Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Σφιχτός προϋπολογισμός για σφιχτή οικονομία

Ο προϋπολογισμός με τρόπο τραγικά ανάγλυφο αναδεικνύει τις διαχρονικές και βαριές παθογένειες της ελληνικής οικονομίας. Το κακό ξεκίνησε ήδη από το 1974, όταν το κράτος δανειζόταν άτοκα ή χαμηλότοκα τα διαθέσιμα των Ταμείων, ενώ πλέον δεν φαίνεται να υπάρχουν πολλές... ρετσέτες. Γράφει ο Αντώνης Κεφαλάς.

Σφιχτός προϋπολογισμός για σφιχτή οικονομία
του Αντώνη Κεφαλά

Tο προσχέδιο για τον προϋπολογισμό του 2008 θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι απεικονίζει ”τον καλύτερο από τους καλύτερους κόσμους”. Θεωρεί εφικτή την ανάπτυξη της τάξης του 4%, πληθωρισμό στα επίπεδα του 3%, δημοσιονομικό έλλειμμα κάτω από το 2% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), στο 1,7%.

Δεν θα έπρεπε να υπάρχει Έλληνας που να μην εύχεται την επίτευξη των στόχων. Θα δημιουργήσει μια υγιή οικονομία και θα μας βάλει στα καλά κατάστιχα των Βρυξελλών - όποια αξία κι αν έχει αυτό. Παράλληλα, θα δώσει μια ευνοϊκή εικόνα της χώρας στη διεθνή επενδυτική κοινότητα και θα λειτουργήσει ως μέσο προσέλκυσης κεφαλαίων.

Τα αγκάθια, όμως, υπάρχουν. Αυτά ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Η μία περιλαμβάνει τεχνικά θέματα. Η άλλη πολιτικά.

Σε τεχνικό επίπεδο, είναι σαφές ότι η τεράστια αύξηση των εσόδων (κατά 12%, δηλαδή της τάξης των 6 δισ. ευρώ) προέρχεται ουσιαστικά από τέσσερις πηγές:

- Τον φόρο εισοδήματος (1 δισ. ευρώ).

- Τον ΦΠΑ στην κατανάλωση (2,5 δισ. ευρώ).

- Τον φόρο περιουσίας (0,5 δισ.).

- Τον ειδικό φόρο καυσίμων (1,2 δισ.).

Δίνεται, έτσι, μεγάλο βάρος στην πάταξη της φοροδιαφυγής και στην αύξηση του ΦΠΑ κατά 13,5%, όταν το ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθεί κατά 7% - οπότε και πάλι υπονοείται ότι θα εντοπιστούν όσοι δεν πληρώνουν ή και δεν αποδίδουν τον ΦΠΑ.

Βλέποντας το ίδιο πρόβλημα από μια ακόμη πιο τεχνική σκοπιά, οι αυξήσεις που προβλέπονται προϋποθέτουν εισοδηματική ελαστικότητα φόρων της τάξης του 1,6 - μία πρόσθετη δραχμή εισοδήματος αποδίδει 1,6 δραχμή φορολογικού εσόδου. Ας σημειωθεί ότι τόσο υψηλός βαθμός ανταπόκρισης φόρου σε αύξηση εισοδήματος δεν έχει παρατηρηθεί.

Αυτή είναι και η βασική τεχνική αδυναμία του προϋπολογισμού. Διότι, από εκεί και πέρα, οι βαθμοί ελευθερίας που είχε το υπουργείο ήταν περίπου ανύπαρκτοι. Δεδομένη η καταβολή 10,5 δισ. για τόκους. Με σφιχτή εισοδηματική πολιτική οι μισθοί, με το σταγονόμετρο οι συντάξεις.

Οι λεγόμενες ανελαστικές δαπάνες -αυτές που δεν μπορούν ουσιαστικά να αλλάξουν- φτάνουν στα 47,4 δισ. με έσοδα της τάξης των 50,7 δισ. (μετά την αφαίρεση των αποδιδόμενων πόρων).

Μπορεί να πει κανείς ότι οφείλαμε να δώσουμε μεγαλύτερες αυξήσεις στους δημοσίους υπαλλήλους, υψηλότερες συντάξεις στους συνταξιούχους και περισσότερα χρήματα στα Ταμεία. Ως αρχή κανένας δεν έχει αντίρρηση. Το πρόβλημα είναι ότι λεφτά δεν υπάρχουν. Από τα 3,3 δισ. που είναι η διαφορά ανάμεσα στα 50,7 δισ. των εσόδων και στα 47,4 δισ. των δεδομένων εξόδων (με τσιγγουνιά), τα 2,7 δισ. αφορούν στις καταναλωτικές δαπάνες του Δημοσίου. Ακόμη κι αν το υπουργείο κατάφερνε να τις περιορίσει κατά 20% μέσα σ’ έναν χρόνο -δηλαδή στα 2,16 δισ.-, τα χρήματα που ”περισσεύουν” είναι 600 εκατ. έως 1,2 δισ.

Με τέτοια ποσά δεν σχεδιάζεται και δεν εφαρμόζεται δυναμική και ενεργή δημοσιονομική πολιτική.

Στην πράξη, το υπουργείο καλείται απλώς να διαχειριστεί την κατανομή λίγων χρημάτων σε πολλές χρήσεις, που οι περισσότερες θεωρούνται απαραίτητες. Και όπου ο καθένας δίκαια, από τη δική του οπτική σκοπιά, ζητά -ή μάλλον απαιτεί- περισσότερα χρήματα.

Μία λύση είναι να αυξηθεί το έλλειμμα. Αυτό έγινε τα τελευταία 24 χρόνια (1980 - 2004) και σήμερα πρέπει να πληρώνουμε 10,5 δισ. σε τόκους και 22,2 δισ. για χρεολύσια. Αυτή δεν είναι λύση, είναι οικονομική αυτοκτονία.

Η πολιτική πλευρά

Ο προϋπολογισμός με τρόπο τραγικά ανάγλυφο αναδεικνύει τις διαχρονικές και βαριές παθογένειες της ελληνικής οικονομίας. Το κακό ξεκίνησε ήδη από το 1974, όταν το κράτος δανειζόταν άτοκα ή χαμηλότοκα τα διαθέσιμα των Ταμείων. Εμπόδιζε έτσι την αποδοτική επένδυση και περιόρισε την αύξηση της περιουσίας σε ρυθμούς χαμηλότερους από την αύξηση των μελλοντικών υποχρεώσεων.

Ως εκ τούτου, δημιουργήθηκαν ουσιαστικά οι πρώτες προϋποθέσεις για τα ελλειμματικά Ταμεία. Το δεύτερο κακό ξεκίνησε με τον προϋπολογισμό του 1980: για πρώτη φορά ο τακτικός προϋπολογισμός παρουσίασε έλλειμμα. Το ίδιο κακό -και μεγαλύτερο- έγινε το 1981, όταν σε μια απέλπιδα προσπάθεια η Νέα Δημοκρατία έδινε παροχές μήπως και αποφύγει την εκλογική ήττα.

Παρά τα χάλια της οικονομίας που παρέλαβε, το ΠΑΣΟΚ συνέχισε τις παροχές και ουσιαστικά στήριξε τη δημιουργία του κράτους πρόνοιας σε δανεικά. Μία από τις αιχμές ήταν η μαζική εγγραφή συνταξιούχων στα Ταμεία (ιδέ ΝΑΤ), η επέκταση των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων και η καταστρατήγηση των αναπηρικών συντάξεων.

Από εκεί και πέρα ο κατήφορος ήταν και εύκολος και αναπόφευκτος. Προσπάθειες να μαζευτεί το πράγμα έγιναν: Στέφανος Μάνος, Αλέκος Παπαδόπουλος, Γιάννος Παπαντωνίου, Νίκος Χριστοδουλάκης. Οι δύο πρώτοι έπεσαν ηρωικά μαχόμενοι κόντρα στο ”βαθύ” ΠΑΣΟΚ και στη ”βαθιά” Ν.Δ.

Οι δύο δεύτεροι προτίμησαν να συγκαλύψουν την περιορισμένη πρόοδο με τη δημιουργική λογιστική. Μόνο τώρα, στην περίοδο 2004 - 2007, έγινε ουσιαστική προσπάθεια. Παρά τα όσα αντίθετα λέγονται, όμως, η προσπάθεια αυτή έχει εξαντλήσει τα όριά της. Από εδώ και πέρα είτε θα γίνουν ριζικές μεταρρυθμίσεις είτε θα ξαναπάρουμε τον κατήφορο. Ο προϋπολογισμός του 2008 είναι ο τελευταίος που μπορεί να μιλήσει για ”ήπια προσαρμογή”. Δηλαδή για διατήρηση κεκτημένων, μέσα σε πνεύμα μιζέριας και αδυναμίας.

Ο δρόμος μπροστά

Πολλές ρετσέτες δεν υπάρχουν. Τα πράγματα για την ελληνική οικονομία είναι μετρημένα. Χρειάζεται:

- Πρώτον, χρειάζεται να δουλέψουμε περισσότερο - αύξηση δηλαδή των ορίων συνταξιοδότησης για όλους. Παράλληλα, να κόψουμε τη σπατάλη και τη διαφθορά του κράτους πρόνοιας: από τις προμήθειες των νοσοκομείων μέχρι τα άθλια ιατρεία του ΙΚΑ. Η αύξηση των εισφορών δεν πρέπει να αποκλείεται, αφού όμως πρώτα εξυγιανθεί το σύστημα.

- Δεύτερον, να πετύχουμε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Η χρηματοδότηση των κοινωνικών υπηρεσιών από την ανάπτυξη είναι η πιο υγιής μέθοδος, που δεν κληροδοτεί προβλήματα.

- Τρίτον, να μειωθούν οι δράσεις του κράτους. Οι γιατροί θα πάρουν καλύτερους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα. Το ίδιο και οι δάσκαλοι. Και οι καθαριστές. Αυτό θα αφήσει μεγαλύτερα περιθώρια αύξησης αμοιβών για στρατιωτικούς, αστυνομικούς κ.λπ. που δεν μπορούν να μεταπηδήσουν.

- Τέταρτον, να συνεχιστεί με ένταση η ιδιωτικοποίηση των δημοσίων επιχειρήσεων - δηλαδή τουλάχιστον με την έννοια ότι η λειτουργία τους θα γίνεται με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Ο ΟΤΕ έδειξε τον δρόμο. Να μη σταματήσει η προσπάθεια στη ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ.

Είναι καιρός να συνειδητοποιήσουμε ότι λεφτά δεν υπάρχουν και ο δανεισμός δεν είναι λύση.

Στο κάτω-κάτω μας τον απαγορεύει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Ας δούμε πέρα από τη μύτη μας, μήπως και ξεστραβωθούμε και γλιτώσουμε από τα χειρότερα.


Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο