Αν ρίξει κάποιος μια ματιά στη σύγχρονη ελληνική οικονομική ιστορία θα διαπιστώσει ότι χαρακτηρίζεται από εναλλασσόμενες περιόδους οικονομικής ανάπτυξης και στασιμότητας. Η ελληνική οικονομία βίωσε μια άνευ προηγουμένου οικονομική κρίση την περίοδο 2008-2016 αλλά ανέκαμψε, ξεκινώντας αργά από το 2017 και επιταχύνοντας για να φθάσουμε με σταθερό τέμπο στο 2026.Αν κάποιος πήγαινε πίσω στο χρόνο στο 2015 και έλεγε ότι η Ελλάδα αλλά κι άλλες χώρες του Νότου θα τα πήγαιναν καλύτερα σε σχέση με χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά, όπως η Γερμανία, την περίοδο 2017-2026, δυο τινά θα μπορούσαν να συμβούν. Είτε θα τον αγνοούσαν είτε θα αμφισβητούσαν τα λεγόμενά του. Κι όμως, αυτό ακριβώς συνέβη με αποτέλεσμα το χάσμα Βορρά-Νότου να περιορισθεί.
Δεν είναι τυχαίο ότι η οικονομία της Γερμανίας εμφανίζει στασιμότητα τα τελευταία χρόνια αλλά τα ΑΕΠ της Ελλάδας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας είναι υψηλότερα κατά 10% και πλέον σε σχέση με εκείνο πριν από το Covid. Φυσικά, το ελληνικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) συνεχίζει να υστερεί. Το κατά κεφαλή εισόδημα βρέθηκε στο 63% του μέσου όρου της ΕΕ το 2024 έναντι 93% το 2004 ενώ το πραγματικό ΑΕΠ είναι 10% και πλέον χαμηλότερα από το 2007 που ήταν η καλύτερη χρονιά.
Επιπλέον, η επιτοκιακή διαφορά στη 10ετία (yield spread) μεταξύ Ελλάδας και των υπόλοιπων χωρών του Νότου έναντι της Γερμανίας, της Γαλλίας κ.τ.λ. έχει μειωθεί δραστικά. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα δανείζεται με ίδιο περίπου επιτόκιο ή χαμηλότερο σε σχέση με της Ιταλίας στα 10 χρόνια και λίγο ακριβότερα σε σχέση με την Γαλλία. Η επιτοκιακή διαφορά αντικατοπτρίζει την σημαντική βελτίωση της δημοσιονομικής θέσης της Ελλάδας που συνοδεύεται από ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους.
Ακόμη, τα τραπεζικά συστήματα των χωρών του Νότου έχουν μειώσει τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια τους στο 2% με 3% του συνόλου με προεξάρχον το ελληνικό που κάποτε είχε τα μισά δάνεια του στο κόκκινο. Από την άλλη πλευρά. οι γερμανικές και οι γαλλικές τράπεζες αντιμετωπίζουν εντονότερα προβλήματα ποιότητας ενεργητικού σήμερα.
Όμως, κάποιοι από τους κινητήριους μοχλούς που έδωσαν ώθηση στην ελληνική και στις άλλες οικονομίες του Νότου να υπεραποδόσουν είτε εξαντλούνται, είτε πλησιάζουν κοντά στα όριά τους. Το Ταμείο Ανάκαμψης ανήκει στην πρώτη κατηγορία, έχοντας συμβάλλει στην αύξηση των επενδύσεων στο 20% του ελληνικού ΑΕΠ. Ο δεύτερος μοχλός ανάπτυξης τα προηγούμενα χρόνια ήταν η αύξηση της απασχόλησης. Κι εκεί όμως υπάρχουν σημάδια κόπωσης.
Αν όμως η Ελλάδα και οι άλλες χώρες δεν μπορούν να βασισθούν στον ίδιο βαθμό στην αύξηση της απασχόλησης, ο επόμενος μοχλός είναι η παραγωγικότητα και είναι ο πιο δύσκολος. Αργά ή γρήγορα θα φανεί αν οι επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια και συνδέονται με το Ταμείο Ανάκαμψης έπιασαν τόπο υπό την έννοια ότι δεν ήταν ένα πυροτέχνημα που ενίσχυσε μεν την εσωτερική ζήτηση και την ανάπτυξη προσωρινά αλλά δεν έκανε την διαφορά μεσοπρόθεσμα στην παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Δυστυχώς, η ελληνική εμπειρία στο θέμα της παραγωγικότητας δεν είναι καλή. Κι αυτό γιατί δεν είναι μόνο οι επενδύσεις που καθορίζουν την αύξηση της παραγωγής ανα άτομο αλλά κι άλλοι θεσμικοί παράγοντες, όπως το δικαστικό σύστημα. Επίσης, η δομή αρκετών κλάδων με την παρουσία πληθώρας μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων που δεν είναι ανταγωνιστικές.
Και ασφαλώς δεν μπορούμε να υποτιμήσουμε τον πολιτικό παράγοντα. Η Ελλάδα κι άλλες χώρες του ευρωπαικού Νότου έχουν εκλογές μέσα στο επόμενο 12μηνο. Τυχόν αδυναμία σχηματισμού σταθερής κυβέρνησης επι μακρόν μετά τις εκλογές θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στην οικονομία.
Αν τα βάλουμε όλα μαζί, θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι η ανάπτυξη θα είναι πιο δύσκολη υπόθεση για την Ελλάδα, κυρίως, αλλά κι άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου τα επόμενα χρόνια. Τουλάχιστον, η χώρα μας φαίνεται να έχει μια πιο υγιή δημοσιονομική βάση λόγω των διαρθρωτικών μέτρων που έχουν υλοποιηθεί τα τελευταία χρόνια και των νέων κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας με τον έλεγχο των καθαρών πρωτογενών δαπανών.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.