Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Δραγασάκης: Η κινδυνολογία απειλεί την οικονομία

Υπάρχουν θεσμικά όργανα για όσους κινδυνολογούν με τις καταθέσεις, τονίζει ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ. Χρειάζεται νέο μοντέλο και εξωστρέφεια με προστιθέμενη αξία. Oι σχέσεις με τον ιδιωτικό τομέα και το μέτωπο με όσους δρουν με… «φουσκωτούς». Τι λέει για φόρους, κόκκινα δάνεια, χρέος και περιουσιολόγιο.

Άμεσα μέτρα για τη στήριξη των πολιτών και της οικονομίας, σχεδιασμοί για βαθύτερες μεταρρυθμιστικές τομές, αλλά και «αμυντικές τακτικές» έως ότου ξεκαθαριστεί ποια είναι τα περιθώρια της διαπραγμάτευσης, είναι οι βασικές γραμμές της στρατηγικής της αξιωματικής αντιπολίτευσης, σύμφωνα με τον Γιάννη Δραγασάκη. Το ιστορικό στέλεχος της Αριστεράς, αντιπρόεδρος σήμερα της Βουλής και πρώην αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Οικονομίας, στην Οικουμενική Κυβέρνηση του Ξ. Ζολώτα, ξεδιπλώνει, μιλώντας στην Πέννυ Κούτρα τη στρατηγική του κόμματος για την οικονομία.

Δηλώνει ότι αντιμετωπίζει ψυχρά την κινδυνολογία για φυγή καταθέσεων, όπως εκφράστηκε πρόσφατα από τον Άδωνι Γεωργιάδη. Μιλά για «ανεύθυνες δηλώσεις και συμπεριφορές» σημειώνοντας με νόημα «είμαι βέβαιος ότι θα υπάρξουν θεσμικά όργανα απέναντι στα οποία θα βρεθεί ο κ. Γεωργιάδης». Προσθέτει ότι τέτοιες ανεύθυνες δηλώσεις δεν απειλούν τις ισορροπίες στην ελληνική οικονομία. «Από την κινδυνολογία δεν κινδυνεύει ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά οι καταθέσεις». Κάνει μάλιστα λόγο για «Ακροδεξιά του σκότους».

Αναλύει πώς θα υλοποιηθούν οι εξαγγελίες στη ΔΕΘ, χωρίς να διακυβευτεί η δέσμευση για τη μη δημιουργία ελλειμμάτων, και απαντά στο υπ. Οικονομικών. Αν και θεωρεί πως «για να μιλήσεις για αριθμούς, πρέπει να έχεις αριθμούς», υποστηρίζει ότι ένα πλέγμα μέτρων αφενός θα ανακουφίσει τους πολίτες και αφετέρου θα επηρεάσει θετικά την είσπραξη των φόρων.

Ο κ. Δραγασάκης σημειώνει ότι σήμερα πολλές επιχειρήσεις δεν μπορούν να πληρώσουν και ξεκαθαρίζει ότι αυτό το πρόβλημα δεν μπορείς να το αντιμετωπίσεις με αστυνομικά μέτρα. Ο ΣΥΡΙΖΑ με τη λύση για τα κόκκινα δάνεια και τη ρύθμιση των δανείων προς την εφορία και τα ταμεία και τονώνοντας ελαφρά τη ζήτηση εκτιμά ότι «δημιουργεί το κλίμα να ‘απαιτήσεις’ την είσπραξη φόρων».

Απαντά και στην κριτική που δέχτηκε το πρόγραμμα που εξαγγέλθηκε υποστηρίζοντας ότι «δεν στοχεύουμε μόνο στην αύξηση της ζήτησης».

«Μας ενδιαφέρει να μην προκαλείται αύξηση των εισαγωγών», σημειώνει, προσθέτοντας ότι «θέλουμε με την αύξηση του κατώτατου μισθού, με τη ρύθμιση των δανείων και την επανεκκίνηση της οικονομίας να πετύχουμε βελτίωση της εισπραξιμότητας του ΦΠΑ».

Στέκεται ιδιαίτερα στην ολιγωρία αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής στη χώρα. Αναγνωρίζει ότι όποια μέτρα κι αν ληφθούν δεν θα είναι άμεσης απόδοσης, και ότι ο πλούτος που μπορεί να φορολογηθεί δεν είναι εύκολα υπολογίσιμος. Ωστόσο, θεωρεί ότι ο πόλεμος πρέπει να δοθεί. «Αυτό που ενοχλεί στη Λίστα Λαγκάρντ είναι ότι δεν έχουμε αξιωθεί να κάνουμε έναν πλήρη και ενδελεχή έλεγχο».

Αναφέρεται στην ανάγκη δημιουργίας περιουσιολογίου, και ενός δίκαιου και αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος προσθέτοντας χαρακτηριστικά ότι «μόνο τότε οι φορολογικοί συντελεστές αποκτούν νόημα».
Δηλώνει εμφατικά ότι το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι μόνον δημοσιονομικό. Επαναλαμβάνει ότι η συνταγή που επιβλήθηκε για την προσαρμογή της χώρας είναι λανθασμένη και θεωρεί επείγουσα ανάγκη την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προβλημάτων και την προώθηση σοβαρών μετασχηματισμών.

Εκτιμά ότι θα πρέπει να συντελεστεί παραγωγική ανασυγκρότηση με στόχο την εξωστρέφεια και την παραγωγή προστιθέμενης αξίας. «Αν θέλουμε να είμαστε στην Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να δούμε την εξαγωγική επίδοση της οικονομίας, τι παράγουμε και πόση προστιθέμενη αξία έχουν αυτά που παράγουμε».

«Θέλουμε προστιθέμενη αξία, διαμόρφωση δικτύων διανομής και ισοτιμία σχέσεων», τονίζει. Χαρακτήρισε λανθασμένη τη στρατηγική της μείωσης των μισθών για να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, στην ελληνική μεταποίηση το εργασιακό κόστος είναι 14%. «Όσο και να το μειώσεις, αν το υπόλοιπο δεν μπορείς να το επηρεάσεις ή αυξάνει τότε μπαίνεις σε ένα πτωτικό σπιράλ».

Εκτιμά ότι υπάρχει πεδίο συνεννόησης με τον επιχειρηματικό κόσμο που αναγνωρίζει την ανάγκη να γίνουν αλλαγές και να υπάρξει ένα παραγωγικό σχέδιο. «Είδαμε όλους τους φορείς. Ερωτήματα έχουν, προβληματισμό έχουν, αλλά αντιλαμβάνονται ότι αυτά που λέει ο ΣΥΡΙΖΑ απαντούν σε ανάγκες υπαρκτές». Ξεκαθαρίζει, όμως, ότι το κόμμα στέκεται απέναντι σε ορισμένες μορφές επιχειρηματικότητας που έχουν αναπτυχθεί. «Αναφέρομαι σε ένα μοντέλο επιχειρηματικότητας που δεν ανταγωνίζεται με όρους τιμών ή ποιότητας προϊόντων, αλλά με πόσους ‘φουσκωτούς’ έχει ο καθένας».

Σε ό,τι αφορά τις επενδύσεις και τις ιδιωτικοποιήσεις, στέκεται στην ανάγκη να υπάρξει συζήτηση με τις τοπικές κοινωνίες, αναφέροντας ως χαρακτηριστικά παραδείγματα τη Χαλκιδική αλλά και τις έρευνες για πετρέλαια.

Πέρα όμως από την πολιτική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ και την τυχόν εκμετάλλευση των όποιων ρωγμών ανοίγονται στο τείχος της αυστηρής δημοσιονομικής λιτότητας στην Ε.Ε. (είτε μέσω προγραμμάτων στήριξης, είτε με ποσοτική χαλάρωση), ο κ. Δραγασάκης θεωρεί απαραίτητη προϋπόθεση τη διευθέτηση του δημόσιου χρέους, καθώς χωρίς αυτή «δεν μπορεί να υπάρξει βιώσιμη διέξοδος για τη χώρα».

Πέννυ Κούτρα [email protected]

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v