Η επόμενη ημέρα των εγκαινίων της 90ή ΔΕΘ βρίσκει το Μέγαρο Μαξίμου να αποτιμά θετικά την παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στη συμπρωτεύουσα, αλλά ταυτόχρονα να σχεδιάζει και τη συνέχεια με φόντο τις εκλογές του 2027.
Το «καλάθι» του πρωθυπουργού έκρυβε μέτρα ύψους 2,2 δισ. ευρώ για το 2027 για πολλές κοινωνικές ομάδες, ενώ με σαφήνεια προσδιορίστηκαν ο κυβερνητικός σχεδιασμός της επόμενης τετραετίας, καθώς και τα πολιτικά διλήμματα που θα επανέρχονται ολοένα και συχνότερα όσο θα πλησιάζει η κάλπη.
Ο κ. Μητσοτάκης και κορυφαία κυβερνητικά στελέχη αναμένεται να πυκνώσουν τις περιοδείες τους σε όλη τη χώρα, μεταφέροντας στην κοινωνία τα μηνύματα της Θεσσαλονίκης. Επιδίωξη είναι τα μέτρα που ανακοινώθηκαν να μην αποτελέσουν απλώς έναν κατάλογο οικονομικών παρεμβάσεων, αλλά τη βάση ενός χειροπιαστού πολιτικού αφηγήματος: ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, φορολογικές ελαφρύνσεις και στήριξη της μεσαίας τάξης, των οικογενειών, των συνταξιούχων, των αγροτών και των ελεύθερων επαγγελματιών.
Το μεγάλο στοίχημα για το κυβερνητικό επιτελείο είναι να μεταφέρει το… πνεύμα της ΔΕΘ στην καθημερινότητα. Οι στοχευμένες επισκέψεις σε αστικά κέντρα και περιφέρεια, η ολοκλήρωση συγκεκριμένων έργων και παρεμβάσεων και η επικοινωνιακή προβολή των θετικών οικονομικών μέτρων που εξαγγέλθηκαν το Σάββατο, θα αποτελέσουν τα βασικά εργαλεία αυτής της προσπάθειας.
Ταυτόχρονα, θα αρχίσει να ξεδιπλώνεται με μεγαλύτερη ένταση η πολιτική συζήτηση για την επόμενη τετραετία. Ο πρωθυπουργός έδωσε ήδη το στίγμα, θέτοντας ως ορίζοντα των κυβερνητικών δράσεων το 2030 και επαναλαμβάνοντας ότι οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν την άνοιξη του 2027, με το ίδιο κυβερνητικό σχήμα.
Ένα ακόμα καθαρό πολιτικό μήνυμα που προέκυψε από τη συνέντευξη τύπου του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι η επιχειρηματολογία για την τρίτη θητεία του.
Η φράση «γιατί τρίτη θητεία;» θα επανέρχεται διαρκώς, καθώς ο πρωθυπουργός θα επιχειρεί να εξηγήσει γιατί θεωρεί αναγκαία τη συνέχιση της σημερινής διακυβέρνησης και γιατί απορρίπτει τα σενάρια κυβερνήσεων συνεργασίας ή (πόσω μάλλον) κυβερνήσεων μειοψηφίας. «Οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις μπορούν να αντιμετωπίσουν καλύτερα τις δύσκολες καταστάσεις», ήταν το χαρακτηριστικό μήνυμά του από το Βελλίδειο.
Χαλαρή ψήφος
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η επιμονή του στη λογική της «μιας και μόνο εκλογικής Κυριακής», στο πλαίσιο πρόληψης της χαλαρής ψήφου και απάντησης στο ερώτημα ποιος μπορεί να κυβερνήσει αποτελεσματικά τη χώρα την επόμενη ημέρα.
Σε αυτή την προσπάθεια, ιδιαίτερη σημασία θα έχει η προσέγγιση των μετριοπαθών ψηφοφόρων. Πρόκειται για πολίτες που μπορεί να μην ταυτίζονται σήμερα απόλυτα με τη ΝΔ, αλλά αναγνωρίζουν τη σημασία της πολιτικής σταθερότητας και δεν έχουν αποφασίσει οριστικά την εκλογική τους επιλογή.
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει για το κυβερνητικό επιτελείο η επιστροφή πολιτών που ψήφισαν ΝΔ στο παρελθόν, αλλά σήμερα κρατούν αποστάσεις. Εξ ου και η προσπάθεια του κ. Μητσοτάκη να περιγράψει εκ νέου την ιδεολογική ταυτότητα της «φιλελεύθερης, πατριωτικά υπεύθυνης και κοινωνικά ευαίσθητης παράταξης».
Ό,τι ακριβώς απορρίπτει ο Αντώνης Σαμαράς που κάνει συνεχώς και πιο αισθητή της παρουσία του, με το νέο κόμμα να βρίσκεται προ των πυλών.
Η νέα ανταλλαγή πυρών μεταξύ αυτού και του Κυριάκου Μητσοτάκη δείχνει ότι αμφότεροι δείχνουν αποφασισμένοι να τραβήξουν στα άκρα το σχοινί. Το Μέγαρο Μαξίμου δεν έχει πλέον απέναντί του μόνο τα υφιστάμενα κόμματα της αντιπολίτευσης, αλλά και μια πιθανή νέα πολιτική δύναμη, γεννημένης από τα σπάργανα της παράταξης, που θα επιχειρήσει να αντλήσει ψηφοφόρους από τη δεξιά και κεντροδεξιά δεξαμενή.
Στο κάδρο βρίσκεται, ασφαλώς, και ο Αλέξης Τσίπρας. Ο κ. Μητσοτάκης επιχείρησε -και θα συνεχίσει να επιχειρεί- να υποβαθμίσει τη σημασία της επιστροφής του πρώην πρωθυπουργού στην πολιτική, ασκώντας παράλληλα σκληρή κριτική στις εξαγγελίες του. Η φράση «τζάμπα πήγε το rebranding» αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο το Μέγαρο Μαξίμου επιδιώκει να αντιμετωπίσει την προσπάθεια επανόδου του επικεφαλής της ΕΛΑΣ.
Παράλληλα, ο πρωθυπουργός θα επιμείνει να επαναφέρει τη συζήτηση στις κυβερνητικές επιδόσεις και στα πεπραγμένα της περιόδου 2019-2026, επιχειρώντας να αντιπαραβάλλει τη σημερινή ΝΔ με την περίοδο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. «Συγγνώμη, όταν ακούω κάποιους να λένε ότι η Ελλάδα το 2019 ήταν καλύτερη από την Ελλάδα του 2026, αντιδρώ, δεν θα πω με θυμό, αλλά κοιτάξτε πού ήμασταν το 2019 και πού είμαστε το 2026», σημείωσε χαρακτηριστικά χθες.