Ο κίνδυνος υψηλότερου πληθωρισμού στη ευρωζώνη έχει αυξηθεί, καθώς εταιρείες και νοικοκυριά αντιδρούν στην εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου και στις διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα, δήλωσε την Πέμπτη η αξιωματούχος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Ίζαμπελ Σνάμπελ, υπονοώντας πιθανές αυξήσεις των επιτοκίων.
Η Σνάμπελ συντάχθηκε με σειρά άλλων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ που στηρίζουν πιθανές αυξήσεις επιτοκίων, πιθανόν ήδη από τον Ιούνιο, για να αντιμετωπιστούν οι δευτερογενείς επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν στις τιμές καταναλωτή στη ευρωζώνη, η οποία εισάγει το μεγαλύτερο μέρος των καυσίμων της.
Η Σνάμπελ σημείωσε ότι αυξάνεται το ποσοστό των εταιρειών της ευρωζώνης που σχεδιάζουν να αυξήσουν τις τιμές τους, παρά τη συγκρατημένη ζήτηση, ενώ και τα νοικοκυριά έχουν ανεβάσει τις προσδοκίες τους για τον πληθωρισμό.
«Εάν το ενεργειακό σοκ διευρυνθεί, η νομισματική πολιτική θα πρέπει να γίνει πιο περιοριστική ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος δευτερογενών επιδράσεων που απειλούν τη μεσοπρόθεσμη σταθερότητα των τιμών», δήλωσε σε ακροατήριο στο Λονδίνο. «Αυτός ο κίνδυνος έχει αυξηθεί τις τελευταίες εβδομάδες» τόνισε σύμφωνα με το Reuters.
Η Σνάμπελ έφτασε στο σημείο να αναφέρει ότι η άνοδος στις τιμές των καυσίμων μπορεί να μεταδοθεί στην οικονομία ταχύτερα από ό,τι στην τελευταία περίοδο πληθωρισμού το 2021–2022, επειδή «οι μνήμες από εκείνο το επώδυνο πληθωριστικό επεισόδιο είναι ακόμη νωπές».
Οι επενδυτές προεξοφλούν τρεις ή, πιθανότερα, τέσσερις αυξήσεις επιτοκίων της ΕΚΤ μέσα στους επόμενους 12 μήνες, γεγονός που θα ανέβαζε το επιτόκιο που πληρώνει η κεντρική τράπεζα της ευρωζώνης στις καταθέσεις από το 2% στο 2,75%–3%.
Η Σνάμπελ απηύθυνε επίσης έκκληση προς τις κυβερνήσεις και τους νομοθέτες να συμβάλουν στη συγκράτηση του πληθωρισμού, ζητώντας να τεθούν τα δημόσια χρέη σε βιώσιμη τροχιά και να διατηρηθούν οι εποπτικοί κανόνες που θεσπίστηκαν μετά την οικονομική κρίση.
«Η εναλλακτική επιλογή — να επιτραπεί στη δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική κυριαρχία να διαβρώσει σιωπηρά το πεδίο δράσης της νομισματικής πολιτικής, μέσα σε θολές αρμοδιότητες — θα υπονόμευε σταδιακά την ανεξαρτησία και τελικά θα οδηγούσε σε υψηλότερο πληθωρισμό και χαμηλότερη ανάπτυξη», δήλωσε.