Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα καθυστερήσει την εφαρμογή των νέων παγκόσμιων κανόνων που διέπουν τις συναλλαγές των τραπεζών, καθώς δεν θέλει να περιέλθουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες σε μειονεκτική θέση λόγω των κινήσεων των ΗΠΑ να μειώσουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τις μεγάλες αμερικανικές τράπεζες.
Σύμφωνα με δύο αξιωματούχους των Financial Times, oι Βρυξέλλες θα υιοθετήσουν μετά το Πάσχα νομοθεσία που θα εξουδετερώνει τις βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις της Θεμελιώδους Αναθεώρησης του Βιβλίου Συναλλαγών (FRTB), βασικού στοιχείου του πακέτου της Βασιλείας ΙΙΙ.
Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών εκτιμά ότι η εφαρμογή του FRTB θα αυξήσει κατά μέσο όρο τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον κίνδυνο αγοράς κατά περίπου 30%, με αυξήσεις έως και περίπου 80% για ορισμένες τράπεζες.
Το σχέδιο των Βρυξελλών είναι να εισαγάγει έναν προσωρινό πολλαπλασιαστή που εξαλείφει την αύξηση για τις συναλλακτικές δραστηριότητες των τραπεζών για έως και τρία χρόνια, δήλωσαν οι αξιωματούχοι.
Η ΕΕ είχε ήδη αναβάλλει κατά ένα έτος την εφαρμογή του FRTB πέρυσι, όταν κατέστη σαφές ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα ήταν σε θέση να υιοθετήσουν τους κανόνες εντός της αρχικής προθεσμίας.
Οι ρυθμιστικές αρχές προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τα διαφορετικά χρονοδιαγράμματα μεταξύ των δικαιοδοσιών.
Το Ηνωμένο Βασίλειο ανέβαλε νωρίτερα φέτος την εφαρμογή του FRTB έως το 2028, επικαλούμενο την ανάγκη για μεγαλύτερη διεθνή εναρμόνιση.
Στις ΗΠΑ, η Fed ανακοίνωσε σχέδια να εφαρμόσει το λεγόμενο “Basel Endgame” με τρόπο που θα «μειώσει ελαφρώς τις απαιτήσεις» για τις μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες, όπως η JPMorgan Chase, η Bank of America, η Citigroup, η Goldman Sachs και η Morgan Stanley.
Αυτό, με τη σειρά του, προκάλεσε ανησυχίες στις Βρυξέλλες ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν δυσανάλογα υψηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις εάν η ΕΕ προχωρήσει πλήρως στην εφαρμογή του FRTB.
Η καθυστέρηση αυτή έρχεται ενώ η Ε.Ε. ετοιμάζεται να προχωρήσει σε ευρύτερη αναθεώρηση των τραπεζικών κανονισμών, μετά από αιτήματα τραπεζών και πολιτικών για μείωση των ρυθμιστικών βαρών.
Ωστόσο, οι επικριτές ανησυχούν ότι αυτό μπορεί να υπονομεύσει το διεθνές πλαίσιο που δημιουργήθηκε μετά την οικονομική κρίση του 2008.