Πάνω από 2 δισ. ευρώ από την αξία της ευρωπαϊκής παραγωγής σιτηρών «εξαφάνισε» ο καύσωνας του Ιουνίου, με τη Γαλλία και την Ουγγαρία να υφίστανται τις μεγαλύτερες απώλειες, καθώς οι υψηλές θερμοκρασίες έπληξαν τις καλλιέργειες σε μια κρίσιμη φάση της ανάπτυξής τους.
Σύμφωνα με νέα ανάλυση, σχεδόν 9 εκατ. τόνοι αφαιρέθηκαν από τις εκτιμήσεις για την παραγωγή σιτηρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο μέσα στις τέσσερις εβδομάδες που ακολούθησαν το κύμα καύσωνα. Η Energy and Climate Intelligence Unit (ECIU) υπολογίζει την αξία της χαμένης παραγωγής σε περίπου 2,1 δισ. ευρώ, με βάση τις τιμές παραγωγού για σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι και άλλα σιτηρά, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 5% της αξίας της παραγωγής του 2025.
Οπως μετέδωσαν οι Financial Times, οι υψηλές θερμοκρασίες έπληξαν το σιτάρι κατά την κρίσιμη περίοδο γεμίσματος των κόκκων στην κεντρική και νότια Γαλλία, τη νότια Γερμανία, την Αυστρία, την Πολωνία και την Ουγγαρία. Το ανοιξιάτικο κριθάρι επηρεάστηκε περισσότερο από το χειμερινό, το οποίο είχε σε μεγάλο βαθμό αναπτυχθεί πριν από την άνοδο της θερμοκρασίας.
Ο Ιούνιος ήταν ο θερμότερος που έχει καταγραφεί ποτέ στη δυτική Ευρώπη, με τη θερμοκρασία να κινείται περίπου 3 βαθμούς Κελσίου πάνω από τον μέσο όρο της περιόδου 1991-2020. Στη Γαλλία ο υδράργυρος ξεπέρασε τους 43 βαθμούς, ενώ στην Ουγγαρία τους 40 βαθμούς Κελσίου.
«Εδώ και 10 χρόνια εργάζομαι στο αγρόκτημά μου για να το κάνω πιο ανθεκτικό, μέσω καλλιεργειών κάλυψης, αμειψισποράς και ειδών προσαρμοσμένων σε θερμότερες και ξηρότερες συνθήκες», δήλωσε ο Benoît Merlo, παραγωγός σιτηρών και εκτροφέας βοοειδών σε βιολογική φάρμα 300 εκταρίων στην ανατολική Γαλλία. Όπως ανέφερε, με τις θερμοκρασίες να ξεπερνούν τους 38 βαθμούς για εβδομάδες, οι απώλειες απόδοσης αναμένεται να φτάσουν τουλάχιστον το 50% και σε ορισμένες καλλιέργειες, όπως η σόγια, ακόμη και το 70%.
Μεγάλο πλήγμα στο καλαμπόκι
Περίπου το ήμισυ της μείωσης των προβλέψεων για την ευρωπαϊκή παραγωγή σιτηρών αφορά το καλαμπόκι, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως ως ζωοτροφή και επλήγη κατά την περίοδο της επικονίασης στη Γαλλία και την Ουγγαρία.
Η ευρωπαϊκή ένωση εμπόρων σιτηρών Coceral υποβάθμισε την πρόβλεψή της για την παραγωγή καλαμποκιού στην ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο από 57,2 εκατ. τόνους σε 52,7 εκατ. τόνους.
Σε χρόνια χαμηλής παραγωγής, η ΕΕ μετατρέπεται σε καθαρό εισαγωγέα καλαμποκιού, γεγονός που σημαίνει ότι το έλλειμμα ενδέχεται να αυξήσει τη ζήτηση για φορτία από χώρες όπως η Ουκρανία και η Βραζιλία.
Παράλληλα, η μειωμένη γαλλική παραγωγή ενδέχεται να περιορίσει τις διαθέσιμες ποσότητες σιταριού για εξαγωγές προς αγοραστές στη βόρεια και δυτική Αφρική, ενώ η αύξηση του κόστους των ζωοτροφών αναμένεται να περάσει τους επόμενους μήνες στους παραγωγούς κτηνοτροφικών προϊόντων.
Η Γαλλία αντιπροσωπεύει σχεδόν το ήμισυ της ζημιάς στην ευρωπαϊκή παραγωγή. Η πρόβλεψη για τη σοδειά της μειώθηκε κατά 4,1 εκατ. τόνους, με την αξία της απώλειας να υπολογίζεται σε περίπου 891 εκατ. ευρώ στις τρέχουσες τιμές.
Το μεγαλύτερο μέρος της υποβάθμισης αφορά το καλαμπόκι, για το οποίο η εκτίμηση μειώθηκε κατά 3,35 εκατ. τόνους, στα 9,4 εκατ. τόνους, επίπεδο χαμηλότερο ακόμη και από την παραγωγή του 2022, όταν η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με σοβαρή ξηρασία.
Η Ουγγαρία υπέστη το δεύτερο μεγαλύτερο πλήγμα, με την πρόβλεψη για την παραγωγή σιτηρών να μειώνεται κατά 2,4 εκατ. τόνους, αξίας περίπου 444 εκατ. ευρώ. Η Ισπανία έχασε επιπλέον 1,4 εκατ. τόνους, αξίας 276 εκατ. ευρώ, ενώ η πρόβλεψη για τη γερμανική παραγωγή μειώθηκε περίπου κατά την ίδια ποσότητα, που αντιστοιχεί σε απώλεια παραγωγής περίπου 233 εκατ. ευρώ.
Για τους Ούγγρους αγρότες η κατάσταση ενδέχεται να είναι ακόμη δυσκολότερη, καθώς οι τιμές παραγωγού υποχώρησαν ενόψει της συγκομιδής, υπό την πίεση φθηνότερων σιτηρών από την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας. Αυτό σημαίνει ότι οι παραγωγοί αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα απώλειες στην ποσότητα και χαμηλότερες τιμές, χωρίς το αντιστάθμισμα υψηλότερων τιμών που ενδέχεται να απολαύσουν ορισμένοι Γάλλοι αγρότες.
«Αυτό θα χτυπήσει τους αγρότες στην τσέπη, μειώνοντας το εισόδημά τους και υπονομεύοντας ταυτόχρονα την ευρωπαϊκή επισιτιστική ασφάλεια», δήλωσε ο Tom Lancaster, αναλυτής της ECIU για τη γη, τα τρόφιμα και τη γεωργία.
Η συνολική εικόνα, πάντως, είναι ελαφρώς καλύτερη από την αρχική εκτίμηση, καθώς οι αναθεωρήσεις προς τα πάνω για τις σοδειές σε Βουλγαρία, Ρουμανία, Ιταλία και Φινλανδία περιόρισαν την καθαρή μείωση της αναμενόμενης αξίας της ευρωπαϊκής παραγωγής στα περίπου 1,79 δισ. ευρώ. Η μικτή αξία των χαμένων καλλιεργειών εκτιμάται μεταξύ 2 και 2,3 δισ. ευρώ, ανάλογα με τις παραδοχές για τις τιμές.
Οι απώλειες καταγράφονται την ώρα που οι κυβερνήσεις της ΕΕ διαπραγματεύονται το μέλλον της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ). Ο Théo Paquet, ανώτερος αξιωματούχος πολιτικής του European Environmental Bureau, υποστήριξε ότι οι επιδοτήσεις θα πρέπει να κατευθυνθούν περισσότερο στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας απέναντι στην κλιματική αλλαγή, αντί να στηρίζουν πρακτικές που, όπως ανέφερε, συμβάλλουν στην επιδείνωση των ίδιων των κρίσεων.
Τα «χτυπήματα» στα λιμάνια Ουκρανίας και Ρωσίας
Και ενώ τα ουκρανικά και ρωσικά σιτηρά θα μπορούσαν ενδεχομένως να καλύψουν μέρος της χαμένης παραγωγής σιτηρών, τα συνεχή χτυπήματα εκατέρωθεν ακυρώνουν στην πράξη αυτή την προοπτική.
Επισημαίνεται ότι η Ρωσία είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας σιταριού διεθνώς και μαζί με την Ουκρανία καλύπτουν σχεδόν το 30% της παγκόσμιας αγοράς εξαγωγών.
Οι ουκρανικές επιθέσεις έχουν περιορίσει τη ναυσιπλοΐα στην Αζοφική Θάλασσα, από όπου περνά περίπου το ένα τέταρτο των ρωσικών εξαγωγών σιτηρών.
Κι από την άλλη πλευρά, οι ρωσικές επιθέσεις στα λιμάνια της Οδησσού έχουν αφαιρέσει περίπου το ένα τρίτο της δυνατότητας εξαγωγής ουκρανικών σιτηρών μέσω Μαύρης Θάλασσας.
Ο κλιματικός εφιάλτης σε συνδυασμό με τις διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες έχουν στείλει την τιμή του σιταριού στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών ετών, στα 678–694 δολάρια ανά συμβόλαιο (ΣΜΕ) ή γύρω στα 237 ευρώ ανά τόνο για το σκληρό σιτάρι.