Ο υπουργός Άμυνας της Ιαπωνίας, Σιντζίρο Κοϊζούμι, αμφισβήτησε την ακρίβεια των επίσημων στοιχείων της Κίνας για τις στρατιωτικές της δαπάνες, σε μια ακόμη ένδειξη ότι το Τόκιο υιοθετεί πιο αυστηρή στάση απέναντι στο Πεκίνο και στις κατηγορίες του περί «νέου μιλιταρισμού» της Ιαπωνίας.
Σύμφωνα με το Bloomberg, αντιπαραβάλλοντας την ιαπωνική προσέγγιση με εκείνη της Κίνας, ο Κοϊζούμι δήλωσε ότι η Ιαπωνία θα κινηθεί με διαφάνεια στις επενδύσεις της σε νέες μορφές πολέμου, όπως τα drones και η τεχνητή νοημοσύνη, που θεωρούνται κρίσιμες για τη σύγχρονη άμυνα.
«Οι προϋπολογισμοί μας υπόκεινται σε έλεγχο και συζήτηση στο κοινοβούλιο», δήλωσε ο Κοϊζούμι σε συνέντευξή του, την πρώτη που παραχώρησε σε ξένα μέσα ενημέρωσης ως υπουργός Άμυνας.
«Τα στοιχεία που παρουσιάζουν βασίζονται πραγματικά σε γεγονότα, αποδείξεις και υψηλό βαθμό διαφάνειας; Όταν προκύπτουν αμφιβολίες, πόση προσπάθεια καταβάλλουν για να τις εξηγήσουν;», διερωτήθηκε ο ίδιος.
Αμφιβολίες για τις πραγματικές κινεζικές δαπάνες
Ακαδημαϊκοί και δυτικές κυβερνήσεις αμφισβητούν εδώ και χρόνια κατά πόσο τα επίσημα στοιχεία της Κίνας αποτυπώνουν το σύνολο των αμυντικών της δαπανών. Τον Δεκέμβριο, το Πεντάγωνο εκτίμησε ότι οι συνολικές αμυντικές δαπάνες της Κίνας για το 2024 ήταν κατά 32% έως 63% υψηλότερες από τον επίσημο προϋπολογισμό των 231 δισ. δολαρίων που ανακοίνωσε το Πεκίνο.
Η αμερικανική εκτίμηση περιλαμβάνει δαπάνες για την ένοπλη αστυνομία, την περιφερειακή ασφάλεια, τα προγράμματα βετεράνων, τις δραστηριότητες επιστράτευσης, την αμυντική έρευνα και ανάπτυξη, καθώς και στρατιωτικές επενδύσεις κεφαλαίου.
Το Πεκίνο έχει επανειλημμένα απορρίψει τις κατηγορίες περί έλλειψης διαφάνειας στις στρατιωτικές του δαπάνες.
Κλιμάκωση της έντασης
Οι δηλώσεις Κοϊζούμι έρχονται καθώς η Κίνα συνεχίζει να ασκεί πιέσεις στην πρωθυπουργό της Ιαπωνίας, Σανάε Τακαΐτσι, ζητώντας να ανακαλέσει περσινές δηλώσεις της που άφηναν ανοιχτό το ενδεχόμενο ιαπωνικής εμπλοκής σε σύγκρουση για την Ταϊβάν.
Παράλληλα, το Πεκίνο έχει αυστηροποιήσει τους ελέγχους στις εξαγωγές προς την Ιαπωνία, μεταξύ άλλων και στις σπάνιες γαίες, οι οποίες έχουν κρίσιμη σημασία για τη βιομηχανία τεχνολογίας, την άμυνα και την αυτοκινητοβιομηχανία.
Στη σύνοδο της G7 στη Γαλλία, η Τακαΐτσι εξέφρασε «σοβαρή ανησυχία» για τις κινεζικές κινήσεις, προειδοποιώντας ότι ενδέχεται να επηρεάσουν τις εφοδιαστικές αλυσίδες των χωρών της G7.
Η αντιπαράθεση για τον «νέο μιλιταρισμό»
Ο Κοϊζούμι έχει ήδη απορρίψει δημοσίως τις κινεζικές κατηγορίες περί «νέου μιλιταρισμού» της Ιαπωνίας.
«Υπάρχει μια χώρα που διαθέτει τεράστιο οπλοστάσιο πυρηνικών όπλων και στρατηγικών βομβαρδιστικών. Η Ιαπωνία δεν διαθέτει τίποτα από αυτά και παρ’ όλα αυτά χαρακτηρίζεται ως νέα μιλιταριστική δύναμη. Δεν είναι παράξενο;», είχε δηλώσει τον Μάιο σε ομιλία του στη Σιγκαπούρη.
Τον Μάρτιο, η Κίνα ανακοίνωσε αύξηση 7% στις αμυντικές της δαπάνες για το 2026, στα 1,91 τρισ. γουάν (283 δισ. δολάρια).
Αντίστοιχα, η Ιαπωνία προβλέπει για το τρέχον οικονομικό έτος στρατιωτικές και αμυντικές δαπάνες ύψους περίπου 10,6 τρισ. γιεν (66,1 δισ. δολάρια), ποσό που αντιστοιχεί σε λιγότερο από το ένα τέταρτο των επίσημων κινεζικών δαπανών.
Ωστόσο, μετά από συνάντηση το Σάββατο στο Ουλάν Μπατόρ, ο κορυφαίος διπλωμάτης της Κίνας και ο Μογγόλος ομόλογός του εξέδωσαν κοινό ανακοινωθέν στο οποίο ανέφεραν ότι τα έθνη τους «αντιτίθενται σε κάθε μορφή φασισμού και μιλιταρισμού», σε μια προφανώς επίθεση κατά της Ιαπωνίας.
Ανοιχτό το παράθυρο διαλόγου
Παρά την κριτική του προς το Πεκίνο, ο Κοϊζούμι υπογράμμισε ότι η Ιαπωνία παραμένει ανοιχτή στον διάλογο με την Κίνα.
«Αυτό που είναι ζωτικής σημασίας για τη λογοδοσία και τη διαφάνεια είναι να μην εγκαταλείπεται ποτέ ο διάλογος, ανεξαρτήτως διαφορών ή συγκρουόμενων θέσεων», δήλωσε.
«Η Ιαπωνία επιδιώκει τον διάλογο, όσο κι αν οι θέσεις μας διαφέρουν από εκείνες της Κίνας», πρόσθεσε.