Ελληνικό αδιέξοδο: Το κλειδί της σκιώδους οικονομίας

Το αδιέξοδο και το Grexit. Πώς η "σκιώδης" οικονομία μπορεί να δώσει λύσεις. Η "μετάλλαξη" της παγκόσμιας κρίσης και η Ελλάδα. Η διόγκωση του χρέους, η γραφειοκρατία. Γράφουν οι Α. Μπιτζένης και Β. Βλάχος.

  • των Αριστείδη Μπιτζένη και Βασίλειου Α. Βλάχου*
Ελληνικό αδιέξοδο: Το κλειδί της σκιώδους οικονομίας

Η αλήθεια είναι ότι έχει χυθεί πάρα πολύ μελάνι τόσο για τα αίτια της κρίσης, όσο και για το ελληνικό αδιέξοδο. Δυστυχώς, όμως, η φαινομενικότητα των εξελίξεων έχει οδηγήσει σε μία πολυφωνία, η οποία δυσχεραίνει τη διάκριση ανάμεσα σε μύθους και αλήθειες όσον αφορά τις ρεαλιστικές επιλογές για την έξοδο από την κρίση.

Σκοπός μας είναι να αναδείξουμε μέσα από ένα σύντομο κείμενο τη μετάλλαξη, την εξάπλωση και τη διαιώνιση της κρίσης, τις ρίζες του ελληνικού προβλήματος, αλλά και το αδιέξοδο, καθώς οι εξελίξεις έχουν οδηγήσει, δυστυχώς, στο να μην εξαρτάται πλέον η τύχη της οικονομίας μας μόνο από τη δική μας προσπάθεια.

Με πολύ απλά λόγια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η έναρξη της σημερινής παγκόσμιας οικονομικής τραγωδίας βρίσκεται στη χρηματοπιστωτική κρίση που πυροδοτήθηκε το καλοκαίρι του 2007 μέσω της κρίσης ενυπόθηκων δανείων (και συνοδεύτηκε από μία παροδική πετρελαϊκή κρίση το 2008), που στη συνέχεια οδήγησε το 2009 σε μια παγκόσμια οικονομική κρίση χωρίς προηγούμενο στη μεταπολεμική οικονομική ιστορία. Η συγκεκριμένη οικονομική κρίση εξελίχθηκε σε αυτό που βιώνουμε σήμερα, σε μία κρίση εξυπηρέτησης χρέους.

Η έκρηξη της φούσκας των ακινήτων στις Ηνωμένες Πολιτείες οδήγησε (έναν χρόνο αργότερα) στην πτώχευση της Lehman Brothers, η οποία με τη σειρά της προκάλεσε όλεθρο στις χρηματιστηριακές αγορές. Η κρατική παρέμβαση στις ανεπτυγμένες (και όχι μόνο) χώρες ήταν αναγκαία τόσο για τη σταθεροποίηση του τραπεζικού τομέα, όσο και για την «υφεσιακή» επίδραση της απομόχλευσης που επήλθε από την αποσταθεροποίησή του. Ο συνδυασμός της απομόχλευσης και της έξαρσης της τάσης φυγής των επενδυτικών κεφαλαίων προς την (επαναπροσδιορισμένη) «ποιότητα», έχει οδηγήσει σε μία κρίση ρευστότητας που διακυβεύει την εξυπηρέτηση του ιδιωτικού και του δημοσίου χρέους.

Η συζήτηση για τα αίτια της σημερινής κρίσης θα πρέπει βέβαια να επεκταθεί και σε μακροοικονομικούς παράγοντες, όπως οι ανισορροπίες στα εμπορικά ισοζύγια των κρατών.

Επίσης, η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου λόγω κερδοσκοπικών συναλλαγών (μετά την έκρηξη της φούσκας των ακινήτων στις Ηνωμένες Πολιτείες) το 2007-2008, αλλά και τα απαγορευτικά όρια των συναλλαγματικών ισοτιμιών μεταξύ ευρώ και δολαρίου για την οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών σπέρνουν υπόνοιες και για μία αθέατη διάσταση της κρίσης.

Ωστόσο, το συμπέρασμα που προκύπτει ανεξαρτήτως της τροπής που μπορεί να πάρει μία συζήτηση για τις ρίζες και την εξέλιξη της παγκόσμιας κρίσης, είναι ότι βρισκόμαστε σε διαδικασία απομόχλευσης (δηλαδή μείωσης των ανεκτών επιπέδων χρέους) ως επακόλουθο της έκρηξης μιας πιστωτικής φούσκας.

Το τριπλό πρόβλημα της Ε.Ε.

Σε σχέση με όλα τα παραπάνω, η σημερινή ευρωπαϊκή οικονομική κρίση αποτελεί ένα τριπλό πρόβλημα και οι πολιτικές λιτότητας που προωθούνται για την αντιμετώπισή του (μέχρι στιγμής τουλάχιστον) τροφοδοτούν μία αποπληθωριστική δίνη, που αφενός βουλιάζει τις οικονομίες στην ύφεση (αυξάνοντας τον αριθμό των μακροχρόνια ανέργων) και αφετέρου, διατηρεί τα ελλείμματα των κεντρικών τους κυβερνήσεων σε επικίνδυνα επίπεδα, με αποτέλεσμα τη διόγκωση των χρεών τους σε μη βιώσιμα επίπεδα. Το τριπλό ευρωπαϊκό πρόβλημα έγκειται:

• Στην κεφαλαιακή ανεπάρκεια των τραπεζών,

• Στη διόγκωση του δημοσίου χρέους σε επίπεδα που θεωρείται αδύνατον να εξυπηρετηθούν.

• Στην ύφεση (ή αναιμική μεγέθυνση, στην καλύτερη περίπτωση).

Πιο συγκεκριμένα, η κεφαλαιακή ανεπάρκεια των τραπεζών, που επήλθε είτε ως αποτέλεσμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης είτε ως παρεπόμενο των πολιτικών αντιμετώπισης της κρίσης εξυπηρέτησης χρέους (π.χ. κούρεμα ομολόγων αλλά και καταθέσεων), χρηματοδοτήθηκε επί το πλείστον μέσω της διόγκωσης του δημοσίου χρέους.

Η προσπάθεια για τη συγκράτηση του τελευταίου σε βιώσιμο πλαίσιο γίνεται μέσα από μία δημοσιονομική εξυγίανση, η οποία μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα (και πρωτίστως την καταναλωτική δαπάνη). Η αρνητική επίδραση στο διαθέσιμο εισόδημα μειώνει την εγχώρια ζήτηση και παραγωγή, και κατ' επέκταση το μέγεθος των φορολογικών εσόδων, και το δημοσιονομικό έλλειμμα που προκύπτει απαιτεί την περαιτέρω περιστολή των κρατικών δαπανών. Αυτός ο φαύλος κύκλος εξανεμίζει τις προσδοκίες εξόδου από την κρίση, χωρίς την επίτευξη και την εφαρμογή μιας ευρωπαϊκής λύσης, όπως η έκδοση ευρωομόλογου.

Το ελληνικό πρόβλημα και οι πελατειακές σχέσεις

Ως προς το ελληνικό πρόβλημα και την εκτύλιξη της ελληνικής τραγωδίας, η βιβλιογραφία καταδεικνύει ότι οι παράγοντες που ευθύνονται για τις επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας (τουλάχιστον για την εποχή του ευρώ) προκάλεσαν και την ελληνική κρίση. Ο έλεγχος των αγορών προϊόντων και υπηρεσιών, αλλά και της αγοράς εργασίας από προσοδοθηρικές ομάδες, σε συνδυασμό με τον άκρατο δανεισμό, οδήγησε (την εποχή πριν από την κρίση) στην επίτευξη των επιπέδων ευημερίας προηγμένων χωρών, την ίδια στιγμή που η ποιότητα της διακυβέρνησης και της κρατικής λειτουργίας παρέμεινε σε επίπεδα αναπτυσσόμενης χώρας.

Συνοπτικά, η βιβλιογραφία συναινεί στο ότι το προϊόν των πελατειακών σχέσεων (η προσοδοθηρία) είναι ο κύριος υπαίτιος της χαμηλής ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, και καταλήγει σε τρία αίτια για τη διόγκωση του δημόσιου χρέους σε μη βιώσιμα επίπεδα:

• Στην αναποτελεσματικότητα των μηχανισμών ελέγχου και είσπραξης.
• Στους συνεχείς διακανονισμούς που οδηγούν σε συσσώρευση επισφαλών απαιτήσεων.
• Στα επίπεδα διαφθοράς της δημόσιας διοίκησης, η οποία διατηρεί το αναλογικά σημαντικό μέγεθος της σκιώδους οικονομίας.

Είναι αναγκαίες δύο παρατηρήσεις εδώ: Πρώτον, ότι τα παραπάνω αίτια διατηρούν μία αμφίδρομη σχέση με το μέγεθος της γραφειοκρατίας και με τη χρονοβόρα απονομή δικαιοσύνης. Δεύτερον, ότι το διττό κακό με το μέγεθος της ελληνικής σκιώδους οικονομίας έγκειται στο ότι, πέρα από τις επιπτώσεις που έχει στα δημόσια έσοδα, επηρεάζει αρνητικά και τη φορολογική ηθική, η οποία είναι ένας σημαντικός προσδιοριστικός παράγοντας της φοροδιαφυγής.

Το είδος της φορολογικής ηθικής που διαμορφώνεται από τη γνώμη των πολιτών για την αποτελεσματική κατανομή των δημοσίων πόρων (δηλαδή της φορολογικής συμμόρφωσης μέσα από το αίσθημα ανταπόδοσης) είναι εφικτό να αναστραφεί άμεσα με τις κατάλληλες πολιτικές επιλογές. Ωστόσο, το είδος της φορολογικής ηθικής που περιγράφει τη νοοτροπία φοροδιαφυγής που χαρακτηρίζεται από το κοινωνικό σύνολο ως ικανότητα ή ευστροφία δεν είναι άμεσα αναστρέψιμο.

Η στρατηγική της Ε.Ε.

Όσον αφορά τις πολιτικές επιταγές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η προσαρμοσμένη συνταγή της θεραπείας του σοκ που προκρίθηκε για την ελληνική περίπτωση αποσκοπεί:

• Στην τόνωση της ανταγωνιστικότητας μέσα από μεταρρυθμίσεις για την αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης και στην απελευθέρωση των αγορών, και μέσω της εσωτερικής υποτίμησης (καθώς είναι ανέφικτη λόγω ευρώ μία συναλλαγματική υποτίμηση).

• Στη δημοσιονομική εξυγίανση για την εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (π.χ. σταδιακή μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων στο 3% του ΑΕΠ).

Η θεραπεία δεν κατάφερε, ωστόσο, να προσεγγίσει τους στόχους μέχρι στιγμής. Η εσωτερική υποτίμηση και η δημοσιονομική εξυγίανση έχουν τρομερές επιπτώσεις στην εγχώρια ζήτηση και στα δημόσια έσοδα και τροφοδοτούν την αποπληθωριστική δίνη, που συνθλίβει την ελληνική οικονομία και διατηρεί-διογκώνει τα ελλείμματα της κεντρικής κυβέρνησης.

Επίσης, οι όποιες μεταρρυθμίσεις έχουν υλοποιηθεί έως και σήμερα δεν έχουν ακόμη καμία επίπτωση στην αντιστροφή του κλίματος. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τα δεδομένα που δημοσιοποιεί η Eurostat στη σχετική ιστοσελίδα, το 2009, ένα έτος πριν από την εφαρμογή της προσαρμοσμένης θεραπείας, η ελληνική οικονομία περιήλθε σε ύφεση. Από το 2010 και έπειτα, η ύφεση εντάθηκε με την εφαρμογή της θεραπείας σοκ, η οποία οδήγησε στη σύνθλιψη της ελληνικής οικονομίας.

Και μόνο μέσα από τα φαινόμενα των πελατειακών σχέσεων και της προσοδοθηρίας που προαναφέραμε, προκύπτει εύκολα η ανάγκη τόσο της δημοσιονομικής εξυγίανσης όσο και των μεταρρυθμίσεων. Αν και η ωφέλεια της εσωτερικής υποτίμησης δεν είναι τόσο απτή, προκύπτει από τη θεωρητική συνεισφορά της στη μείωση των ταυτόχρονων ελλειμμάτων (δημοσιονομικών και τρεχουσών συναλλαγών).

Όσον αφορά το δημοσιονομικό πλεόνασμα του α΄ τρίμηνου του 2013 (έπειτα από τρία χρόνια εφαρμογής της εσωτερικής υποτίμησης), πρέπει να τονίσουμε ότι βρίσκεται υπό τη σκιά της συνεχούς αύξησης στις οφειλές τόσο των δημοσίων φορέων προς νομικά και φυσικά πρόσωπα, όσο και των τελευταίων προς την εφορία και τους ασφαλιστικούς οργανισμούς.

Όσον αφορά το ελληνικό εμπορικό ισοζύγιο του 2012, σύμφωνα με δεδομένα που δημοσιοποιούν τα Ηνωμένα Έθνη (http://unctadstat.unctad.org/), οι εξαγόμενες υπηρεσίες παρουσίασαν πλεόνασμα έναντι των εισαγόμενων κατά $18,5 δισ. και υπολείπονται της κορυφαίας επίδοσης των $25,1 δισ. του 2008 (τελευταίο έτος οικονομικής μεγέθυνσης όπως προαναφέραμε), κυρίως λόγω της υστέρησης των εξαγωγών σε ταξιδιωτικές υπηρεσίες και μεταφορές.

Από την άλλη μεριά, σύμφωνα με δεδομένα που δημοσιοποιεί η Eurostat, οι εξαγωγές προϊόντων το 2012 από την Ελλάδα υπολείπονταν των αντίστοιχων εισαγωγών κατά 20 ευρώ δισ. Ωστόσο, το συγκεκριμένο έλλειμμα είναι 55% μικρότερο από το αντίστοιχο έλλειμμα του 2008 εξαιτίας της καθίζησης των ελληνικών εισαγωγών προϊόντων από την Ευρωπαϊκή Ένωση και της αύξησης των αντίστοιχων εξαγωγών προς τρίτες χώρες.

Το εργατικό κόστος έπεσε, οι επενδύσεις δεν ήρθαν

Πέρα όμως από την υφεσιακή συνεισφορά της εσωτερικής υποτίμησης στη μείωση των ταυτόχρονων ελλειμμάτων της ελληνικής οικονομίας, αναμένεται και τόνωση της παραγωγικότητας για την προσέλκυση επενδύσεων. Μία ματιά, ωστόσο, στα δεδομένα που δημοσιοποιεί η Eurostat είναι αρκετή για να δείξει τη συσχέτιση της παραγωγικότητας (αποτιμώμενη σε μεταβολές του εργατικού κόστους) και των ιδιωτικών επενδύσεων.

Όσον αφορά τη μείωση του αληθινού εργατικού κόστους ανά μονάδα παραγωγής (σε τιμές βάσης του 2005), η Ελλάδα ήταν πρωταθλήτρια στην ευρωζώνη το 2012 και με αισθητή μάλιστα διαφορά από τους «διώκτες» της (δηλαδή τις χώρες που επίσης παρουσίασαν ουσιαστική μείωση του εργατικού κόστους): την Κύπρο, την Πορτογαλία και την Ισπανία.

Η πρωτιά της ελληνικής οικονομίας στη βελτίωση του συγκεκριμένου δείκτη (η οποία ξεκίνησε με την εφαρμογή των μνημονίων συνεργασίας) δεν σηματοδότησε καμία ουσιαστική αύξηση μέχρις στιγμής στις ροές επενδύσεων από την αλλοδαπή, παρόλο που η συγκεκριμένη επίδοσή της είναι σημαντικά ανώτερη από τις αντίστοιχες που παρουσίασε την προηγούμενη δεκαετία. Για τον λόγο αυτό οι προσδοκίες για την εισροή άμεσων επενδύσεων από την αλλοδαπή στον βραχυχρόνιο ορίζοντα επικεντρώνονται στις ιδιωτικοποιήσεις.

Αυτό βέβαια ήταν και είναι αναμενόμενο. Η οικονομική βιβλιογραφία καταδεικνύει ότι η παραγωγικότητα σε θεωρητικό επίπεδο προσδιορίζεται από παράγοντες πέρα από το εργατικό κόστος (βλέπε το παράδοξο του Kaldor), την ίδια στιγμή που εμπειρικές διαπιστώσεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το εργατικό κόστος δεν επηρεάζει την απόδοση του κεφαλαίου. Επίσης, όλοι οι αναγνωρίσιμοι δείκτες επιχειρηματικής δραστηριότητας (όπως ο Ease of Doing Business της Παγκόσμιας Τράπεζας) θεωρούν ότι το εργατικό κόστος παίζει δευτερεύοντα ρόλο στο μέγεθος της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Εν κατακλείδι, το εργατικό κόστος είναι μείζονος σημασίας για την ανταγωνιστικότητα μόνο των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών που δέχονται επενδύσεις εντάσεως εργασίας.

Για τον λόγο αυτό, τα δεδομένα που δημοσιοποιεί η Eurostat καταδεικνύουν ότι η Ελλάδα όχι μόνο συνεχίζει να υπολείπεται των προσδοκιών (σύμφωνα με τον μέσο όρο της ευρωζώνης) ως χώρα υποδοχής επενδύσεων από την αλλοδαπή, αλλά και ότι η περίπτωση της επίτευξης του επιπέδου επενδύσεων από την αλλοδαπή που κατάφερε να προσελκύσει το 2006-2007 (το ανώτατο σε απόλυτα μεγέθη) είναι δυνατή στον βραχυχρόνιο ορίζοντα μόνο μέσα από την ολοκλήρωση των πολυαναμενόμενων ιδιωτικοποιήσεων.

Το αδιέξοδο

Από όλα τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό ότι έχουμε δυστυχώς περιέλθει σε ένα αδιέξοδο. Η χρηματοοικονομική ροή της ακλόνητης προ κρίσης τραπεζικής πίστης και οι κρατικές (επενδυτικές και μη) δαπάνες αναπλήρωναν την έλλειψη ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας πριν από την ανάφλεξη της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης και την εκκίνηση της δημοσιονομικής προσαρμογής. Η εφαρμογή της προσαρμοσμένης «θεραπείας σοκ» δεν έχει καταφέρει μέχρι στιγμής ούτε την τόνωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων (τουναντίον, έχει συνθλίψει την ελληνική παραγωγή) ούτε την παροχή ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Μπορούμε λοιπόν να αναφέρουμε ότι είμαστε σε αδιέξοδο λόγω:

• Της μη υλοποίησης των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων, που θα δημιουργήσουν έναν υγιή κρατικό μηχανισμό, ο οποίος θα χαρακτηρίζεται από διαφάνεια και μέσω των κυτταρικών του δομών (δηλαδή μέσα από την αλληλεπίδραση αυτοδιοικούμενων μονάδων) θα ελαχιστοποιεί τη γραφειοκρατία ώστε να είναι αρωγός του πολίτη και της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

• Της έλλειψης ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

• Της αδυναμίας κατανόησης του ρεαλισμού των εναλλακτικών επιλογών χωρίς εξιδανικεύσεις και εξωραϊσμούς (π.χ. όσον αφορά την αποχώρηση ή όχι από την ευρωζώνη και τη δυνατότητα ευελιξίας του μεγέθους των κρατικών δαπανών), ώστε να υπάρξει συναίνεση προς την τελική κατεύθυνση της χώρας.

Ο πλουραλισμός των απόψεων για την έξοδο από την κρίση αντί να συνεισφέρει στη δημιουργία ενός πολυδιάστατα συγκροτημένου σχεδίου, οδηγεί δυστυχώς στην αδυναμία αναγνώρισης των ρεαλιστικών επιλογών και επίτευξης κοινωνικής συναίνεσης προς αυτές. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τα δεδομένα που δημοσιοποιεί η Eurostat, η δαπάνη για τις αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων στην Ελλάδα είναι, από το 2009 και έπειτα, περίπου 2% του ελληνικού ΑΕΠ περισσότερο από την αντίστοιχη μέση δαπάνη στην ευρωζώνη.

Ο κυβερνητικός προσανατολισμός δεν λαμβάνει όμως υπόψη ούτε το γεγονός ότι η συγκεκριμένη δαπάνη ενδέχεται να είναι και μικρότερη λόγω της ραγδαίας μείωσης του ελληνικού ΑΕΠ, ούτε την ανάγκη αναμόρφωσης του κρατικού μηχανισμού για την αντιμετώπιση της γραφειοκρατίας, ούτε καν την επίδραση των μαζικών απολύσεων εν μέσω της κρίσης ρευστότητας και της σύνθλιψης της ελληνική παραγωγής, και επικεντρώνεται σε μία ταμειακή αντιμετώπιση στα πλαίσια της περιστολής των κρατικών δαπανών.

Βεβαίως, είναι απόλυτα αναγκαίο να κατανοηθεί πλήρως η πιθανότητα επιλογής της αντιμετώπισης της κρίσης ρευστότητας και εξυπηρέτησης χρέους μέσα από την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα. Η έκδοση εθνικού νομίσματος πέρα από τα όποια κέρδη στην ανταγωνιστικότητα (τα οποία μάλλον θα είναι βραχυχρόνια λόγω της έκρηξης του πληθωρισμού) και τη μείωση της αληθινής αξίας του χρέους που έχει εκδοθεί στην ημεδαπή (πάλι λόγω πληθωρισμού) αφήνει με ερωτηματικό αρκετά από τα προαπαιτούμενα για την ομαλή μετάβαση της ελληνικής οικονομίας (εξωτερικές απειλές, δυνατότητα εισαγωγής των βασικών αγαθών, απαιτήσεις για το χρέος που θα υπόκειται σε νόμους της αλλοδαπής και αποτιμάται σε ξένο νόμισμα κλπ.). Αφενός η ρευστότητα του πολιτικού συστήματος ως προς την ανάδειξη μιας στιβαρής πολιτικής ηγεσίας και αφετέρου η εξασφάλιση των προαπαιτούμενων για μία ομαλή μετάβαση καταδεικνύουν την επιπολαιότητα της συγκεκριμένης επιλογής.

Από την άλλη μεριά, η παραμονή στο ευρώ επιτάσσει την εφαρμογή του μνημονίου συνεργασίας με το ΔΝΤ και τους εταίρους μας στην ευρωζώνη. Το μοναδικό παράθυρο που αφήνει η εφαρμογή του μνημονίου για την άμεση τόνωση της ρευστότητας είναι μέσα από την απορρόφηση της σκιώδους οικονομίας και την ελπίδα συνειδητοποίησης των εταίρων για αλλαγή της ευρωπαϊκής προσέγγισης (επίσπευση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μέσα από τη δημοσιονομική ένωση και έκδοση ευρωομολόγου).

Η σκιώδης οικονομία

Κλείνουμε, λοιπόν, αυτή τη συνοπτική παρουσίαση του αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει η ελληνική οικονομία τονίζοντας τη σπουδαιότητα της άμεσης απορρόφησης της σκιώδους οικονομίας από την επίσημη οικονομία ως διεξόδου προς τη δημοσιονομική χαλάρωση. Είναι πλέον ευρύτατα διαδεδομένο ότι η ελληνική σκιώδης οικονομία:

• Εκτιμάται στο 24-34% του ΑΕΠ (ένα δυσβάστακτα υψηλό ποσοστό για μία ανεπτυγμένη χώρα).
• Είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το μέγεθος της διαφθοράς.
• Επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τη φορολογική ηθική.

Η συρρίκνωση της σκιώδους οικονομίας επιβάλλεται να απορρέει μέσα από μία επιτυχημένη απορρόφησή της από την αντίστοιχη επίσημη, καθώς στην αντίθετη περίπτωση σημαίνει καθαρή μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος. Μία μείωση σε επίπεδο που θα κυμαίνεται λίγο παραπάνω από τα ανεκτά επίπεδα των εταίρων μας στην ευρωζώνη, δηλαδή τουλάχιστον 10% του ΑΕΠ (σύμφωνα με τις εκτιμήσεις) θα επιφέρει:

Μείωση στο διαθέσιμο εισόδημα που αντιστοιχεί στο τμήμα του παραπάνω ποσοστού που προέρχεται μέσα από τη διαφθορά (μίζες κ.λπ.).

• Αύξηση των φορολογικών εσόδων μέσα από τη φορολόγηση του εισοδήματος και των συναλλαγών που αντιστοιχούν στο υπόλοιπο ποσοστό (αδήλωτη εργασία, χορήγηση αποδείξεω κ.λπ.).

Προαπαιτείται, ωστόσο, για την επιτυχημένη απορρόφησή της η διαμόρφωση μιας πολιτικής που θα επικεντρώνεται στους κύριους προσδιοριστικούς παράγοντες του μεγέθους της, δηλαδή στην ελάφρυνση της οικονομικών υποχρεώσεων (π.χ. σημαντική μείωση των φορολογικών συντελεστών σε φυσικά νομικά πρόσωπα) και στην τόνωση της φορολογικής ηθικής. Υπάρχουν όμως περιθώρια μέσα στο πλαίσιο των απαιτήσεων του μνημονίου συνεργασίας και του μεγέθους της γραφειοκρατίας και διαφθοράς, για τη διαμόρφωση μιας πολιτικής τέτοιας που να επικεντρώνεται στα προαναφερθέντα; Βεβαίως:

• Πρώτον, μία λογιστική αποτύπωση της σκιώδους οικονομίας (π.χ. μέσα από τη διαμόρφωση εισοδηματικών τεκμηρίων) θα μειώσει τον λόγο ΑΕΠ/χρέος.

• Δεύτερον, η εφαρμογή ενός ενιαίου και αισθητά χαμηλότερου φορολογικού συντελεστή, σε σχέση με την ισχύουσα κλίμακα φορολόγησης για φυσικά και νομικά πρόσωπα, είναι μείζονος σημασίας, καθώς το φορολογικό βάρος είναι πρωτεύων προσδιοριστικός παράγοντας της συμμετοχής στη σκιώδη οικονομία. Η εξάλειψη άλλωστε των πρωτογενών ελλειμμάτων μέσα από την επιτυχημένη (μέχρι στιγμής) εκτέλεση του προϋπολογισμού, η οποία πάντως δεν έγκειται στην εισροή προγραμματισμένων εσόδων, μπορεί να γίνει εφαλτήριο μιας ρεαλιστικής πολιτικής για την εξασφάλισή τους εφεξής.

• Τρίτον, η φορολογική συμμόρφωση των οφειλετών μέσα από την εντατικοποίηση των ελέγχων και την επίσπευση της επίλυσης των φορολογικών υποθέσεων θα τονώσει τη φορολογική ηθική που απορρέει από το αίσθημα συμμετοχής και ανταπόδοσης, λαμβάνοντας υπόψη την παράλληλη μείωση των φορολογικών συντελεστών κατά τα παραπάνω. Είναι αναγκαίο, ωστόσο, ένα όριο οφειλών να γίνει «ανεκτό» λόγω της οικονομικής σύνθλιψης (μία σχετική ανοχή ήδη διαφαίνεται με την ελαστικότητα ως προς τον χρόνο καταβολής των οφειλών).

 

*Οι προβληματισμοί των συγγραφέων παρουσιάζονται εκτενέστερα στο βιβλίο Reflections on the Greek Sovereign Debt Crisis που εκδόθηκε από την Cambridge Scholars Publishing.

** Ο Αριστείδης Μπιτζένης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και συντονιστής του ερευνητικού προγράμματος με τον τίτλο «Η Σκιώδης Οικονομία (Παραοικονομία) στην Ελλάδα: Μέγεθος, Αίτια και Επιπτώσεις». Ο Βασίλειος Α. Βλάχος είναι υποψήφιος διδάκτορας στο ίδιο τμήμα και μέλος της εν λόγω ερευνητικής ομάδας.

 

*Συμφωνείτε ή διαφωνείτε με τον αρθρογράφο;

Τι γνώμη έχετε;To Εuro2day.gr ενθαρρύνει τον διάλογο και την έκφραση απόψεων από τους αναγνώστες. Σχολιάστε το άρθρο και πείτε την άποψή σας δημόσια για όσα συμβαίνουν και μας αφορούν όλους. Αν θεωρείτε το άρθρο σημαντικό, διαδώστε το με τα εργαλεία κοινωνικής δικτύωσης.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus