Στην επόμενη ημέρα για τον τόπο, αλλά και την κυβέρνηση, επιχείρησε να στρέψει το βλέμμα των βουλευτών του ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από το βήμα της συνεδρίασης Κοινοβουλευτικής Ομάδας. Αν και τόσο στην αρχή όσο και στο τέλος της συνεδρίασης επανέλαβε ότι οι εθνικές εκλογές θα πραγματοποιηθούν την άνοιξη του 2027, η ομιλία του είχε έντονο προεκλογικό άρωμα, καθώς κινήθηκε στη λογική της συσπείρωσης, της ανάδειξης των κυβερνητικών προτεραιοτήτων και της διαμόρφωσης των βασικών εκλογικών διλημμάτων προς τους πολίτες.
Επιδίωξη του πρωθυπουργού ήταν να ενισχύσει το κλίμα ενότητας και το ηθικό στο εσωτερικό της Κ.Ο., ευχαριστώντας τους βουλευτές για τη στάση που τήρησαν όλο το προηγούμενο διάστημα στο θέμα του ΟΠΕΚΕΠΕ, σημειώνοντας ότι «τοποθετήθηκαν με αξιοπρέπεια και με ειλικρίνεια και ενίοτε με συναίσθημα, το οποίο είναι απολύτως κατανοητό… Είμαστε μια γροθιά σε αυτό. Αυτό το οποίο έγινε σε εσάς, θα μπορούσε να συμβεί σε οποιονδήποτε».
Με ιδιαίτερα υψηλούς τόνους επιτέθηκε στην αντιπολίτευση για τη διαχείριση της συγκεκριμένης υπόθεσης, υποστηρίζοντας ότι «κατέρρευσε ένας ακόμη πύργος από λάσπη που έχτιζε επί μήνες η αντιπολίτευση».
Μάλιστα, κατηγόρησε όσους, όπως είπε, επένδυσαν στην πολιτική τοξικότητα ότι, όχι μόνο διαπόμπευσαν βουλευτές της συμπολίτευσης, αλλά με τη συνολική στάση τους «προσφέρουν ιδεολογικό οξυγόνο στις φλόγες της βίας», συνδέοντας το κλίμα αυτό ακόμη και με ακραία περιστατικά, όπως η δολοφονία της Βάγιας Νέστορα.
Στο μέτωπο της συνταγματικής αναθεώρησης, ο πρωθυπουργός επέλεξε να αναγνωρίσει δημοσίως ότι οι γαλάζιοι βουλευτές δεν συμμερίζονται την πρόταση για ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας, τόνισε ότι σέβεται τη βούλησή τους και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο ακόμη και να αποσυρθεί η σχετική διάταξη. Ταυτόχρονα, εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στο ΠΑΣΟΚ για τη στάση που τήρησε στην αναθεωρητική διαδικασία.
Σκληρά διλήμματα
Το μεγαλύτερο, ωστόσο, μέρος της ομιλίας του ήταν αφιερωμένο στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση και στα σκληρά διλήμματα που, όπως εκτιμά το Μέγαρο Μαξίμου, θα κυριαρχήσουν μέχρι το 2027. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης περιέγραψε τις εκλογές ως την κρισιμότερη πολιτική μάχη της τελευταίας περιόδου, αποκλείοντας τη λογική της ψήφου διαμαρτυρίας. «Η Κυριακή της κάλπης είναι η κρισιμότερη μάχη που έχουμε δώσει», υπογράμμισε, προσθέτοντας ότι «δεν υπάρχουν "δοκιμαστικές" εκλογές, "πρόβες τζενεράλε" και περιθώρια για ρίσκα καταστροφής».
Με τη φράση «για να μη γυρίσουμε τρεις τετραετίες πίσω», συμπύκνωσε το βασικό αφήγημα με το οποίο η ΝΔ σχεδιάζει να διεκδικήσει μία τρίτη συνεχόμενη κυβερνητική θητεία, προβάλλοντας ως κεντρικό διακύβευμα τη σταθερότητα απέναντι στον κίνδυνο της ακυβερνησίας και των διακομματικών συμβιβασμών.
Ιδιαίτερο βάρος έδωσε και στην οικονομική ατζέντα του επόμενου διαστήματος, προαναγγέλλοντας ότι η φετινή ΔΕΘ θα αποτελέσει σημείο αναφοράς για το κυβερνητικό σχέδιο έως το 2030. Επέλεξε παράλληλα να απευθυνθεί σε κοινωνικές ομάδες που εμφανίζουν σημάδια δυσαρέσκειας απέναντι στην κυβέρνηση, με κυριότερους αποδέκτες τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους μικρομεσαίους.
Όπως είπε, οι εξαγγελίες της ΔΕΘ δεν θα αποτελέσουν έναν κατάλογο παροχών, αλλά έναν ολοκληρωμένο οδικό χάρτη μεταρρυθμίσεων με βασικό στόχο τη στήριξη της μεσαίας τάξης. «Καθρέφτης της αλήθειας για όλους και τεστ αξιοπιστίας η φετινή ΔΕΘ», ανέφερε, καλώντας παράλληλα τους βουλευτές να συμβάλουν με τις προτάσεις τους στη διαμόρφωση του τελικού πακέτου.
Η αντιπολίτευση βρέθηκε συνολικά στο στόχαστρο του πρωθυπουργού, ο οποίος την περιέγραψε ως ένα «τοξικό κέντρο» που εκπέμπει σύγχυση και έχει ως μοναδικό συνεκτικό στοιχείο την αντιπαράθεση με την κυβέρνηση.
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα, τον οποίο χαρακτήρισε «αδιόρθωτο», υποστηρίζοντας ότι εξακολουθεί να υπερασπίζεται την κυβερνητική του θητεία, ενώ αποποιείται την ευθύνη για τους υπουργούς που ο ίδιος επέλεξε.
Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε και τον Νίκο Ανδρουλάκη, κατηγορώντας το ΠΑΣΟΚ ότι επαναφέρει παροχολογικές υποσχέσεις χωρίς να εξηγεί από πού θα εξασφαλιστούν οι αναγκαίοι πόροι, ενώ παράλληλα αμφισβητεί την αξιοπιστία της κοστολόγησης από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους.
Αιχμές άφησε και για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, διευκρινίζοντας ότι δεν αμφισβητείται ο θεσμός, αλλά ο τρόπος χειρισμού συγκεκριμένων υποθέσεων. Όπως ανέφερε, οι εισαγγελείς κρίνονται από το αποτέλεσμα της δουλειάς τους και οφείλουν να παραπέμπουν στη Δικαιοσύνη υποθέσεις πλήρως τεκμηριωμένες, αφήνοντας να εννοηθεί ότι στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ αυτό δεν συνέβη.