Εσπασαν το φράγμα του $1 τρισ. οι πληρωμές των ΗΠΑ για τόκους

Η αύξηση των επιτοκίων και του χρέους εντείνει τους φόβους για έναν αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο δανεισμού. Το μέσο επιτόκιο διαμορφώθηκε στο 3,52% στα τέλη Σεπτεμβρίου, υπερδιπλάσιο από το 1,47% πέντε χρόνια νωρίτερα.

Εσπασαν το φράγμα του $1 τρισ. οι πληρωμές των ΗΠΑ για τόκους

Το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους των ΗΠΑ έφτασε σε ιστορικό υψηλό για το δημοσιονομικό έτος 2026, απορροφώντας ολοένα μεγαλύτερο μερίδιο των ομοσπονδιακών εσόδων και εντείνοντας τον κίνδυνο ενός αυτοτροφοδοτούμενου κύκλου δανεισμού, ο οποίος θα μπορούσε να καταστήσει τη χώρα πιο ευάλωτη σε οικονομικούς κλυδωνισμούς.

Κατά το έτος που έληξε τον Σεπτέμβριο, οι καθαρές δαπάνες για τόκους ανήλθαν σε 1,05 τρισ. δολάρια, αυξημένες κατά περισσότερο από 8% σε σύγκριση με τα 970 δισ. δολάρια του δημοσιονομικού έτους 2025, σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών που δημοσιοποιήθηκαν την Παρασκευή.

Το Peter G. Peterson Foundation, ένας ερευνητικός οργανισμός, εκτιμά ότι οι δαπάνες αυτές αντιστοιχούν στο 3,2% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, υπερβαίνοντας το προηγούμενο ιστορικό υψηλό, το οποίο είχε καταγραφεί το 1991. Τα στοιχεία για το ΑΕΠ του τελευταίου τριμήνου αναμένεται να δημοσιευθούν αργότερα μέσα στον μήνα.

Η αύξηση αντανακλά τόσο το γεγονός ότι υπάρχει πλέον πολύ μεγαλύτερο χρέος επί του οποίου καταβάλλονται τόκοι —ένας βασικός δείκτης υπερβαίνει τα 32 τρισ. δολάρια, περίπου 10 τρισ. δολάρια περισσότερα από ό,τι μόλις πριν από πέντε χρόνια— όσο και τα σημαντικά υψηλότερα επιτόκια. Το μέσο επιτόκιο που κατέβαλε η κυβέρνηση για τα εμπορεύσιμα αμερικανικά κρατικά ομόλογα διαμορφώθηκε στο 3,52% στα τέλη Σεπτεμβρίου, υπερδιπλάσιο από το 1,47% που ίσχυε πέντε χρόνια νωρίτερα.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι οι τρέχουσες αποδόσεις βρίσκονται σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα, με τον σχετικό δείκτη των αμερικανικών κρατικών ομολόγων της Bloomberg να κινείται πλέον γύρω στο 5%.

Η άνοδος των επιτοκίων έχει οδηγήσει τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ στη λήψη έκτακτων μέτρων για να περιορίσει την άνοδο, αν και οι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η χώρα απέχει ακόμη αρκετά από μια κρίση. Η ζήτηση στις δημοπρασίες κρατικού χρέους παραμένει ισχυρή και το υψηλότερο κόστος δανεισμού δεν εμποδίζει τη ροή πιστώσεων.

«Δεν φαίνεται να πρόκειται για κρίση — είναι περισσότερο μια σταδιακή αποδυνάμωση» της δημοσιονομικής ικανότητας, δήλωσε η Λουίζ Σάινερ, ανώτερη ερευνήτρια στο Brookings Institution και πρώην οικονομολόγος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed).

Το άγνωστο, πρόσθεσε, είναι το σημείο στο οποίο «ορισμένοι δανειστές θα αποφασίσουν να σταματήσουν να μας δανείζουν — και, αν συμβεί αυτό, θα μπορούσε να οδηγήσει σε δημοσιονομική κρίση», καθώς το υπουργείο Οικονομικών θα έχανε τη δυνατότητα άντλησης κεφαλαίων από τις αγορές.

Ο Γκενάντι Γκόλντμπεργκ, επικεφαλής στρατηγικής επιτοκίων ΗΠΑ στην TD Securities, δήλωσε ότι ένας παράγοντας που προς το παρόν αποτρέπει την εντονότερη ανησυχία είναι πως ο ονομαστικός ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ των ΗΠΑ —κρίσιμος για μεγέθη όπως τα εταιρικά έσοδα και οι φορολογικές εισπράξεις— είναι υψηλότερος από τις αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων. Η ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ σε ετήσια βάση κατά το δεύτερο τρίμηνο ανήλθε στο 6,3%. 

Προς το παρόν, η κατάσταση παραμένει διαχειρίσιμη

«Με κάποιον τρόπο τα καταφέρνουμε, ακόμη και με την άνοδο των επιτοκίων», δήλωσε ο διευθυντής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου, Φίλιπ Σουέιγκελ, σε εκδήλωση στη Μινεάπολη στις 8 Οκτωβρίου. Ταυτόχρονα, προειδοποίησε ότι η επιδείνωση των δημοσιονομικών δεδομένων καθιστά τη χώρα ολοένα πιο ευάλωτη.

«Κάθε φορά που σημειώνεται ένας αρνητικός κλυδωνισμός και τα επιτόκια αυξάνονται για οποιονδήποτε λόγο», μπορεί να προκύψει ένα «φαινόμενο υπερτροφοδότησης».

Σε ένα τέτοιο σενάριο, ο κλυδωνισμός από την άνοδο των επιτοκίων «μεταφέρεται στο έλλειμμα, αυξάνει το χρέος και στη συνέχεια επιστρέφει στην οικονομία μέσω των επιτοκίων», δήλωσε ο Σουέιγκελ. Τον Φεβρουάριο, ο οργανισμός του είχε προβλέψει ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα φτάσει σε επίπεδο-ρεκόρ, ξεπερνώντας το 106% το 2030.

Ο πρώην αξιωματούχος του υπουργείου Οικονομικών ανέφερε επίσης ότι, παρότι επαναλαμβάνει εδώ και πολύ καιρό τις προειδοποιήσεις του για τα δημόσια οικονομικά, τα τελευταία δύο χρόνια οι συμμετέχοντες στις αγορές έχουν δείξει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το ζήτημα.

Οι δαπάνες για τόκους αποτελούν πλέον μία από τις τρεις μεγαλύτερες κατηγορίες ομοσπονδιακών δαπανών, έχοντας υπερδιπλασιαστεί από το 2022. Μόνο η Κοινωνική Ασφάλιση και το Medicare, τα τεράστια ομοσπονδιακά προγράμματα για τους ηλικιωμένους Αμερικανούς, υπερβαίνουν το σχετικό κόστος.

Οι δαπάνες αυτών των προγραμμάτων αυξάνονται κάθε χρόνο, καθώς ο αριθμός των δικαιούχων μεγαλώνει κατά εκατομμύρια. Το υπουργείο Άμυνας και το Medicaid συμπληρώνουν την πρώτη πεντάδα.

Την τελευταία φορά που οι δαπάνες για τόκους ως ποσοστό του χρέους βρίσκονταν κοντά στα σημερινά επίπεδα, η αμερικανική πολιτική ηγεσία προετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει την πρόκληση. Ο πρόεδρος Τζορτζ Χ. Γ. Μπους υπαναχώρησε από τη δέσμευσή του να μην επιβάλει νέους φόρους, υπογράφοντας ένα πακέτο φορολογικών αυξήσεων το 1990, λίγο πριν ο σχετικός δείκτης των δαπανών για τόκους κορυφωθεί. Ο διάδοχός του, Μπιλ Κλίντον, προχώρησε σε περαιτέρω αυξήσεις φόρων το 1993.

 

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο