Οι μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου πρέπει να αναλάβουν «επείγουσα» δράση για να εξυγιάνουν τα δημόσια οικονομικά τους, προειδοποίησε το ΔΝΤ, δημοσιεύοντας προβλέψεις που δείχνουν ότι οι κορυφαίες οικονομίες οδεύουν φέτος προς τα μεγαλύτερα δημοσιονομικά ελλείμματά τους από την κατάρρευση που προκάλεσε η Covid-19.
Στην έκθεσή του World Economic Outlook, το ΔΝΤ προέβλεψε ότι ο καθαρός δανεισμός των ανεπτυγμένων οικονομιών θα φθάσει φέτος στο 5,2% του ΑΕΠ, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2021, όταν ο κόσμος βρισκόταν υπό το καθεστώς των περιορισμών στις μετακινήσεις λόγω της πανδημίας.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΔΝΤ, οι οποίες καλύπτουν ευρύτερο φάσμα δανεισμού από ό,τι ορισμένοι εθνικοί δείκτες, τα ελλείμματα στην Κίνα και τις ΗΠΑ θα φθάσουν ή θα ξεπεράσουν το 8% του ΑΕΠ το 2026.
Οι προβλέψεις συνιστούν επιδείνωση σε σχέση με την έκθεση του ΔΝΤ τον Απρίλιο και έρχονται έπειτα από μήνες αναταραχής στις παγκόσμιες αγορές χρέους. Οι αποδόσεις έχουν αυξηθεί, καθώς οι αγορές καλούνται να αντιμετωπίσουν τις ανησυχίες για τη διόγκωση του δημόσιου χρέους, τον πληθωρισμό και την επιθετική χρηματοδότηση της τεχνητής νοημοσύνης.
«Η παγκόσμια οικονομία έχει επιδείξει ανθεκτικότητα, αλλά αυτή η ανθεκτικότητα πλησιάζει στα όριά της», δήλωσε η επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, Σιλβάνα Τενρέιρο, σε συνέντευξη Τύπου.
Η έκθεση διαπιστώνει ότι, ενώ η παγκόσμια οικονομία έχει αντεπεξέλθει στο πετρελαϊκό σοκ, εν μέρει χάρη στην επενδυτική άνθηση που τροφοδοτείται από την τεχνητή νοημοσύνη, οι κίνδυνοι για το κρατικό χρέος αυξάνονται, καθώς το παγκόσμιο δημόσιο χρέος οδεύει προς το 100% του ΑΕΠ αργότερα μέσα στην τρέχουσα δεκαετία.
«Η ανανεωμένη έμφαση στην αποκατάσταση των δημοσιονομικών περιθωρίων είναι επείγουσα, δεδομένων του υψηλού χρέους, του αυξημένου κόστους δανεισμού, των πολλαπλασιαζόμενων απαιτήσεων από τους δημόσιους προϋπολογισμούς και της εντεινόμενης αβεβαιότητας», ανέφερε το ΔΝΤ.
Το κόστος δανεισμού των κυβερνήσεων έχει εκτοξευθεί σε υψηλά πολλών δεκαετιών, καθώς οι φουσκωμένες τιμές ενέργειας και η οικονομική ανάπτυξη έχουν οδηγήσει τις κεντρικές τράπεζες να εγκαταλείψουν τα σχέδια για μείωση των επιτοκίων. Μεταξύ των κεντρικών τραπεζών που έχουν αυξήσει τα επιτόκια φέτος συγκαταλέγονται εκείνες των ΗΠΑ, της Ευρωζώνης και της Ιαπωνίας.
«Καθώς το κόστος μακροπρόθεσμου κρατικού δανεισμού αυξάνεται στις μεγάλες ανεπτυγμένες οικονομίες, το υψηλό δημόσιο χρέος και οι μεγάλες ανάγκες αναχρηματοδότησης καθιστούν τα κράτη ολοένα πιο εκτεθειμένα σε τέτοιες απότομες μεταβολές των χρηματοπιστωτικών συνθηκών», προειδοποίησε το ΔΝΤ.
Οι πιέσεις στις αγορές εντάθηκαν τον Σεπτέμβριο, επιβαρύνοντας τους προϋπολογισμούς, καθώς αύξησαν το κόστος εξυπηρέτησης των τόκων.
Στις ΗΠΑ, ο καθαρός δανεισμός της γενικής κυβέρνησης αναμένεται να φθάσει φέτος στο 8,5% του ΑΕΠ, σύμφωνα με την πρόβλεψη του ΔΝΤ, από 7,1% το 2025 και έναντι 5,8% την παραμονή της πανδημίας. Ο δείκτης του ΔΝΤ, ο οποίος περιλαμβάνει τον δανεισμό των πολιτειακών και τοπικών κυβερνήσεων των ΗΠΑ, πέραν των δαπανών της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, είναι σημαντικά υψηλότερος από άλλες εκτιμήσεις.
Το ανεξάρτητο δημοσιονομικό εποπτικό όργανο του αμερικανικού Κογκρέσου, το Congressional Budget Office, προέβλεψε τον Φεβρουάριο ότι το ομοσπονδιακό έλλειμμα θα ανέλθει φέτος στο 5,8% του ΑΕΠ. Το think tank Committee for a Responsible Federal Budget εκτίμησε ότι θα διαμορφωθεί στο 6,2%, σημειώνουν οι FΤ.
Το ΔΝΤ πρόσθεσε ότι, καθώς το δημοσιονομικό κόστος αυξάνεται και οι εκλογικές πιέσεις εντείνονται σε πολλές χώρες, «οι κεντρικές τράπεζες ενδέχεται να βρεθούν και πάλι αντιμέτωπες με πιέσεις να διευκολύνουν τον αυξημένο δημόσιο δανεισμό ή να ανεχθούν πληθωρισμό υψηλότερο από τον στόχο».
Η ανάπτυξη θα παραμείνει σχετικά ανθεκτική φέτος, ανέφερε το ΔΝΤ, το οποίο αναθεώρησε οριακά προς τα πάνω, κατά 0,1 ποσοστιαία μονάδα, την πρόβλεψή του για την αύξηση του παγκόσμιου ΑΕΠ, στο 3,1%. Η παγκόσμια οικονομία θα αναπτυσσόταν κατά 3,4% το 2027, προέβλεψε.
Μέρος της εξήγησης είναι η άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης. «Ωστόσο, η δυναμική της τεχνητής νοημοσύνης είναι απίθανο να ενισχύσει όλες τις οικονομίες στον ίδιο βαθμό», προειδοποίησε το ΔΝΤ.
Παρότι η συνολική ανάπτυξη εμφανιζόταν σταθερή, συγκεντρωνόταν ολοένα και περισσότερο σε μικρότερο αριθμό οικονομιών, ανέφερε το ΔΝΤ. Τον Απρίλιο, 54 οικονομίες αντιπροσώπευαν το 95% της παγκόσμιας ανάπτυξης. Έκτοτε, ο αριθμός αυτός έχει μειωθεί μόλις στις 32, καθώς πολλαπλασιάζονται οι προς τα κάτω αναθεωρήσεις των προβλέψεων για την ανάπτυξη.
«Η παγκόσμια οικονομία δεν επιβραδύνεται ή επιταχύνεται απλώς· αντίθετα, η ανάπτυξη ανακατανέμεται μεταξύ των χωρών ανάλογα με την έκθεσή τους στο σοκ προσφοράς που προκάλεσε ο πόλεμος και στην ισχυρή ζήτηση που συνδέεται με την τεχνητή νοημοσύνη», αναφέρει η έκθεση.
Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να αποτελούν την κινητήρια δύναμη της παγκόσμιας οικονομίας, με την ανάπτυξη να προβλέπεται ότι θα παραμείνει σταθερή στο 2,3% φέτος και το επόμενο έτος. Η πρόβλεψη για τη Γερμανία αναθεωρήθηκε σημαντικά προς τα πάνω, κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες, εν μέσω αυξανόμενων επενδύσεων στις υποδομές και την άμυνα, με την ανάπτυξη να εκτιμάται πλέον στο 1,3% φέτος και στο 1,1% το 2027.
Η ανάπτυξη του ΑΕΠ της Κίνας αναμένεται να επιβραδυνθεί στο 4,5% φέτος, από 5% προηγουμένως, και στη συνέχεια να υποχωρήσει περαιτέρω στο 4% το 2027. Αντίθετα, η Ινδία ξεχωρίζει ως φωτεινό σημείο, με ανάπτυξη 7% φέτος και το επόμενο έτος.
Η έκθεση του ΔΝΤ Global Financial Stability Report, που δημοσιεύθηκε επίσης σήμερα, ανέδειξε τον κίνδυνο επιδείνωσης των δημοσιονομικών ισοζυγίων, επισημαίνοντας ότι ο συνδυασμός παρατεταμένων πολέμων, κυβερνοεπιθέσεων και ακραίων καιρικών φαινομένων επιδεινώνει το παγκόσμιο ενεργειακό σοκ.
Η έκθεση εστίασε σε τρεις κινδύνους, μεταξύ των οποίων μια διόρθωση στις τιμές των περιουσιακών στοιχείων που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη και οι αυξανόμενες συστημικές απειλές από κυβερνοεπιθέσεις, οι οποίοι θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια απότομη σύσφιγξη των χρηματοπιστωτικών συνθηκών και αναταραχή στις αγορές.
«Η αναζωπύρωση του πληθωρισμού ή οι δημοσιονομικές ανησυχίες θα μπορούσαν να προκαλέσουν απότομη άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων και να πυροδοτήσουν ευρύτερη αναταραχή στις αγορές, δεδομένης της θεμελιώδους σημασίας των κρατικών ομολόγων», ανέφερε η έκθεση.