Πριν από τις εκλογές του 2019 είχα ρωτήσει ένα φίλο ο οποίος κατέβαινε υποψήφιος για πρώτη φορά με μεγάλο κόμμα γιατί πάει να μπλέξει με την πολιτική. Η απάντησή του ήταν σύντομη και μου έχει μείνει αξέχαστη. «Για την εξουσία...». Δεν τα κατάφερε, αλλά δεν χάθηκε. Ισα, ίσα. Εγινε ευρωβουλευτής αργότερα.
Κάθε φορά λοιπόν που ακούω κάποιον πολιτικό αρχηγό να υπόσχεται φιλολαϊκά μέτρα μου έρχεται στο νου. Κι αυτό συμβαίνει σταθερά σε κάθε ΔΕΘ, ιδίως τις προεκλογικές χρονιές, όταν η παροχολογία χτυπάει κόκκινο.
Δυστυχώς, η μεγάλη μάζα του ελληνικού λαού έχει «εκπαιδευθεί» να περιμένει από τον εκάστοτε πρωθυπουργό και τους πολιτικούς αρχηγούς να πληροφορηθεί τι θα μοιράσει στον καθένα. Κι αυτοί δεν την απογοητεύουν. Γιατί άλλωστε; Δικά τους λεφτά είναι; Τα δικά τους τα προσέχουν και κοιτάζουν να τα αυγατίσουν με κάθε τρόπο. Οι εξαιρέσεις είναι πολύ λίγες και απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Διάβασα στις ιστοσελίδες για την ομιλία του πρωθυπουργού στη φετινή ΔΕΘ και τις απαντήσεις που έδωσε στις σχετικές ερωτήσεις. Προηγουμένως, είχα διαβάσει για τις υποσχέσεις κάποιων από τους υπολοίπους. (Δεν παρακολουθώ ελληνική τηλεόραση εκτός από αγώνες)
Τουλάχιστον, η αίσθηση που αποκόμισα είναι πως το συνολικό πακέτο των παροχών το οποίο υποσχέθηκε είναι συμβατό με τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η χώρα στα πλαίσια του Νέου Συμφώνου Σταθερότητας και αυτό είναι θετικό. Δεν είμαι πεπεισμένος ότι το ίδιο ισχύει για τους υπολοίπους. Φυσικά, υπάρχουν κι άλλα ζητήματα, κυρίως διαφθοράς, που βαρύνουν την κυβέρνηση και τα οποία δεν μπορούν να αγνοηθούν.
Ομως, εστιάζοντας στα οικονομικά μέτρα που ανακοίνωσε ο κ. Μητσοτάκης δεν μπορεί να μην παρατηρήσει κάποιος ότι βασικός στόχος τους φαίνεται να είναι η ικανοποίηση μεγάλων ομάδων ψηφοφόρων όπως οι συνταξιούχοι κ.τλ. ενόψει των εκλογών του 2027. Αυτό είναι φυσιολογικό για τα ελληνικά δεδομένα, αλλά δεν σημαίνει πως είναι σωστό.
Κυρίως, γιατί όλα σχεδόν τα μέτρα με την εξαίρεση ελάχιστων , όπως η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά μισή μονάδα, ευνοούν την περαιτέρω αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης. Το ίδιο συμβαίνει με τις προτάσεις άλλων κομμάτων.
Ολοι αυτοί έχουν τονίσει στο παρελθόν την ανάγκη να αλλάξει η Ελλάδα παραγωγικό μοντέλο και να στραφεί προς την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής αγαθών υψηλής προστιθέμενης αξίας, τις επενδύσεις και τις εξαγωγές. Ομως, η συντριπτική πλειονότητα των οικονομικών μέτρων που προτείνουν αυξάνουν την κατανάλωση και εν συνεχεία τις εισαγωγές, καθώς η εγχώρια παραγωγή δεν επαρκεί.
Υπενθυμίζεται ότι η ιδιωτική και η δημόσια κατανάλωση αντιστοιχούσαν στο 85%-86% του ΑΕΠ το 2025. Δεν γνωρίζουμε άλλη χώρα της ΕΕ με τόσο υψηλή κατανάλωση. Αν λοιπόν οι πολιτικοί εννοούσαν αυτά που λένε περί αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου θα περίμενε κανείς το αντίθετο. Περισσότερα μέτρα που θα ευνοούσαν τις εξαγωγές και τις επενδύσεις και λιγότερα υπέρ της κατανάλωσης.
Για να είμαστε δίκαιοι, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών εμφανίζουν μεγάλη αύξηση στο 40% του ΑΕΠ ή 50 δισ. ευρώ περίπου πέρυσι από 22% το 2010. Ομως, οι εισαγωγές ανέβηκαν επίσης στα 83 δισ. ευρώ περίπου.
Ακόμη, οι συνολικές επενδύσεις (παγίου κεφαλαίου) αυξήθηκαν, φθάνοντας στο 17% περίπου του ΑΕΠ το 2025 με βοήθεια από το Ταμείο Ανάκαμψης. Εκτός από την υστέρηση σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης που είναι κοντά στο 21%-22% του ΑΕΠ, η διάρθρωσή τους δεν είναι η ιδανική καθώς αρκετές κατευθύνονται σε κλάδους μη εμπορεύσιμων αγαθών.
Κοντολογίς, οι πολιτικοί βάζουν την προσέλκυση ψήφων από μεγάλες δεξαμενές ψηφοφόρων για την εξουσία πάνω από την ανάγκη για μεταστροφή της ελληνικής οικονομίας προς τις επενδύσεις και τις εξαγωγές όπως συχνά διακηρύσσουν αντί της κατανάλωσης.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.