Η συζήτηση για τον ρόλο της Καθολικής Εκκλησίας απέναντι στις σύγχρονες πολεμικές συγκρούσεις αποκτά νέα διάσταση, καθώς το Βατικανό εξαπέλυσε ευθεία επίθεση κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατηγορώντας την ότι εφαρμόζει το διεθνές δίκαιο με επιλεκτικά κριτήρια, ανάλογα με τα γεωπολιτικά της συμφέροντα, σημειώνει το Politico.
Κατά την έναρξη της κεκλεισμένων των θυρών συνόδου των καρδιναλίων που συγκάλεσε ο Πάπας Λέων ΙΔ΄, ο επικεφαλής του Δικαστηρίου για το Δόγμα της Πίστης, καρδινάλιος Βίκτορ Μανουέλ Φερνάντες, υποστήριξε ότι οι κυβερνήσεις τείνουν πλέον να ερμηνεύουν τις αρχές του διεθνούς δικαίου και της ηθικής ανάλογα με τις πολιτικές τους επιδιώξεις.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, όταν μία χώρα θεωρείται αντίπαλος, καταδικάζεται, χαρακτηρίζεται αντιδημοκρατική και υφίσταται οικονομικές κυρώσεις. Αντίθετα, όταν πρόκειται για σύμμαχο, συχνά παραβλέπονται ζητήματα όπως οι παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η έλλειψη ελευθερίας της έκφρασης ή τα δημοκρατικά ελλείμματα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σημειώνοντας ότι επιβάλλει κυρώσεις σε ορισμένες χώρες και ταυτόχρονα παρέχει οικονομική και στρατιωτική βοήθεια σε άλλες, χωρίς να επιδεικνύει την ίδια στάση απέναντι σε διαφορετικές, ακόμη σοβαρότερες –όπως υποστήριξε– στρατιωτικές εισβολές που προκαλούν εκτεταμένες ανθρωπιστικές καταστροφές. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι αντιφάσεις αυτές δημιουργούν την εντύπωση ότι οι αποφάσεις υπαγορεύονται κυρίως από πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα και όχι από ένα σταθερό σύστημα αξιών.
Στο επίκεντρο των εργασιών της συνόδου βρίσκεται η προσπάθεια του Πάπα Λέοντα ΙΔ΄ να επανεξετάσει τη διαχρονική καθολική θεωρία του «δίκαιου πολέμου». Ο Ποντίφικας έχει εκφράσει επανειλημμένα την άποψη ότι η συγκεκριμένη διδασκαλία χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές ως εργαλείο νομιμοποίησης στρατιωτικών επεμβάσεων αντί να λειτουργεί ως μηχανισμός αποτροπής τους.
Η θέση αυτή έχει ήδη προκαλέσει τριβές με την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών και ειδικότερα με τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος υπερασπίζεται μια ευρύτερη ερμηνεία του δικαιώματος της νόμιμης άμυνας. Η διαφωνία κορυφώθηκε μετά τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις κατά του Ιράν, όταν ο Πάπας αμφισβήτησε κατά πόσο αυτές μπορούσαν να ενταχθούν στα κριτήρια ενός «δίκαιου πολέμου».
Ο καρδινάλιος Φερνάντες προειδοποίησε ακόμη ότι η έννοια της νόμιμης άμυνας έχει διευρυνθεί υπερβολικά από πολλές κυβερνήσεις, επιτρέποντας την επίκλησή της ακόμη και για προληπτικές στρατιωτικές επιχειρήσεις. Αναφέρθηκε τόσο στη Ρωσία όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες, υποστηρίζοντας ότι η επίκληση της αυτοάμυνας χρησιμοποιείται ολοένα και συχνότερα για να δικαιολογήσει πολεμικές επεμβάσεις, από την Ουκρανία έως τη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με τη σύνοψη των εργασιών που δημοσιοποίησε το Βατικανό, σημαντικός αριθμός καρδιναλίων συμφώνησε ότι η Εκκλησία πρέπει να προχωρήσει πέρα από την παραδοσιακή θεωρία του «δίκαιου πολέμου».
Από την πλευρά του, ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ διαβεβαίωσε ότι η συζήτηση θα συνεχιστεί με τη δέουσα θεολογική και ποιμαντική σοβαρότητα, εξετάζοντας εκ νέου το δόγμα της νόμιμης άμυνας υπό το πρίσμα της ριζικά μεταβαλλόμενης φύσης των σύγχρονων πολεμικών συγκρούσεων.