Ο πόλεμος στο Ιράν και η συνακόλουθη εκτίναξη των τιμών των καυσίμων αναμένεται να επιβαρύνουν σημαντικά τον παγκόσμιο κλάδο των αερομεταφορών το 2026. Αυτό προκύπτει από τα στοιχεία που παρουσίασε η Διεθνής Ένωση Αερομεταφορών (IATA) στο πλαίσιο της Ετήσιας Γενικής Συνέλευσής της, που ολοκληρώθηκε στο Ρίο ντε Τζανέιρο.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Οργανισμού, τα καθαρά κέρδη του παγκόσμιου κλάδου αναμένεται να υποχωρήσουν στα 23 δισεκατομμύρια δολάρια το 2026, από 45 δισ. δολάρια το 2025. Παράλληλα, το καθαρό περιθώριο κέρδους αναμένεται να συρρικνωθεί από 4,2% σε μόλις 2%.
Η «έκρηξη» του κόστους καυσίμων
Κύριος παράγοντας πίσω από αυτή την επιδείνωση είναι η ραγδαία αύξηση του κόστους ενέργειας. Ο συνολικός λογαριασμός καυσίμων του κλάδου αναμένεται να αυξηθεί κατά περίπου 40%, φτάνοντας τα 350 δισ. δολάρια το 2026, από 252 δισ. δολάρια το 2025. Η εκτίμηση της IATA βασίζεται σε μέση τιμή αργού πετρελαίου τύπου Brent στα 95 δολάρια το βαρέλι (έναντι 69 δολαρίων το 2025), ενώ η τιμή της κυροζίνης αναμένεται να αυξηθεί σχεδόν 70% σε ετήσια βάση.
Οι επιπτώσεις δεν είναι ομοιόμορφες ανά περιοχή. Οι αεροπορικές εταιρείες της Μέσης Ανατολής, οι οποίες επλήγησαν περισσότερο από τις αναταράξεις στον εναέριο χώρο της περιοχής, αναμένεται να καταγράψουν ζημίες της τάξης των 4,3 δισ. δολαρίων το 2026, έναντι κερδών 7,2 δισ. δολαρίων το 2025. Οι περισσότερες άλλες περιοχές θα παραμείνουν κερδοφόρες, αλλά σε σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα από ό,τι αναμενόταν πριν από την κλιμάκωση της κρίσης.
Ανάπτυξη παρά τις δυσκολίες
Παρά το δυσμενές αυτό σκηνικό, ο κλάδος εξακολουθεί να αναπτύσσεται. Τα συνολικά έσοδα αναμένεται να ανέλθουν σε 1.165 δισ. δολάρια, αυξημένα κατά 9,4% σε σχέση με το 2025, ενώ ο συντελεστής πληρότητας των αεροσκαφών αναμένεται να φτάσει σε νέο ρεκόρ, στο 84%.
Ο απερχόμενος Γενικός Διευθυντής της IATA, Ουίλι Ουόλς, σημείωσε ότι οι πολεμικές διαταράξεις στη Μέση Ανατολή και η αύξηση του κόστους καυσίμων οδήγησαν σε σημαντική επιδείνωση των προοπτικών για τον κλάδο, με τα κέρδη να συρρικνώνονται στο μισό σε σχέση με το 2025.
Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η σημερινή κατάσταση, παρότι δύσκολη, δεν έχει καμία σχέση με την κρίση που προκάλεσε η πανδημία του κορονοϊού.
Η αντίδραση των Βρυξελλών
Το ζήτημα βρίσκεται εδώ και μήνες στο τραπέζι της Κομισιόν. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εισάγει το 30%-40% των αναγκών της σε αεροπορικά καύσιμα, με περίπου τις μισές ποσότητες να προέρχονται παραδοσιακά από τη Μέση Ανατολή, γεγονός που εκθέτει τις ευρωπαϊκές αεροπορικές εταιρείες ιδιαίτερα στις συνέπειες του πολέμου.
Ο Επίτροπος Μεταφορών και Βιώσιμου Τουρισμού, Απόστολος Τζιτζικώστας, έχει ανακοινώσει τη δημιουργία ενός «παρατηρητηρίου καυσίμων» για την παρακολούθηση της επάρκειας εφοδιασμού, ξεκινώντας από το αεροπορικό καύσιμο, καθώς και τη διερεύνηση εναλλακτικών πηγών προμήθειας, μεταξύ άλλων από τις ΗΠΑ.
Παράλληλα, η Κομισιόν εξετάζει το ενδεχόμενο θέσπισης ελάχιστων αποθεμάτων ασφαλείας αεροπορικού καυσίμου για τα κράτη μέλη, ενώ έχει ήδη εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές που επιτρέπουν στις αεροπορικές εταιρείες να μην χάνουν τα slots τους σε περιπτώσεις αναγκαστικών περικοπών πτήσεων λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με ανάλυση του βελγικού think tank Transport & Environment, η γεωπολιτική «υπερτίμηση» των ορυκτών καυσίμων προσθέτει ήδη περίπου 29 ευρώ ανά επιβάτη στο κόστος καυσίμου για τις ενδοευρωπαϊκές πτήσεις, ποσό πολύ μεγαλύτερο από την επιβάρυνση που προκαλούν οι ευρωπαϊκές κλιματικές πολιτικές (ΣΕΔΕ και κανονισμός ReFuelEU Aviation).
ΠΗΓΗ: www.ertnews.gr