Η επενδυτική άπνοια και οι «ευθύνες» της φορολογίας

Πώς επιλέγουν χώρες οι επιχειρήσεις και γιατί δεν αρκεί η μείωση των φορολογικών συντελεστών. Ο δείκτης EMTR και ποια είναι η λύση για την προσέλκυση επενδύσεων.

Η επενδυτική άπνοια και οι «ευθύνες» της φορολογίας

Η φορολογία δεν είναι υπερβολικά υψηλή, δήλωσε προχθές ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος, προκαλώντας εκνευρισμό σε πολλούς. Και πώς να μην εκνευριστείς, όταν γνωρίζεις ότι από το 2008 μέχρι το 2016 τα φορολογικά έσοδα του κράτους μειώθηκαν μόνο κατά 7%, ενώ το ΑΕΠ κατρακύλησε 27%.

Πώς επιτεύχθηκε αυτή η δυσαρμονία; Μα επειδή δεν άφησαν τίποτα όρθιο. Αυξήθηκαν οι φορολογικοί συντελεστές, εκμηδενίστηκε το αφορολόγητο όριο, καταργήθηκαν φοροαπαλλαγές και προστέθηκαν «έκτακτοι» φόροι.

Είναι απλή η λύση;

Άρα η λύση είναι απλή, λένε κάποιοι. Μειώνουμε τους φόρους, πνιγόμαστε στις επενδύσεις και ζούμε ευτυχισμένοι και πλούσιοι. Ωραίο ακούγεται! Όσο χαμηλότερη είναι η φορολογία σε μια χώρα, τόσο πιο εύκολα προσελκύονται επενδυτικά κεφάλαια.

Για κάτσε, όμως. Τότε πως γίνεται η Βουλγαρία, έχοντας επί δεκαετίες τον χαμηλότερο φορολογικό συντελεστή σε όλη την ΕΕ, να είναι ακόμα φτωχή, ενώ η Γερμανία, παρά το ότι βρίσκεται στην κορυφή της λίστας με τη μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση, να είναι πλούσια;

Εξηγείται εύκολα, αρκεί να ρίξεις μια προσεκτικότερη ματιά. Οι εύπορες χώρες μπορεί να έχουν υψηλότερο φορολογικό κόστος, αλλά προσφέρουν μεγαλύτερη ανταποδοτικότητα στις επιχειρήσεις. Διαθέτουν ποιότητα δημόσιων υποδομών, σταθερό φορολογικό σύστημα, διασφάλιση υγιούς ανταγωνισμού, εξασφαλισμένη ζήτηση από ένα εύρωστο και πολυπληθές καταναλωτικό κοινό, καθώς και εξειδικευμένη εργασία από ένα μορφωμένο εργατικό δυναμικό.

Ό,τι ισχύει για τους καταναλωτές, ισχύει και για τους επενδυτές. Όποιοι επιλέγουν την καλύτερη ποιότητα, δεν τους πειράζει να την πληρώνουν ακριβότερα. Αντίθετα, όταν τους προσφέρουν χαμηλότερη ποιότητα, προκειμένου να τους δελεάσουν, ρίχνουν την τιμή. Έτσι λειτουργούν και τα κράτη. Όσα αδυνατούν να καλύψουν επαρκώς τις ανάγκες των σύγχρονων επιχειρήσεων, αναγκαστικά κάνουν εκπτώσεις στους φόρους και τους μισθούς.

Τα μετρήσιμα στοιχεία

Υπάρχει μια συγκεκριμένη μεθοδολογία, όπου μετράει τη φορολογική επιβάρυνση ως ποσοστό του κόστους πραγματοποίησης μιας επένδυσης. Πρόκειται για τον Πραγματικό Οριακό Φορολογικό Συντελεστή (EMTR). Ο δείκτης EMTR (Effective Marginal Tax Rate) αξιολογεί επενδύσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί σε μια χώρα, τις πηγές χρηματοδότησης, καθώς και τη σχετική φορολογία με την οποία έχουν επιβαρυνθεί σε κάθε στάδιο υλοποίησής τους.

Από αυτόν τον δείκτη, προκύπτουν πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία: Τα μετάλλια στη φορολογική επιβάρυνση των επενδύσεων τα παίρνει η Ιαπωνία, η Γαλλία και οι ΗΠΑ! (Προφανώς θα χάσουν την τρίτη θέση μετά τις φοροελαφρύνσεις του Trump).

Στη γειτονιά μας, η Βουλγαρία και η ΠΓΔΜ είναι στις τελευταίες θέσεις της βαθμολογίας. Κύπρος, Τουρκία και Ρουμανία βρίσκονται υψηλότερα, αλλά αρκετά χαμηλότερα από την Ελλάδα. Σε σχέση με τα υπόλοιπα «γουρουνάκια», από την Πορτογαλία είμαστε λίγο πιο πάνω, αλλά πολύ πιο χαμηλά από την Ισπανία. Η Ιρλανδία εξακολουθεί να προσφέρει με διαφορά τα μεγαλύτερα φορολογικά κίνητρα.

Η συνολική φορολογία

Το 2015 στην Ελλάδα, το 11,8% πλήρωνε το 67,3% των φόρων. Μάλιστα, το 3,4% των πολιτών πληρώνουν το 42% των φόρων. Κάποιοι θα χαρακτήριζαν το ελληνικό φορολογικό σύστημα, παρά τις ατέλειές του, στον πυρήνα του δίκαιο. Λίγοι πλούσιοι πληρώνουν πολλά και οι πολλοί πληρώνουν λίγα. Πού τέτοια τύχη, όμως.

Ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων επέφερε μόλις τα μισά έσοδα επί του ΑΕΠ, από ό,τι στις άλλες χώρες της ΕΕ. Τα περισσότερα προέρχονται κυρίως από τους έμμεσους φόρους, όπως ο ΦΠΑ (41%) και από τις ασφαλιστικές εισφορές (35%). Ο συνολικός φορολογικός συντελεστής για τις επιχειρήσεις (συμπεριλαμβανομένων και των ασφαλιστικών εισφορών) ήταν υψηλότερος ακόμα και από τη Σουηδία.

Απίστευτο πραγματικά!

Η πραγματική φορολογική επιβάρυνση είναι ένα πλέγμα που περιλαμβάνει μια σειρά από διαφορετικούς φόρους. Δεν είναι μόνο οι γνωστοί φόροι, όπως του εισοδήματος ή της περιουσίας. Σε ασφαλιστικά συστήματα όπως το ελληνικό, δηλαδή όταν οι σημερινοί εργαζόμενοι πληρώνουν τις συντάξεις των συνταξιούχων, οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης δεν είναι τίποτε άλλο παρά φόροι με άλλο όνομα.

Για αυτό το φορολογικό σύστημα δεν είναι μόνο αντιαναπτυξιακό αλλά και άδικο. Οι έμμεσοι φόροι επιβαρύνουν αναλογικά περισσότερο τα αδύναμα στρώματα. Όσο πιο φτωχός είσαι, τόσο μεγαλύτερο ποσοστό καταναλώνεις τα εισοδήματά σου. Άρα αναλογικά πληρώνεις περισσότερο ΦΠΑ από τον πλούσιο. Από την άλλη, οι υψηλές εισφορές αποθαρρύνουν τις προσλήψεις.



Στην εξίσωση δεν πρέπει να παραβλέψουμε τη φορολογική σταθερότητα. Στις ΗΠΑ, από την ίδρυσή τους, έχουν ψηφιστεί 10 φορολογικά νομοσχέδια, ενώ στην Ελλάδα από το 1975 έχουν ψηφιστεί 250!

Το πρόβλημα που δημιουργούν οι συχνές αλλαγές της φορολογικής νομοθεσίας δεν είναι μόνο η ανασφάλεια. Επιβαρύνει με μια άχρηστη σπατάλη ανθρώπινου δυναμικού και χρόνου σε γραφειοκρατικές διαδικασίες. Είναι κωμικοτραγικό, εκτός από τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, οι ίδιοι οι αρμόδιοι φορείς να μη γνωρίζουν τι ισχύει.

Συμπέρασμα

Αποτελεί φαντασίωση να ελπίζει ένα κράτος ότι θα προσελκύσει επενδύσεις διατηρώντας υψηλούς φόρους σε συνδυασμό με προβληματικές παροχές. Είτε θα πρέπει να μειωθούν οι φόροι, είτε να δημιουργηθούν ευνοϊκές συνθήκες που να διευκολύνουν την επιχειρηματικότητα.

Η απάντηση θα προέλθει χτίζοντας μια οικονομία που δεν θα βασίζεται στις χαμηλές αμοιβές, αλλά σε αναπτυγμένες δεξιότητες. Θα μου πείτε -και με το δίκιο σας- πως αυτά δεν είναι παρά ωραία λόγια. Εύκολα τα λες, αλλά δύσκολα τα επιτυγχάνεις. Σύμφωνοι, είναι επίπονο. Ωστόσο, οτιδήποτε άλλο απλά δεν είναι ρεαλιστικό.

Θα πρέπει να κουραστούμε. Και όχι μόνο αυτό, δεν αρκεί. Θα πρέπει να δουλέψουμε και έξυπνα. Να επιδείξουμε εξωστρέφεια. Δεν γίνεται αλλιώς στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον όπου βρισκόμαστε. Όποιος δεν προσαρμόζεται, περιθωριοποιείται. Πρέπει να γίνει κατανοητό, όχι ως απειλή αλλά ως πραγματικότητα.

Κανονικά θα έπρεπε να είμαστε απαισιόδοξοι που οι υπουργοί Οικονομικών δεν έχουν αντιληφθεί το πρόβλημα. Δεν ισχύει όμως. Στις ιδιωτικές συζητήσεις καταλαβαίνεις πως έχουν συνειδητοποιήσει τη ζημιά που προκαλούν οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές. Για αυτό σκοπεύουν να τους μειώσουν με το τέλος των μνημονίων τον Αύγουστο, που θα τους λυθούν τα χέρια. Έτσι λένε τουλάχιστον.

Αν όντως ισχύει ή το επικαλούνται σαν δικαιολογία, θα φανεί σύντομα.

* Πηγές: Γραφείο Προϋπολογισμού και ΔιαΝΕΟσις

** Ο κ. Βασίλης Παζόπουλος είναι οικονομολόγος, χρηματιστηριακός αναλυτής, συγγραφέας του βιβλίου Επενδυτές χωρίς Σύνορα (www.ependytes.com).

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus