Σύμφωνα με το κυβερνητικό προσχέδιο του προϋπολογισμού, το δημοσιονομικό έλλειμμα αναμένεται να υποχωρήσει από 5,4% του ΑΕΠ το 2026 σε 5% το 2027. Το δημόσιο χρέος, ωστόσο, προβλέπεται να αυξηθεί από 119,3% σε 121,7% του ΑΕΠ, επίπεδο υπερδιπλάσιο σε σχέση με το 2000.
Η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει ότι η προγραμματισμένη δημοσιονομική προσαρμογή δεν επαρκεί για τη σταθεροποίηση του χρέους. Η απουσία σταθερής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, ο κατακερματισμός των πολιτικών δυνάμεων και οι κοινωνικές αντιδράσεις στα περιοριστικά μέτρα ενισχύουν τον κίνδυνο συμβιβασμών που θα αποδυναμώσουν την προσπάθεια εξυγίανσης. Παράλληλα, το αποτέλεσμα των εκλογών ενδέχεται να οδηγήσει σε αναθεώρηση των δημοσιονομικών προτεραιοτήτων.
Το βάρος των δημόσιων δαπανών
Οι δημοσιονομικές δυσκολίες της Γαλλίας δεν οφείλονται μόνο στην επιβράδυνση της οικονομίας, αλλά συνδέονται με βαθύτερες διαρθρωτικές αδυναμίες. Το 2025 οι δημόσιες δαπάνες ανήλθαν στο 57,2% του ΑΕΠ, έναντι 48,7% στην Ευρωζώνη, ενώ τα φορολογικά έσοδα έφτασαν το 45,2% του ΑΕΠ, από 40,6% κατά μέσο όρο στην Ευρωζώνη.
Η υψηλή φορολογική επιβάρυνση περιορίζει τα περιθώρια για νέες αυξήσεις φόρων, την ώρα που η έκταση του κοινωνικού κράτους και οι συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις δυσχεραίνουν τη συγκράτηση των δαπανών.
Ενδεικτικά, οι δαπάνες για κοινωνική προστασία και υγεία αντιστοιχούσαν συνολικά στο 32,6% του ΑΕΠ το 2024 και στο 57,1% των δημόσιων δαπανών. Στην Ευρωζώνη τα αντίστοιχα ποσοστά διαμορφώνονταν σε 27,4% και 55,8%.
Την ίδια στιγμή, η οικονομική ανάπτυξη επιβραδύνθηκε από 1,5% το 2024 σε 0,8% το 2025, ενώ για το 2026 προβλέπεται να περιοριστεί στο 0,5%. Η ασθενής εγχώρια ζήτηση, η υποτονική επενδυτική δραστηριότητα, οι υψηλότερες τιμές ενέργειας και οι περιοριστικές χρηματοδοτικές συνθήκες επιβαρύνουν τα φορολογικά έσοδα, ενώ η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων αυξάνει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.
Το συνταξιοδοτικό στο επίκεντρο
Κεντρικό ζήτημα για τη μακροχρόνια βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών αποτελεί το συνταξιοδοτικό σύστημα, το οποίο στηρίζεται κυρίως στη διανεμητική χρηματοδότηση και παραμένει κατακερματισμένο σε διαφορετικά καθεστώτα ασφάλισης.
Οι δημογραφικές εξελίξεις αναμένεται να εντείνουν τις πιέσεις. Ο αριθμός των ασφαλισμένων ανά συνταξιούχο προβλέπεται να μειωθεί από 1,8 το 2025 σε περίπου 1,3 το 2070. Σύμφωνα με το γαλλικό Συμβούλιο Συντάξεων (COR), οι συνταξιοδοτικές δαπάνες εκτιμάται ότι θα αυξηθούν από 14,1% του ΑΕΠ το 2025 σε 15,3% το 2070, ενώ το χρηματοδοτικό έλλειμμα του συστήματος αναμένεται να διευρυνθεί από 0,2% σε 2,4% του ΑΕΠ.
Η πολιτική δυσκολία αντιμετώπισης του προβλήματος αποτυπώθηκε στην αναστολή έως το 2028 της σταδιακής αύξησης του νόμιμου ορίου συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 έτη. Η εξέλιξη αναδεικνύει το κόστος που συνεπάγεται η εφαρμογή μεταρρυθμίσεων με σημαντικό δημοσιονομικό όφελος, αλλά και ισχυρές κοινωνικές αντιδράσεις.
Το παράδειγμα της Ελλάδας
Η ελληνική εμπειρία προσφέρει ένα ενδιαφέρον σημείο σύγκρισης. Παρά τις δυσμενέστερες δημογραφικές προοπτικές, οι μεταρρυθμίσεις της περιόδου της κρίσης χρέους, όπως η αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, ο περιορισμός των πρόωρων συντάξεων και η στενότερη σύνδεση εισφορών και παροχών, συνέβαλαν στη συγκράτηση της μελλοντικής δημοσιονομικής επιβάρυνσης.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι συνταξιοδοτικές δαπάνες στην Ελλάδα προβλέπεται να μειωθούν από 13,4% του ΑΕΠ το 2024 σε 12% το 2070. Για τη Γαλλία, αντίθετα, οι προβολές του COR δείχνουν αυξητική τάση.
Οι εκτιμήσεις βασίζονται σε διαφορετικές μελέτες και δεν είναι απολύτως συγκρίσιμες. Ωστόσο, αναδεικνύουν τη σημασία των διαρθρωτικών παρεμβάσεων για τη μακροχρόνια βιωσιμότητα των ασφαλιστικών συστημάτων.
Το αναπτυξιακό έλλειμμα και τα όρια της φορολογίας
Πρόσθετη δυσκολία για τη Γαλλία αποτελεί ο χαμηλός δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης, ο οποίος εκτιμάται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο περίπου στο 1%. Η υποτονική αύξηση της παραγωγικότητας, οι περιορισμένες ιδιωτικές επενδύσεις στην έρευνα και ανάπτυξη, τα εμπόδια στον ανταγωνισμό και τα σχετικά χαμηλά ποσοστά απασχόλησης σε συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες περιορίζουν τις δυνατότητες διεύρυνσης της οικονομίας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η παραγωγικότητα της εργασίας στη Γαλλία, αν και εξακολουθεί να υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, έχει χάσει μέρος του σχετικού πλεονεκτήματός της. Από επίπεδα άνω του 130% του μέσου όρου της ΕΕ στις αρχές της δεκαετίας του 2000, υποχώρησε στο 112,7% το 2025.
Παράλληλα, η πολυπλοκότητα της δημόσιας διοίκησης και η επικάλυψη αρμοδιοτήτων μεταξύ διαφορετικών επιπέδων διακυβέρνησης περιορίζουν την αποτελεσματικότητα μέρους των δημόσιων δαπανών. Ως εκ τούτου, η δημοσιονομική προσαρμογή δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά σε οριζόντιες περικοπές ή νέες φορολογικές επιβαρύνσεις, αλλά απαιτεί καλύτερη στόχευση των παροχών, εξορθολογισμό των δαπανών και ενίσχυση της παραγωγικότητας.
Χρέος χωρίς άμεσο κίνδυνο κρίσης, αλλά με αυξανόμενες πιέσεις
Η διαρθρωτική φύση του προβλήματος αποτυπώνεται και στο ιστορικό των δημόσιων οικονομικών. Η Γαλλία έχει να καταγράψει δημοσιονομικό πλεόνασμα από το 1974 και πρωτογενές πλεόνασμα από το 2001.
Κατά την περίοδο 2017-2025, τα πρωτογενή ελλείμματα προσέθεταν κατά μέσο όρο 3,2 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως στην αύξηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Μέρος της επιβάρυνσης αντισταθμιζόταν από την ευνοϊκή διαφορά μεταξύ του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους και της ονομαστικής οικονομικής ανάπτυξης. Η ευνοϊκή αυτή επίδραση, ωστόσο, έχει πλέον σχεδόν εξαλειφθεί.
Παρά τις πιέσεις, η Γαλλία δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο κρίσης δημόσιου χρέους αντίστοιχης με εκείνη της Ευρωζώνης τη δεκαετία του 2010. Το μέγεθος και η διαφοροποίηση της οικονομίας της, η ευρεία φορολογική βάση, η σχετικά μεγάλη μέση διάρκεια του χρέους και το ευρωπαϊκό πλαίσιο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας λειτουργούν ως αναχώματα απέναντι στον κίνδυνο αιφνίδιας κρίσης χρηματοδότησης.
Ωστόσο, η χαμηλή ανάπτυξη, τα επίμονα πρωτογενή ελλείμματα και το αυξανόμενο κόστος δανεισμού συνιστούν μεσομακροπρόθεσμη απειλή, με πιθανές επιπτώσεις και στην ευρύτερη Ευρωζώνη.
Η πρόκληση για τη Γαλλία δεν περιορίζεται, συνεπώς, στη μείωση του ελλείμματος το 2027. Αφορά την προσαρμογή ενός ιδιαίτερα δαπανηρού οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου στις δυνατότητες ανάπτυξης της χώρας, σε ένα περιβάλλον όπου οι προεδρικές εκλογές δυσχεραίνουν τη λήψη πολιτικά δύσκολων αποφάσεων.