hyperscalers είναι εντυπωσιακά. Οι συνολικές κεφαλαιακές δαπάνες τους περνούν από τα 426 δισ. δολάρια το 2025 στα 779 δισ. το 2026, αύξηση 83%, στα περίπου 1,2-1,23 τρισ. το 2027, αύξηση περίπου 58%, και στα 1,4 τρισ. το 2028.
Στην Ευρώπη, οι δαπάνες για data centers εκτιμώνται σε 34 δισ. ευρώ το 2026 και 56 δισ. το 2027, αύξηση περίπου 65%, με τη δυναμικότητα να μεγεθύνεται κατά 21% ετησίως έως το 2030 και το συνολικό κόστος της ευρωπαϊκής υποδομής να προσεγγίζει το 1,5 τρισ. ευρώ έως το 2035.
Γιατί ο κλάδος παραμένει φθηνός
Η αποτίμηση είναι το τελευταίο σκέλος του επιχειρήματος. Ο ευρωπαϊκός κλάδος τελεί υπό διαπραγμάτευση περίπου στις 10-10,5 φορές τα κέρδη του 2027, ενώ η Morgan Stanley θεωρεί εύλογο εύρος τις 11-12 φορές για έναν κλάδο που αυξάνει τα κέρδη ανά μετοχή με μέσο ετήσιο ρυθμό 12,5% την περίοδο 2025-2028.
Η ιστορική σύγκριση είναι εύγλωττη: την περίοδο 2000-2006 οι ευρωπαϊκές τράπεζες τελούσαν υπό διαπραγμάτευση κατά μέσο όρο 11,4 φορές τα κέρδη, με σχεδόν ταυτόσημη αύξηση κερδών 12% και μερισματική απόδοση περίπου 3,5%.
Σήμερα ο κλάδος εμφανίζει έκπτωση περίπου 28% έναντι της ευρύτερης αγοράς. Ακόμη και αν φτάσει στις 11,5 φορές, η έκπτωση θα παραμείνει περίπου στο 20% — μεγαλύτερη δηλαδή από το 15% της προ κρίσης περιόδου, και περίπου 10% έναντι των αμερικανικών τραπεζών. Με άλλα λόγια, το re-rating που περιγράφει ο οίκος δεν προϋποθέτει επιστροφή στα προ κρίσης επίπεδα αποτίμησης.
Μεταξύ των μετοχών με σύσταση Overweight, τα μεγαλύτερα περιθώρια ανόδου εντοπίζονται σε Societe Generale (29%), Lloyds (27%), NatWest και UniCredit (25%). Οι μετοχές που η Morgan Stanley θεωρεί υπερτιμημένες — Unicaja, Julius Baer, UBS, Banco BPM — εμφανίζουν συλλογικά αρνητικό περιθώριο περίπου 7,3%.
