Η παγίδα που όλοι γνώριζαν

Οι διαφορές στην δημοσιονομική και νομισματική πολιτική μπορεί να προκαλέσουν τεκτονικές αλλαγές στις μετοχές και τα ομόλογα. Όμως, κανείς δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι δεν ήξερε τι έρχεται.

Η παγίδα που όλοι γνώριζαν

Η πορεία των αμερικανικών χρηματιστηριακών αξιών σε σύγκριση με τις ευρωπαϊκές και εκείνες στις αναδυόμενες αγορές είναι αρκετά καλύτερη τους τελευταίους μήνες.

Η απόκλιση θα μπορούσε να αποδοθεί στις θετικές εκπλήξεις από το μέτωπο των κερδών που ανακοινώνουν οι αμερικανικές εταιρείες και τα προγράμματα επαναφοράς μετοχών που υλοποιούν.

Όμως, δεν είναι μόνο αυτό.

Πέρυσι τέτοια εποχή, ο κανόνας ήταν η χαμηλή μεταβλητότητα και τα μικρά spreads ωθούσαν τους διαχειριστές περιουσίας (asset allocators) στο κυνήγι της έξτρα απόδοσης σ’ ένα κόσμο χαμηλών επιτοκίων, τα λίγα «ποντάκια» όπως λέμε στην ελληνική αργκό.       

Αν δεν υιοθετούσαν ανάλογες στρατηγικές κινδύνευαν να μείνουν πίσω στις αποδόσεις σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους. Η μείωση του ρευστού στα χαρτοφυλάκια και οι τοποθετήσεις σε σχεδόν οτιδήποτε άλλο ήταν ο κανόνας.

Κι όλα αυτά παρότι ήξεραν πως εκείνη η κατάσταση ήταν απόρροια των πολιτικών ποσοτικής χαλάρωσης (QE) που εφάρμοσαν οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες του πλανήτη όπως η Fed, ΕΚΤ κ.τ.λ. και είχε ημερομηνία λήξης.

Ένα χρόνο αργότερα, τα πράγματα έχουν αλλάξει.

Η Fed εμμένει στην πολιτική της αύξησης των επιτοκίων παρέμβασης ενώ συνεχίζει να συρρικνώνει τον ισολογισμό της, πουλώντας χρεόγραφα που είχε σωρεύσει την εποχή του QE και απορροφώντας δολάρια από την αγορά.

Σε μεγάλο βαθμό, η Fed είναι αναγκασμένη να βαδίσει σ’ αυτό τον δρόμο παρά τις αντιδράσεις του προέδρου Τραμπ.

Ο τελευταίος έχει επανειλημμένα εκφρασθεί εναντίον της  πολιτικής των υψηλότερων επιτοκίων που ακολουθεί ο διορισμένος από τον ίδιο Τζερομ Πάουελ.

Κι αυτό γιατί αφενός ακυρώνει εν μέρει τα οικονομικά οφέλη από την μείωση των φόρων του Τραμπ και αφετέρου διευκολύνει την διολίσθηση του κινεζικού νομίσματος, υπονομεύοντας την πολιτική των δασμών της αμερικανικής κυβέρνησης.

Όμως, η Fed δεν έχει πολλές επιλογές.    

Πρώτον, γιατί επιθυμεί την ομαλοποίηση των επιτοκίων σε μια περίοδο οικονομικής άνθησης ώστε μια μελλοντική ύφεση της αμερικανικής οικονομίας να την βρεί με υψηλότερα επιτόκια που θα μπορούσε να μειώσει.

Δεύτερον και κυριότερο, γιατί  η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ και οι εμπορικοί δασμοί που επιβάλλει ωθούν τον αμερικανικό πληθωρισμό σε υψηλότερα επίπεδα.

Από την άλλη πλευρά, η ΕΚΤ δεν έχει προχωρήσει σε αύξηση επιτοκίων. Όμως, μειώνει τις μηνιαίες αγορές  ομολόγων στα 15 δισ. ευρώ από 30 δισ. τον Σεπτέμβριο με προοπτική τον τερματισμό τους στο τέλος του 2018.

Η ενίσχυση του δολαρίου είναι φυσική συνέπεια των ανωτέρω πολιτικών και έχει προκαλέσει, ως γνωστόν, αναστάτωση  στις αναδυόμενες αγορές κι αλλού, π.χ. μέταλλα.

Η σταδιακή εγκατάλειψη των πρότερων στρατηγικών που στόχευαν στην έξτρα απόδοση από τους θεσμικούς διαχειριστές είναι επίσης φυσιολογική.

Κι αυτό γιατί μια απότομη κίνηση στις αγορές μπορεί να διαγράψει τα κέρδη πολλών μηνών.

Σ’ αυτό το σταυροδρόμι, αρκετοί θα αναζητήσουν απαντήσεις στα λεγόμενα των επικεφαλής των μεγαλύτερων κεντρικών τραπεζών του κόσμου στην ετήσια συνάντηση στο Jacksonville του Wyoming στις ΗΠΑ.

Στο επίκεντρο θα βρεθούν οι αποκλίσεις στις πολιτικές που έχουν δώσει ώθηση στο δολάριο, προκαλώντας αναταραχή στις αναδυόμενες αγορές και στην αγορά εμπορευμάτων.    

Οποιος βγάλει τα σωστά συμπεράσματα θα κερδίσει πολλά. Όμως, κανένας δεν μπορεί να ισχυρισθεί πως δεν ήξερε για την παγίδα του QE.

Dr Money

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus