Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Χαμηλότερα πλεονάσματα; Αλλάξτε τροπάρι

Η μείωση του στόχου για τα πλεονάσματα μέχρι το 2022 ίσως αποδειχθεί ουτοπική. Όμως, η δημοσιονομική χαλάρωση μπορεί να γίνει πραγματικότητα με την αλλαγή μιας φόρμουλας.

Χαμηλότερα πλεονάσματα; Αλλάξτε τροπάρι

Ευπρόσδεκτες οι δηλώσεις της κ. Λαγκάρντ με το καπέλο της επικεφαλής του ΔΝΤ, όπως σωστά επισήμανε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κ. Πέτσας, για την ανάγκη μείωσης των ελληνικών πρωτογενών πλεονασμάτων.

Όμως, ακόμη κι αν τις διατηρήσει ως επικεφαλής της ΕΚΤ, δεν θα πρέπει να έχουμε αυταπάτες.

Η ΕΚΤ δεν αποφασίζει.

Οι χώρες-μέλη αποφασίζουν μέσω των υπουργών Οικονομικών τους, δηλ. το Eurogroup.

Εκεί είναι πολύ εύκολο να βρεθεί μια χώρα που θα κάνει τη «βρώμικη δουλειά», προβάλλοντας ένσταση για μείωση του στόχου για τα ελληνικά πλεονάσματα, ώστε να μην υπάρξει ομοφωνία.

Ετσι δεν θα χρειασθεί να έλθουν σε δύσκολη θέση οι κυβερνήσεις κάποιων χωρών, π.χ. Γερμανία, που θα πρέπει να φέρουν τη νέα συμφωνία προς ψήφιση στο κοινοβούλιό τους, αναλαμβάνοντας το πολιτικό κόστος.

Οι ιθύνοντες προηγούμενων ελληνικών κυβερνήσεων θα μπορούσαν να μιλήσουν για τις δικές τους εμπειρίες στις Βρυξέλλες, όπου ο εκπρόσωπος κάποιας ξένης χώρας είχε αναλάβει τον ρόλο του «κακού» απέναντι στην Αθήνα.

Ο «κακός» θα πλησίαζε τον Έλληνα αντιπρόσωπο στο τέλος της συνεδρίασης και θα του έλεγε πως αυτές τις εντολές είχε, δηλ. να είναι «κακός».

Αν μάλιστα ο «κακός» ερωτάτο από τον Έλληνα κατά πόσο θα εφάρμοζε η χώρα του αυτά που ο ίδιος απαιτούσε από την Αθήνα, ο «κακός» θα μπορούσε σε μια κρίση ειλικρίνειας να του απαντήσει πως δεν θα μπορούσε, όπως έχουν να λένε οι παθόντες.

Ακόμη και τώρα, αν ο πρόεδρος του ΣΟΕ κ. Μιχάλης Αργυρού θέσει ατύπως θέμα μείωσης των πλεονασμάτων στο δείπνο του τωρινού Euroworking Group, το πιθανότερο είναι πως θα αποθαρρυνθεί από τους συναδέλφους του.

Πάλι καλά δηλαδή που η Ελλάδα είναι εκτός του 3ου μνημονίου, γιατί άλλοι συνάδελφοί του «έτρωγαν ξύλο» στο παρελθόν.

Δυστυχώς, η ελληνική θέση αποδυναμώνεται ακόμη περισσότερο από την απροθυμία της ΕΕ να διαπραγματευθεί μια νέα συμφωνία για το Brexit με διαδοχικές βρετανικές κυβερνήσεις.

Όταν η ΕΕ αρνείται να διαπραγματευθεί μια νέα συμφωνία για το Brexit με το Λονδίνο, δεν είναι λογικό να αποδέχεται μια νέα συμφωνία για τα πρωτογενή πλεονάσματα με την Ελλάδα αυτή την περίοδο.

Η στήλη έχει υποστηρίξει επανειλημμένα στο παρελθόν ότι η όποια απόφαση των δανειστών για δημοσιονομική χαλάρωση θα είναι πολιτική και απλά θα πρέπει να έχει τεχνοκρατική υποστήριξη.

Όμως, δεν έχει αυταπάτες.

Κι αυτό γιατί η εντύπωση που έχει αποκομίσει από άτομα που βρίσκονται κοντά ή μέσα στα κέντρα των αποφάσεων στην ευρωζώνη θέλει τον στόχο για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022 να μην αλλάζει.

Τα ελληνικά επιχειρήματα που θέλουν το δημόσιο χρέος να παραμένει φερέγγυο παρά τον χαμηλότερο στόχο για τα πλεονάσματα λόγω μείωσης του κόστους δανεισμού από τις αγορές έχουν βάση.

Το μέσο κόστος δανεισμού από τις αγορές είναι 3,2% μέχρι στιγμής φέτος, ενώ το μέσο κόστος δανεισμού μέχρι το 2060 είναι 4,9% με βάση την ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους (DSA) των κοινοτικών.

Όμως, η διαφορά επιτοκίου υπέρ της Ελλάδας είναι ακόμη μεγαλύτερη κι από αυτή.

Και αυτό γιατί το 4,9% είναι ο μέσος όρος μέχρι το 2060 ενώ τα εκτιμώμενα επιτόκια δανεισμού της Ελλάδας στο DSA είναι ακόμη μεγαλύτερα τα πρώτα χρόνια μέχρι το 2022.

Όταν όμως λες αυτά σε κοινοτικούς που ενδόμυχα δεν θα ήθελαν να αλλάξουν τον στόχο για τα πρωτογενή πλεονάσματα στο DSA, η απάντηση που παίρνεις είναι πως οι αποδόσεις των ομολόγων πέφτουν λόγω του οικονομικού κύκλου.

Γι’ αυτό τον λόγο η ελληνική πλευρά θα πρέπει να αλλάξει τροπάρι και να επικεντρωθεί στη φόρμουλα του DSA που δίνει το ελληνικό spread, ζητώντας την αναπροσαρμογή της.

H φόρμουλα προσδιορίζει το spread, πολλαπλασιάζοντας τις 300 μονάδες βάσης με τη διαφορά του λόγου ελληνικό χρέος προς ΑΕΠ από το 60%.

Το spread που προκύπτει από την φόρμουλα είναι περίπου 360 μονάδες βάσης.

Αυτό είναι υπερδιπλάσιο σε σύγκριση με το ελληνικό spread που δίνει η αγορά έναντι του swap rate, δηλαδή του επιτοκίου της αγοράς χρήματος, π.χ. 150 μονάδες βάσης.

Ακόμη λοιπόν κι αν δεν κερδίσει τη μείωση του στόχου για τα πλεονάσματα μέχρι το 2022, η Αθήνα θα πρέπει να αναπροσαρμόσει την επιχειρηματολογία της για το κόστος δανεισμού της, για να πάρει τουλάχιστον τη δημοσιονομική χαλάρωση μέσω του συνυπολογισμού των εσόδων από τα κέρδη των ομολόγων που διακρατούσε το ευρωσύστημα.

Η έμφαση δεν θα πρέπει να δίνεται στη μείωση των αποδόσεων αλλά στη φόρμουλα υπολογισμού του ελληνικού spread που χρησιμοποιείται στην ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους (DSA).

Μ’ αυτό τον τρόπο, θα είναι αφενός πιο πειστική, γιατί το spread ενσωματώνει τον πιστωτικό κίνδυνο και αφετέρου, γιατί η διαφορά στα νούμερα που δίνουν η φόρμουλα και η αγορά είναι χαοτική.

Αυτό είναι το τροπάρι που θα πρέπει να αλλάξει. Εμφαση στη φόρμουλα και στα spreads, όχι απλά στις αποδόσεις.

Dr. Money


Dr Money

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v