Το περιβάλλον ασφάλειας της Ευρώπης έχει μεταβληθεί θεμελιωδώς, επισημαίνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε άρθρο του στο Politico:
Πέρα από τις συμβατικές στρατιωτικές απειλές και τις κυβερνοεπιθέσεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται ολοένα και περισσότερο αντιμέτωπη με μια πιο ύπουλη μορφή υβριδικής πίεσης: τη σκόπιμη εργαλειοποίηση της μετανάστευσης από κρατικούς και μη κρατικούς δρώντες που επιδιώκουν να δοκιμάσουν την ανθεκτικότητα της Ευρώπης, να υπονομεύσουν τη συνοχή της και να αποσπάσουν πολιτικές παραχωρήσεις.
Τα πρόσφατα γεγονότα στα σύνορα της Ευρώπης, και ιδίως στον ισπανικό θύλακα της Θέουτα, αποτελούν την πλέον πρόσφατη υπενθύμιση ότι η μετανάστευση δεν αποτελεί πλέον απλώς ανθρωπιστικό ζήτημα ή πρόκληση διαχείρισης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, έχει καταστεί εργαλείο γεωπολιτικού εξαναγκασμού.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στον τομέα αυτό με το Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο. Έχει θεσπίσει μηχανισμούς για τη διαχείριση των μεταναστευτικών πιέσεων, συμπεριλαμβανομένης της ευελιξίας στις διαδικασίες της και της αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών.
Ωστόσο, τα εργαλεία αυτά έχουν σχεδιαστεί για καταστάσεις που, στον πυρήνα τους, παραμένουν διαχειρίσιμες. Δεν αντιμετωπίζουν επαρκώς σενάρια στα οποία η μετανάστευση εργαλειοποιείται ή όπου οι μεταναστευτικές ροές οργανώνονται, ενισχύονται ή διευκολύνονται κατά τρόπο που δημιουργεί εκ των πραγμάτων μια υβριδική πρόκληση.
Βεβαίως, δεν γνωρίζουμε ακόμη τι προκάλεσε την κατάσταση που εκτυλίχθηκε στη Θέουτα την περασμένη εβδομάδα. Ωστόσο, τέτοιου είδους σενάρια δεν είναι πρωτοφανή.
Η Ελλάδα αντιμετώπισε παρόμοια κατάσταση στα χερσαία σύνορά της με την Τουρκία, στον Έβρο, το 2020, ενώ αντίστοιχη εμπειρία είχαν η Λιθουανία, η Πολωνία και η Λετονία στα σύνορά τους με τη Λευκορωσία το 2021.
Αυτό που παρατηρούμε στις περιπτώσεις αυτές δεν είναι μια σταδιακή αύξηση των αφίξεων, αλλά αιφνίδιες, μαζικές και συχνά συντονισμένες μετακινήσεις ανθρώπων — ορισμένες φορές δεκάδων χιλιάδων μέσα σε λίγες μόλις ημέρες — οι οποίες υπερβαίνουν τις εθνικές δυνατότητες διαχείρισης και δοκιμάζουν τη συνολική ανθεκτικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Υπό αυτές τις ακραίες συνθήκες, η άμεση και πλήρης εφαρμογή των συνήθων συστημάτων ασύλου και υποδοχής για όλους τους νεοαφιχθέντες δεν είναι απλώς δύσκολη — είναι συχνά αδύνατη. Τα συστήματα κινδυνεύουν να παραλύσουν, η εμπιστοσύνη του κοινού διαβρώνεται και η ίδια η λειτουργία της Ζώνης Σένγκεν τίθεται υπό πίεση.
Η Ευρώπη οφείλει να αναγνωρίσει αυτό το κενό και να αναλάβει αποφασιστική δράση.
Αυτό που απαιτείται είναι ένα ειδικό ευρωπαϊκό πλαίσιο για καταστάσεις μαζικής και εργαλειοποιημένης μεταναστευτικής πίεσης, με σαφή και αντικειμενικά κριτήρια για την ενεργοποίησή του. Τα κριτήρια αυτά θα πρέπει να συνδυάζουν ποσοτικά στοιχεία — όπως η κλίμακα και η ταχύτητα των αφίξεων σε σχέση με τις δυνατότητες ενός κράτους — με ποιοτικούς δείκτες, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων που αποδεικνύουν συντονισμό, διευκόλυνση ή εμπλοκή τρίτων χωρών ή οργανωμένων εγκληματικών δικτύων.
Μετά την ενεργοποίησή του στο πλαίσιο ειδικά καθορισμένου καθεστώτος έκτακτης ανάγκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ένας τέτοιος μηχανισμός θα μπορούσε να επιτρέπει προσωρινές, αναλογικές και αυστηρά ελεγχόμενες προσαρμογές των συνήθων διαδικασιών. Οι επιταχυνόμενες διαδικασίες ασύλου πρέπει επίσης να εξακολουθήσουν να αποτελούν μέρος της εργαλειοθήκης, ιδίως για άτομα που προέρχονται από χώρες με χαμηλά ποσοστά αναγνώρισης διεθνούς προστασίας.
Αυτό, όμως, δεν αρκεί.
Η Ευρώπη πρέπει να είναι ειλικρινής όσον αφορά τα όρια των ταχύρρυθμων διαδικασιών ασύλου που εφαρμόζει. Σε σαφώς καθορισμένες εξαιρετικές περιστάσεις ακραίας και δυσανάλογης πίεσης — είτε στα χερσαία σύνορα είτε ύστερα από μαζικές αφίξεις διά θαλάσσης — τα κράτη-μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα, στο πλαίσιο ειδικού καθεστώτος έκτακτης ανάγκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να αναστέλλουν προσωρινά την εξέταση αιτήσεων ασύλου για τους νεοαφιχθέντες, προχωρώντας παράλληλα στην ταχεία επιστροφή όσων δεν δικαιούνται να παραμείνουν, με πλήρη συμμόρφωση προς τις νομικές υποχρεώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτό δεν συνιστά απόκλιση από τις αξίες της Ευρώπης, αλλά αναγκαία προσαρμογή στις νέες πραγματικότητες.
Επιπλέον, κάθε τέτοιο μέτρο πρέπει να είναι αυστηρά χρονικά περιορισμένο, αναλογικό και να υπόκειται σε ισχυρές δικλίδες ασφαλείας. Ο πλήρης σεβασμός του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της αρχής της μη επαναπροώθησης παραμένει αδιαπραγμάτευτος.
Ταυτόχρονα, η διασφάλιση της συμμόρφωσης προς τις διεθνείς υποχρεώσεις πρέπει να συμβαδίζει με την ικανότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προστατεύει τα εξωτερικά της σύνορα και να διαφυλάσσει την εσωτερική της σταθερότητα.
Καίριας σημασίας είναι επίσης το γεγονός ότι αυτή η ισορροπία δεν μπορεί να διατηρηθεί χωρίς ουσιαστική ευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Κανένα κράτος-μέλος που αντιμετωπίζει αυτού του είδους την πίεση δεν θα πρέπει να αφεθεί μόνο του.
Η επιχειρησιακή υποστήριξη από τους οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι συντονισμένες προσπάθειες επιστροφών, καθώς και η χρηματοδοτική και τεχνική συνδρομή πρέπει να κινητοποιούνται αυτομάτως κάθε φορά που ενεργοποιείται ένας τέτοιος μηχανισμός.
Χωρίς ένα τέτοιο πλαίσιο, οι κίνδυνοι είναι σαφείς. Τα κράτη πρώτης γραμμής παραμένουν εκτεθειμένα, τα κίνητρα για εχθρικούς δρώντες να εκμεταλλεύονται τη μετανάστευση για γεωπολιτικούς σκοπούς ενισχύονται και οι εσωτερικές διαιρέσεις εντός της Ένωσης βαθαίνουν. Το σημαντικότερο, η εμπιστοσύνη των πολιτών στην ικανότητα της Ευρώπης να διαχειρίζεται αποτελεσματικά, δίκαια και συλλογικά τα σύνορά της θα συνεχίσει να διαβρώνεται.
Η Ευρώπη ανέκαθεν προσαρμοζόταν στις μεταβαλλόμενες πραγματικότητες. Η μετανάστευση δεν αποτελεί εξαίρεση. Και η αναγνώριση ότι μπορεί να εργαλειοποιηθεί δεν συνιστά κινδυνολογία — συνιστά ρεαλισμό.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει πλέον να εξοπλιστεί με τα νομικά και επιχειρησιακά εργαλεία που απαιτούνται για να υπερασπιστεί τα εξωτερικά της σύνορα, να αποτρέψει όσους επιδιώκουν να εκμεταλλευθούν το άνοιγμά της και να ανταποκριθεί σε αυτή τη νέα πραγματικότητα με αποφασιστικότητα, νομιμότητα και συλλογική δράση.