Τον προϋπολογισμό για το οικονομικό έτος 2027 ετοιμάζεται να παρουσιάσει αύριο Παρασκευή ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, θέτοντας στο επίκεντρο μια σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών, η οποία θα χρηματοδοτηθεί εν μέρει μέσω περικοπών σε κοινωνικά προγράμματα και υπηρεσίες υγείας.
Σύμφωνα με το Bloomberg, η στρατηγική αυτή ενδέχεται να ενέχει πολιτικό ρίσκο για τον Λευκό Οίκο, καθώς συνδυάζεται με τον συνεχιζόμενο πόλεμο στο Ιράν και την άνοδο των τιμών ενέργειας, ενώ αναμένεται να προκαλέσει αντιδράσεις τόσο από τους Δημοκρατικούς όσο και από μερίδα των Ρεπουμπλικανών.
Έλλειμμα και δημόσιο χρέος
Ο νέος προϋπολογισμός θα αποτυπώνει για πρώτη φορά συνολικά την ατζέντα της δεύτερης θητείας Τραμπ, με επικαιροποιημένες εκτιμήσεις για το έλλειμμα και το χρέος σε ορίζοντα δεκαετίας.
Στο επίκεντρο θα βρεθεί η αξιοπιστία των εκτιμήσεων, καθώς οι επενδυτές σε αμερικανικά ομόλογα θα εξετάσουν κατά πόσο τα μεγέθη βασίζονται σε ρεαλιστικά δεδομένα ή σε αισιόδοξες προβολές που δεν λαμβάνουν πλήρως υπόψη τις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν. Παράλληλα, ερωτήματα εγείρονται για το κατά πόσο οι προβλεπόμενες περικοπές δαπανών μπορούν να περάσουν από το Κογκρέσο, δεδομένων των πολιτικών συσχετισμών.
Τυχόν ενίσχυση των αμφιβολιών για τη βιωσιμότητα του αμερικανικού δημόσιου χρέους θα μπορούσε να οδηγήσει σε άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού και εντείνοντας τις πιέσεις στη δημοσιονομική ισορροπία.
«Εκτόξευση» αμυντικών δαπανών
Ο Τραμπ σχεδιάζει να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες στα 1,5 τρισ. δολάρια, από λιγότερα από 1 τρισ. σήμερα. Ωστόσο, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει ξεκαθαρίσει αν το ποσό των 1,5 τρισ. δολαρίων αφορά αποκλειστικά τον λειτουργικό προϋπολογισμό του Πενταγώνου ή αν περιλαμβάνει και άλλες δαπάνες, όπως στρατιωτικές υποδομές και προγράμματα πυρηνικών όπλων του Υπουργείου Ενέργειας. Παραμένει επίσης ασαφές αν οι αυξημένες δαπάνες θα διατηρηθούν και μετά το 2028.
Την ίδια στιγμή, εκκρεμότητες υπάρχουν και για το τρέχον οικονομικό έτος, καθώς το Πεντάγωνο έχει ζητήσει επιπλέον 200 δισ. δολάρια για την κάλυψη των αναγκών που σχετίζονται με τον πόλεμο στο Ιράν. Το αίτημα εξετάζεται από το Γραφείο Προϋπολογισμού του Λευκού Οίκου, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει κατατεθεί επισήμως στο Κογκρέσο.
Οικονομικές προβλέψεις υπό πίεση
Οι οικονομικές παραδοχές του προϋπολογισμού ενδέχεται να αποδειχθούν γρήγορα ξεπερασμένες, καθώς ο πόλεμος στο Ιράν έχει ήδη οδηγήσει σε αύξηση των τιμών πετρελαίου και του πληθωρισμού. Ο πόλεμος στο Ιράν, που διαρκεί πέντε εβδομάδες, έχει εκτοξεύσει την τιμή του αργού πετρελαίου (σήμερα η τιμή του έχει φτάσει τα 110 δολάρια το βαρέλι), έχει αυξήσει τις προβλέψεις για τον πληθωρισμό και έχει μετριάσει τις προσδοκίες για περαιτέρω μείωση των επιτοκίων από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Federal Reserve) στο εγγύς μέλλον.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, ο πληθωρισμός αναμένεται να κινηθεί στο 3,1% φέτος, ενώ το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) εκτιμάται στο 2,3%.
Φορολογία και επιστροφές δασμών
Η κυβέρνηση έχει εισπράξει περίπου 150 δισ. δολάρια από δασμούς, τα οποία θα πρέπει να επιστραφούν στους φορολογούμενους, μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου που ακύρωσε μέρος των μέτρων του Ντόναλντ Τραμπ. Προτεραιότητα έχουν οι εισαγωγείς που επιβαρύνθηκαν με τους δασμούς, ωστόσο ο Τραμπ έχει προτείνει και εφάπαξ επιστροφές 2.000 δολαρίων σε πολίτες, ως «μέρισμα δασμών».
Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να αποδειχθεί πολιτικά ελκυστική ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, ωστόσο δεν θεωρείται δεδομένη η έγκρισή της από το Κογκρέσο.
Σύμφωνα με το Bloomberg, οι Δημοκρατικοί αναμένεται να αξιοποιήσουν τον προϋπολογισμό για να αναδείξουν τις περικοπές σε κοινωνικά προγράμματα, ενόψει των εκλογών του Νοεμβρίου, ενώ επιφυλάξεις διατυπώνονται και εντός των Ρεπουμπλικανών για τη συνολική δημοσιονομική στρατηγική.
Τα σχέδια του Τραμπ μπλοκάρονται από το Κογκρέσο
Με την επιστροφή του στην εξουσία ο Ντόναλντ Τραμπ είχε στόχο τη συρρίκνωση του ομοσπονδιακού κράτους, προωθώντας εκτεταμένες περικοπές. Με τη στήριξη του Έλον Μασκ και του λεγόμενου Υπουργείου Αποδοτικότητας της Κυβέρνησης (DOGE), η ομοσπονδιακή απασχόληση μειώθηκε κατά περισσότερο από 12% σε σχέση με το τέλος της θητείας Μπάιντεν.
Ωστόσο, οι προσπάθειες για μονιμοποίηση αυτών των περικοπών προσκρούουν στο Κογκρέσο. Αν και εγκρίθηκαν περικοπές σε ορισμένες δαπάνες, όπως στην Υπηρεσία Διεθνούς Ανάπτυξης, απορρίφθηκαν προτάσεις για μειώσεις σε βασικά προγράμματα υγείας και κοινωνικής προστασίας.
Οι πολιτικές συνθήκες ενόψει εκλογών καθιστούν ακόμη πιο δύσκολη την προώθηση νέων περικοπών. Το Κογκρέσο καταφεύγει όλο και περισσότερο σε προσωρινές λύσεις χρηματοδότησης, ώστε να αποφευχθεί ένα shutdown, με τις περισσότερες υπηρεσίες να έχουν εξασφαλισμένη χρηματοδότηση έως τις 30 Σεπτεμβρίου.
Σε αυτό το πλαίσιο, οποιαδήποτε προσπάθεια για βαθύτερες περικοπές ενέχει τον κίνδυνο δημοσιονομικής κρίσης ή ακόμη και διακοπής λειτουργίας της κυβέρνησης, λίγες μόλις εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.