Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Η Δύση πρέπει να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα στην Τουρκία

Η Δύση και η Τουρκία βρίσκονται εδώ και καιρό σε έναν «γάμο χωρίς αγάπη», συνυπάρχοντας χωρίς κάποια πραγματική σύνδεση, σύμφωνα με τον Richard Haas, πρόεδρο του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων. Η  λανθασμένη προσέγγιση των ΗΠΑ και το πρόβλημα του ΝΑΤΟ. Ποια πρέπει να είναι η προσέγγιση της Δύσης.

Η Δύση πρέπει να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα στην Τουρκία

Τώρα που η Τουρκία βρίσκεται σε σύγκρουση με τον πάλαι ποτέ σύμμαχό της, τις ΗΠΑ, η νομισματική κρίση της χώρας έχει μετατραπεί σε ένα πρώτης τάξεως πολιτικό πρόβλημα, γράφει σε άρθρο του ο πρόεδρος του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων (CFR), Δρ. Richard N. Haass. Το άμεσο ζήτημα είναι η άρνηση της Τουρκίας να απελευθερώσει τον Αμερικανό πάστορα Άντριου Μπράνσον, ο οποίος κρατείται με την κατηγορία της τρομοκρατίας, της κατασκοπίας και της υπονόμευσης, για τον υποτιθέμενο ρόλο του στο αποτυχημένο πραξικόπημα κατά του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν τον Ιούλιο του 2016.

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει δίκιο να αντιτίθεται στην κράτηση του Μπράνσον. Όμως η αντίδρασή της υπήρξε αντιπαραγωγική, σύμφωνα με τον Haass. Συγκεκριμένα, η επιβολή επιπλέον αμερικανικών δασμών στις εισαγωγές τουρκικού χάλυβα και αλουμινίου θα μπορούσε να υπονομεύσει περαιτέρω την εμπιστοσύνη στην τουρκική οικονομία, πυροδοτώντας μια ευρύτερη κρίση που θα μπορούσε να κάνει σοβαρή ζημιά στην παγκόσμια οικονομία. Επιπλέον, οι δασμοί επιτρέπουν στον Ερντογάν να επιρρίψει ευθύνες για τα οικονομικά προβλήματα της χώρας του στην Αμερική, αντί για την ανικανότητα της δικής του κυβέρνησης.

Κατά τον Haass, εξακολουθεί να είναι πιθανό η τουρκική κυβέρνηση να βρει τρόπο για να απελευθερώσει τον Μπράνσον και ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, που θέλει εναγωνίως να επιδείξει την αφοσίωσή του στους Ευαγγελιστές που απαρτίζουν ένα βασικό κομμάτι της εκλογικής του βάσης, να ανακαλέσει τους δεσμούς. Όμως ακόμα και αν επιλυθεί η άμεση κρίση, ωστόσο η διαρθρωτική κρίση στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις –και στις σχέσεις Δύσης-Τουρκίας γενικότερα- θα διατηρηθεί. Είμαστε μάρτυρες του σταδιακού αλλά σταθερού τέλους μιας σχέσης που ήδη είναι μόνο κατ’ όνομα μια συμμαχία. Αν και η κυβέρνηση Τραμπ δικαίως ήρθε αντιμέτωπη με την Τουρκία, ωστόσο δεν επέλεξε μόνο την λάθος απάντηση, αλλά και το λάθος θέμα.

Όπως επισημαίνει ο Haass, η σχέση μεταξύ της Τουρκίας και της Δύσης από καιρό βασίζονταν σε δύο αρχές, καμία από τις οποίες δεν ισχύει πλέον. Η πρώτη είναι πως η Τουρκία είναι μέρος της Δύσης, που υποδηλώνει πως είναι μια φιλελεύθερη δημοκρατία. Ωστόσο, η Τουρκία ούτε φιλελεύθερη είναι, ούτε και δημοκρατία. Τελεί υπό μονοκομματική κυριαρχία, υπό το Κόμμα της Ανάπτυξης και της Δικαιοσύνης, και η εξουσία έχει συγκεντρωθεί στα χέρια του Ερντογάν, ο οποίος είναι και ο ηγέτης του AKP.

Υπό τον Ερντογάν, οι έλεγχοι και οι ισορροπίες ουσιαστικά έχουν εξαλειφθεί από το Τουρκικό πολιτικό σύστημα, και ο πρόεδρος ελέγχει τα μέσα ενημέρωσης, τη γραφειοκρατία και τα δικαστήρια. Το ίδιο αποτυχημένο πραξικόπημα που επικαλείται ο Ερντογάν ως λόγο για να φυλακίσει τον Μπράνσον, είναι αυτό που χρησιμοποίησε ως δικαιολογία για να φυλακίσει χιλιάδες άλλους. Στο σημείο αυτό, είναι αδύνατον να θεωρηθεί πως η Τουρκία του Ερντογάν θα μπορούσε ποτέ να πληροί τις προϋποθέσεις για ένταξη στην ΕΕ.

Η δεύτερη αρχή στην οποία βασίζεται το «Δυτικό» status της Τουρκίας, είναι η ευθυγράμμιση σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Η Τουρκία αγόρασε πρόσφατα περισσότερα από 100 προηγμένα μαχητικά αεροσκάφη F-35 από τις ΗΠΑ. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, η Τουρκία έχει επίσης στηρίξει τζιχαντιστικές ομάδες στη Συρία, έχει έρθει πιο κοντά στο Ιράν και υπέγραψε συμβόλαιο για την αγορά S-400 από τη Ρωσία.

Πάνω απ’ όλα, η Τουρκία και οι ΗΠΑ βρίσκονται σε διαφορετικές πλευρές στη Συρία. Ενώ οι Κούρδοι της Συρίας είναι στενοί εταίροι των ΗΠΑ, από την Τουρκία χαρακτηρίζονται ως τρομοκράτες, λόγω των σχέσεών τους με κουρδικές ομάδες εντός της Τουρκίας που ιστορικά έχουν επιδιώξει την αυτονομία, αν όχι την ανεξαρτησία τους. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι παρατραβηγμένο να σκεφτεί κανείς πως οι αμερικανικές και τουρκικές δυνάμεις θα μπορούσαν να συγκρουστούν.

Ορισμένοι μπορεί να πουν πως τα τρέχοντα επίπεδα των αμερικανοτουρκικών εντάσεων δεν είναι κάτι καινούριο· οι δυο χώρες από καιρό είχαν διαφορές, σχολιάζει ο Haass. Οι Τούρκοι δεν ήταν ευχαριστημένοι με την απόφαση των ΗΠΑ να αποσύρει τους πυραύλους μέσου βεληνεκούς από την Τουρκία στο πλαίσιο της συμφωνίας που οδήγησε στον τερματισμό της Πυραυλικής Κρίσης της Κούβας το 1962. Οι δυο χώρες ήρθαν σε σύγκρουση επανειλημμένως για την Τουρκική παρέμβαση και στη συνέχεια κατοχή της Βόρειας Κύπρου το 1974 και για την αμερικανική στήριξη προς την Ελλάδα. Η Τουρκία αρνήθηκε να δώσει στις αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις πρόσβαση στην αεροπορική βάση Ιντσιρλίκ κατά τον πόλεμο του Ιράκ το 2003. Και τα τελευταία χρόνια, η Τουρκική κυβέρνηση έχει εξοργιστεί με την άρνηση της Αμερικής να εκδώσει τον κληρικό Φετουλά Γκιουλέν, τον οποίον ο Ερντογάν θεωρεί «εγκέφαλο» της απόπειρας πραξικοπήματος του 2016.

Εν τούτοις, αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι κάτι διαφορετικό. Η αντισοβιετική «κόλλα» που κρατούσε τις δυο χώρες κοντά κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, δεν υπάρχει εδώ και καιρό. Αυτό που έχουμε τώρα είναι ένας «γάμος χωρίς αγάπη» στον οποίον τα δυο μέρη συνεχίζουν να συνυπάρχουν υπό την ίδια στέγη, αν και δεν υπάρχει πλέον κάποια πραγματική σύνδεση μεταξύ τους.

Το πρόβλημα, σύμφωνα με τον Haass, είναι πως η Συνθήκη του ΝΑΤΟ δεν προβλέπει κανέναν μηχανισμό «διαζυγίου». Η Τουρκία μπορεί να αποχωρήσει από τη συμμαχία, όμως δεν μπορεί να εξαναγκαστεί να φύγει. Δεδομένης αυτής της πραγματικότητας, οι ΗΠΑ και η Ευρώπη θα πρέπει να τηρήσουν μια διπλή προσέγγιση έναντι της Τουρκίας.

Πρώτον, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει να επικρίνουν όταν χρειάζεται την τουρκική πολιτική. Όμως πρέπει επίσης να μειώσουν την εξάρτησή τους από την πρόσβαση σε τουρκικές βάσεις όπως αυτή του Ιντσιρλίκ, να αρνηθούν στην Τουρκία πρόσβαση σε προηγμένα στρατιωτικά υλικά όπως τα F-35, και να επανεξετάσουν την πολιτική της βάσης πυρηνικών όπλων στην Τουρκία. Επιπλέον, οι ΗΠΑ δεν θα πρέπει να εκδώσουν τον Γκιουλέν, εκτός και αν η Τουρκία μπορέσει να αποδείξει την εμπλοκή του στην απόπειρα πραξικοπήματος με αποδείξεις που θα μπορούν να σταθούν σε αμερικανικό δικαστήριο και να ικανοποιήσουν τις προβλέψεις της συνθήκης αμοιβαίων εκδόσεων του 1981. Ούτε θα πρέπει οι ΗΠΑ να εγκαταλείψουν τους Κούρδους, δεδομένου του πολύτιμου ρόλου τους στην μάχη κατά του Ισλαμικού Κράτους.

Δεύτερον, οι ΗΠΑ και η Ευρώπη θα πρέπει να περιμένουν μέχρι να τελειώσει η εποχή Ερντογάν και στη συνέχεια να προσεγγίσουν με ένα «μεγάλο παζάρι» τη νέα ηγεσία της Τουρκίας. Η προσφορά θα πρέπει να είναι Δυτική στήριξη με αντάλλαγμα μια τουρκική προσήλωση στη φιλελεύθερη δημοκρατία και σε μια εξωτερική πολιτική που θα επικεντρώνεται στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας και στην αντιμετώπιση της Ρωσίας.

Ο Ερντογάν προειδοποίησε πρόσφατα μέσω των New York Times πως οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις «μπορεί να κινδυνεύουν» και πως η Τουρκία σύντομα θα αρχίσει να αναζητά νέους φίλους και συμμάχους, αν η μονομέρεια και η ασέβεια των ΗΠΑ δεν αντιστραφούν. Στην πραγματικότητα, η εταιρική σχέση βρίσκονταν ήδη σε κίνδυνο, σε μεγάλο μέρος λόγω των τουρκικών ενεργειών, και ο Ερντογάν είχε ήδη αρχίσει τη διαδικασία αναζήτησης νέων φίλων και συμμάχων. Ήρθε η ώρα οι ΗΠΑ και η Ευρώπη να προσαρμοστούν σε αυτή την πραγματικότητα, καταλήγει ο Haass.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο