Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Φωτιές στην αμυντική βιομηχανία των ΗΠΑ άναψε ο Τραμπ

Ο Ντόναλντ Τραμπ διέταξε τις αμερικανικές αμυντικές εταιρείες να επενδύσουν σε νέα εργοστάσια, αλλιώς θα περιοριστούν τα μερίσματα και οι αμοιβές στελεχών. Οι αναλυτές... ψάχνονται.

Φωτιές στην αμυντική βιομηχανία των ΗΠΑ άναψε ο Τραμπ

Η εντολή του Ντόναλντ Τραμπ, με την οποία απαιτεί από τις αμερικανικές αμυντικές εταιρείες να επενδύσουν περισσότερα κεφάλαια σε νέα εργοστάσια, διαφορετικά θα υποχρεωθούν να περιορίσουν τις ανταμοιβές προς τους μετόχους, ενέχει σημαντικούς κινδύνους, προειδοποιούν ειδικοί του κλάδου.

Η εντολή του Αμερικανού προέδρου, που εκδόθηκε την Τετάρτη, περιγράφει περιορισμούς στα μερίσματα, τις επαναγορές μετοχών και τις αμοιβές των ανώτατων στελεχών, χωρίς ωστόσο να παρέχει σαφείς κατευθύνσεις ή λεπτομέρειες σχετικά με το πώς θα αξιολογείται η απόδοση ή με ποιον τρόπο θα επιβάλλονται κυρώσεις.

Η εντολή ακολούθησε άμεσα το κάλεσμα του Τραμπ προς το Κογκρέσο να αυξήσει τις στρατιωτικές δαπάνες κατά 50%, στο 1,5 τρισ. δολάρια για το 2027.

Η απειλή δραστικού περιορισμού των αποδόσεων προς τους μετόχους και των αμοιβών των στελεχών, σε συνδυασμό με την προοπτική μιας έκρηξης στις δαπάνες, έχει αφήσει τον αμυντικό τομέα σε κατάσταση αβεβαιότητας και τους επενδυτές σε ένταση.

«Αν από τη σκοπιά των μετόχων το “καρότο” βρίσκεται πάντα κάπου στο μέλλον, ενώ ο κλάδος συνεχίζει να δέχεται χτυπήματα με το “μαστίγιο”, τότε υπάρχει ο κίνδυνος αυτό να οδηγήσει κεφάλαια εκτός αυτών των επιχειρήσεων — και όχι προς αυτές», δήλωσε ο Μπάιρον Κάλαν, αναλυτής της Capital Alpha Partners.

Ο Τραμπ έχει εξαπολύσει επανειλημμένες επιθέσεις κατά του κλάδου για προγράμματα που καθυστερούν και υπερβαίνουν τον προϋπολογισμό.

Ο πρόεδρος έχει κατ’ επανάληψη ζητήσει έναν καλύτερα χρηματοδοτημένο στρατό, με πρόσφατες ενέργειες —μεταξύ άλλων στη Βενεζουέλα— να υπογραμμίζουν την εξάρτηση της κυβέρνησής του από καθιερωμένους εργολάβους και τα οπλικά τους συστήματα. Έχει καταστήσει την αναμόρφωση των πρακτικών σε ότι αφορά τις προμήθειες του Πενταγώνου βασική προτεραιότητα, με έμφαση στην εξάλειψη των υπερβάσεων κόστους και των καθυστερήσεων.

Οι εργολάβοι έχουν επίσης επικριθεί επειδή δεν επενδύουν επαρκή ίδια κεφάλαια στην επέκταση της παραγωγής, σε μια περίοδο εκρηκτικής αύξησης της ζήτησης —ιδίως για πυραύλους— μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία πριν από τέσσερα χρόνια.

Ο Τραμπ χαρακτήρισε τις αμοιβές των στελεχών των αμυντικών εταιρειών «υπερβολικές και αδικαιολόγητες» σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης την Τετάρτη, πριν εκδώσει την εκτελεστική εντολή που καλεί τις εταιρείες να κατασκευάσουν νέα εργοστάσια για την παραγωγή και συντήρηση αυτού του «σημαντικού εξοπλισμού».

Στην ανάρτησή του, ο Τραμπ έθεσε ανώτατο όριο στις αμοιβές τα 5 εκατ. δολάρια ετησίως — «ένα απλό κλάσμα» των σημερινών επιπέδων — έως ότου κατασκευαστούν νέες, σύγχρονες παραγωγικές εγκαταστάσεις.

Σύμφωνα με αναλυτές της Jefferies, οι αποδόσεις προς τους μετόχους από τις μεγαλύτερες αμυντικές εταιρείες ξεπέρασαν τις επενδύσεις το 2023 και το 2024. Οι εταιρείες επέστρεψαν σχεδόν 50 δισ. δολάρια στους μετόχους, ενώ επανεπένδυσαν 39 δισ. δολάρια κατά τη διάρκεια της διετίας. Ωστόσο, ορισμένες από αυτές —ιδίως η RTX— διαθέτουν και σημαντικές εμπορικές δραστηριότητες. Η Boeing δεν επέστρεψε κεφάλαια, καθώς επικεντρώθηκε στην ανασυγκρότηση του ισολογισμού της.

Οι μετοχές του αμυντικού κλάδου, που είχαν υποχωρήσει αμέσως μετά την απειλή για τα μερίσματα, σημείωσαν απότομη άνοδο την Πέμπτη, μετά τις πληροφορίες για πιθανή αύξηση του προϋπολογισμού του Πενταγώνου. Οι μετοχές της RTX —της οποίας ο αμυντικός βραχίονας Raytheon είχε στοχοποιηθεί από τον Τραμπ την Τετάρτη, σε ξεχωριστή ανάρτηση, για ανεπαρκείς επενδύσεις σε νέα εργοστάσια— επίσης ενισχύθηκαν, προτού περιορίσουν τα κέρδη τους.

Ο Τζέρι ΜακΓκιν, πρώην στέλεχος της Northrop Grumman και διευθυντής του Κέντρου για τη Βιομηχανική Βάση στο think tank CSIS στην Ουάσιγκτον, επισήμανε ότι, παρά τις απειλές του Τραμπ, η κυβέρνησή του έχει αναγνωρίσει την ανάγκη το αμερικανικό κράτος να προσφέρει καλύτερα κίνητρα στις αμυντικές εταιρείες ώστε να προχωρούν σε μακροπρόθεσμες επενδύσεις.

Την Τρίτη, το Πεντάγωνο ανακοίνωσε συμφωνία-πλαίσιο με τη Lockheed Martin για την παραγωγή πυραύλων Patriot σε ορίζοντα επτά ετών — μια πολύ μακροπρόθεσμη δέσμευση σε σύγκριση με τα περισσότερα κρατικά αμυντικά συμβόλαια για αντίστοιχα προγράμματα.

«Θα αναθέτουμε στις εταιρείες μεγαλύτερα και μακρύτερης διάρκειας συμβόλαια για δοκιμασμένα συστήματα, ώστε να είναι βέβαιες ότι μπορούν να επενδύσουν περισσότερα για την ανάπτυξη της βιομηχανικής βάσης που προμηθεύει τα οπλικά μας συστήματα, σε μεγαλύτερη κλίμακα και με ταχύτερους ρυθμούς», δήλωσε ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ.

Ο Έρικ Φάνινγκ, πρόεδρος της Ένωσης Αεροδιαστημικών Βιομηχανιών (Aerospace Industries Association), δήλωσε ότι ο κλάδος χαιρετίζει την «εστίαση της κυβέρνησης στην επιτάχυνση της διαδικασίας προμηθειών», προσθέτοντας ότι η παροχή «σταθερών σημάτων ζήτησης και σαφών απαιτήσεων» θα ενισχύσει τις επενδύσεις.

Οι RTX, L3Harris, General Dynamics και Boeing αρνήθηκαν να σχολιάσουν στους Financial Times. Η Lockheed Martin και η Northrop Grumman δεν απάντησαν άμεσα σε αιτήματα για σχόλιο.

Η εκτελεστική εντολή του Τραμπ ορίζει ότι ο Χέγκσεθ διαθέτει 30 ημέρες, από τις 7 Ιανουαρίου, για να εξετάσει την απόδοση των εργολάβων και να εντοπίσει τυχόν υστερήσεις, από «χαμηλή απόδοση» στα συμβόλαια έως αποτυχία επένδυσης σε παραγωγική δυναμικότητα.

Εάν τα διορθωτικά μέτρα αποτύχουν, ο Χέγκσεθ μπορεί να χρησιμοποιήσει σειρά νομικών και κανονιστικών εργαλείων, όπως ο Νόμος περί Αμυντικής Παραγωγής (Defense Production Act), για να δρομολογήσει «άμεσες ενέργειες για την εξασφάλιση διορθωτικών λύσεων».

Σύμφωνα με την εντολή, ο Χέγκσεθ έχει 60 ημέρες για να διασφαλίσει ότι κάθε μελλοντικό συμβόλαιο θα περιλαμβάνει ρήτρα που θα απαγορεύει επαναγορές μετοχών και μερίσματα σε περιόδους «υποαπόδοσης, μη συμμόρφωσης με το συμβόλαιο του εργολάβου, ανεπαρκούς προτεραιοποίησης του συμβολαίου, ανεπαρκών επενδύσεων ή ανεπαρκούς ταχύτητας παραγωγής, όπως θα κρίνεται από τον Υπουργό».

Η εντολή προβλέπει επίσης ότι οι αμοιβές των ανώτατων στελεχών θα συνδέονται με μη παραδοσιακούς χρηματοοικονομικούς δείκτες, όπως η έγκαιρη παράδοση και η αύξηση της παραγωγής.

Ωστόσο, αναλυτές σημειώνουν ότι παραμένει ασαφές ποια είναι η νομική βάση που διαθέτει η κυβέρνηση για την επιβολή περιορισμών στις αποδόσεις κεφαλαίου. Η εντολή «παραλείπει λεπτομέρειες ή δείκτες αναφοράς, αλλά ασκεί ισχυρή πίεση ώστε η δυνατότητα επαναγοράς μετοχών και καταβολής μερισμάτων να συνδεθεί με την απόδοση των συμβολαίων», ανέφερε σε σημείωμά της η αναλύτρια της Jefferies, Σίλα Καχγιάογλου.

Ο Κάλαν της Capital Alpha προειδοποίησε ότι ο περιορισμός των αμοιβών των στελεχών θα μπορούσε να επηρεάσει την ικανότητα των εταιρειών να «προσελκύουν και να διατηρούν ανώτατα στελέχη». Όπως είπε, οι εταιρείες «ενδέχεται να χρειαστεί να κάνουν κάτι συμβολικό» κατά την ανακοίνωση των ετήσιων αποτελεσμάτων τους τις επόμενες εβδομάδες, όπως η αναστολή των επαναγορών μετοχών.

Δεν είναι σαφές ποιες επιχειρήσεις εμπίπτουν στην εντολή, η οποία φαίνεται να στοχεύει εισηγμένες εταιρείες στις ΗΠΑ. Ωστόσο, αρκετοί ξένοι όμιλοι —μεταξύ αυτών και η βρετανική BAE Systems— διαθέτουν σημαντικές δραστηριότητες στις Ηνωμένες Πολιτείες.

 

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο