Σε άρθρο της στήλης το φθινόπωρο του 2024 είχαμε εκφράσει την εκτίμηση για πρώτη φορά ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να μην είναι η πλέον υπερχρεωμένη χώρα της ευρωζώνης και της ΕΕ στα τέλη του 2026 και σίγουρα το 2027.Η εκτίμηση βασιζόταν σε κάποιες λογικές υποθέσεις για την σταθεροποιητική έως ελαφρώς ανοδική πορεία του ιταλικού δημοσίου χρέους και την πτωτική πορεία του ελληνικού ως ποσοστό του ΑΕΠ. Ειδικότερα για το δεύτερο, υποθέσαμε ότι το ονομαστικό ΑΕΠ (παρονομαστής) θα αυξάνεται κατά 5% περίπου τον χρόνο κατά μέσο όρο την περίοδο 2024-2026 με βοήθεια από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Επιπλέον, το πρωτογενές πλεόνασμα-έσοδα μείον δαπάνες εκτός τόκων- θα υπερκάλυπτε τις ετήσιες δαπάνες για τόκους και ο ΟΔΔΗΧ θα προχωρούσε πρόωρες αποπληρωμές χρέος με δεδομένο το υψηλό μαξιλάρι ρευστότητας που διέθετε.
Αυτό περίπου συνέβη καθώς τα πλεονάσματα ήταν ακόμη μεγαλύτερα και η μεγαλύτερη αποπληρωμή χρέους την φετινή χρονιά σιγούρεψε κατά κάποιο τρόπο το αποτέλεσμα. Για μια υπερχρεωμένη χώρα, όπως η Ελλάδα, η οποία είχε γίνει το μαύρο πρόβατο στην ΕΕ πριν από μια δεκαετία, αυτό συνιστά μια πρώτη επιτυχία. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση, έσπευσε να την οικειοποιηθεί, όπως θα έκανε οποιαδήποτε άλλη στη θέση της, δεν αλλάζει το ζητούμενο για την Ελλάδα.
Ούτε εκπλήσσει όποιον γνωρίζει την ελληνική πολιτική σκηνή ότι έσπευσαν άλλοι στην αντιπολίτευση να την επικρίνουν. Καλώς ή κακώς, το swap, το οποίο μειώνει το κόστος εξυπηρέτησης των δανείων που αποπληρώνονται, είναι ξεχωριστή χρηματοοικονομική πράξη και το όφελος του δεν χάνεται με την αποπληρωμή των δανείων.
Όμως, αυτό που έχει σημασία για όσους ενδιαφέρονται για την χώρα, ασχέτως πολιτικών πεποιθήσεων, και κατανοούν από αγορές είναι να συνεχίσουμε στο ίδιο μονοπάτι της μείωσης του υψηλού δημοσίου χρέους. Είναι σημαντικό επίσης η μεγάλη μάζα του κόσμου να κατανοήσει τα οφέλη μιας τέτοιας πολιτικής για όλους.
Η εμπειρία του παρελθόντος, όπως η πορεία της ονομαστικής σύγκλισης με τις άλλες χώρες της ΟΝΕ (κριτήρια Μάαστριχτ) , την δεκαετία του 1990, δείχνει ότι τα πάμε καλύτερα όταν υπάρχει ξεκάθαρος, ποσοτικός στόχος πίσω από τον οποίο στοιχίζονται οι κύριες πολιτικές δυνάμεις και η πλειοψηφία της κοινωνίας.
Η μείωση του χρέους προσφέρει μια τέτοια ευκαιρία. Αν και πιο μακροπρόθεσμα, ο στόχος θα πρέπει να είναι η μείωση του χρέους στο μέσο όρο της ΕΕ ή χαμηλότερα, σήμερα είναι στο 88% περίπου του ΑΕΠ, πιο ρεαλιστικός αλλά απαιτητικός είναι ο στόχος για μείωση κοντά στο 100% του ΑΕΠ μέχρι το 2032. Δηλαδή εντός πενταετίας.
Αυτό μπορεί να γίνει πραγματικότητα υπό κάποιες ρεαλιστικές υποθέσεις. Το ονομαστικό ΑΕΠ να αυξάνεται με μέσο ρυθμό 5% ετησίως την περίοδο 2027-2031, η χώρα να παράγει πρωτογενή πλεονάσματα τα οποία υπερκαλύπτουν τους ετήσιους τόκους και ο ΟΔΔΗΧ να συνεχίσει να αποπληρώνει χρέος που σωρευτικά αντιστοιχεί στο 10% του ΑΕΠ περίπου από το «μαξιλάρι ρευστότητας»
Για μια χώρα της οποίας το δημόσιο χρέος βρισκόταν στο 30% περίπου του ΑΕΠ το 1980 και το 2026 αναμένεται να κλείσει στο 137% περίπου, το 100% του ΑΕΠ θα συνιστούσε μια δεύτερη επιτυχία στο δρόμο για ακόμη χαμηλότερα νούμερα. Ακόμη κι αν κυβέρνηση ήταν ο φούφουτος.
Μπορούμε; Ο χρόνος θα δείξει.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.