Μετά από δύο χρόνια έντονων πιέσεων, υψηλών επιτοκίων και η βιώσιμη χρηματοδότηση με κριτήρια ΕSG δείχνει ξεκάθαρα σημάδια ανάκαμψης. Τα πρόσφατα στοιχεία της Deutsche Bank, σύμφωνα με τα οποία το 2024 καταγράφεται ως το ισχυρότερο έτος για το sustainable finance από το 2021, αποτελούν μια σημαντική ένδειξη ότι οι αγορές επαναξιολογούν τη σχέση τους με τη βιωσιμότητα.
Η αύξηση σε πράσινα ομόλογα, sustainability-linked δάνεια και χρηματοδοτήσεις που συνδέονται με περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς στόχους δεν είναι τυχαία. Αντανακλά μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση, όπου η βιωσιμότητα δεν λειτουργεί ως επικοινωνιακό αφήγημα, αλλά ως ένα απαραίτητο εργαλείο πρόσβασης σε κεφάλαια και διαχείρισης κινδύνου.
Από το ESG hype στην ESG πειθαρχία
Τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μετά το 2022, έγινε σαφές ότι το ESG δεν θα μπορούσε να παραμείνει στο επίπεδο των γενικών δεσμεύσεων. Η πολιτικοποίηση της βιωσιμότητας στις ΗΠΑ, οι κατηγορίες για greenwashing και η ανάγκη για άμεση οικονομική απόδοση οδήγησαν πολλούς επενδυτές σε στάση αναμονής.
Αυτό που βλέπουμε σήμερα, όμως, δεν είναι η υποχώρηση του ESG, αλλά η ωρίμανσή του. Οι επενδυτές επιστρέφουν, όχι επειδή αγνοούν τους κινδύνους, αλλά επειδή ζητούν σαφή σύνδεση μεταξύ χρηματοδότησης και μετρήσιμων αποτελεσμάτων. Σε αυτό το περιβάλλον, τα sustainability-linked χρηματοδοτικά εργαλεία αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς συνδέουν άμεσα το κόστος κεφαλαίου με συγκεκριμένους δείκτες επίδοσης.
Την ίδια στιγμή, οι ρυθμιστικές αρχές στέλνουν ξεκάθαρο μήνυμα προς τράπεζες και επενδυτές. Η Ολλανδική Αρχή Χρηματοπιστωτικών Αγορών (AFM) κάλεσε πρόσφατα τον χρηματοπιστωτικό κλάδο να βελτιώσουν ουσιαστικά τις Εκθέσεις βιωσιμότητας, επισημαίνοντας ελλείψεις στη μεθοδολογία, στην τεκμηρίωση και στη διαφάνεια των sustainability claims.
Η παρέμβαση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς προέρχεται από μία από τις πιο ώριμες αγορές βιώσιμων επενδύσεων στην Ευρώπη. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο. Η επιστροφή της βιώσιμης χρηματοδότησης δεν θα βασιστεί σε labels και γενικόλογες δεσμεύσεις, αλλά σε δεδομένα, αξιόπιστα KPIs και αποδείξεις προόδου.
Γιατί επιστρέφει η ζήτηση τώρα
Η ανανεωμένη ζήτηση που καταγράφει η Deutsche Bank εξηγείται από τρεις βασικούς παράγοντες. Πρώτον, η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί τεράστιες επενδύσεις σε ΑΠΕ, δίκτυα, αποθήκευση ενέργειας και καθαρές τεχνολογίες. Χωρίς τη συμβολή των τραπεζών και των κεφαλαιαγορών, οι στόχοι αυτοί δεν είναι εφικτοί.
Δεύτερον, οι ίδιες οι επιχειρήσεις αντιλαμβάνονται ότι η βιώσιμη χρηματοδότηση αποτελεί ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Σε ένα περιβάλλον υψηλού κόστους χρήματος, η ύπαρξη αξιόπιστης ESG στρατηγικής μπορεί να μειώσει το χρηματοοικονομικό ρίσκο και να βελτιώσει τους όρους χρηματοδότησης.
Τρίτον, το ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο, με την CSRD και την Ευρωπαϊκή ταξινομία, δημιουργεί ένα πιο σαφές και συγκρίσιμο περιβάλλον. Αυτό ενισχύει την εμπιστοσύνη των επενδυτών και περιορίζει τις ασάφειες που χαρακτήριζαν την προηγούμενη φάση του ESG.
Τι σημαίνει αυτό για την ελληνική αγορά
Για την Ελλάδα, οι εξελίξεις αυτές αποτελούν σημαντική ευκαιρία και πρόκληση ταυτόχρονα δεδομένου της έλλειψης ωριμότητας της πλειοψηφίας των επιχειρήσεων. Οι Ελληνικές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα στους τομείς της ενέργειας, των υποδομών, της ναυτιλίας και του τουρισμού, μπορούν να επωφεληθούν από τη δυναμική της βιώσιμης χρηματοδότησης μόνο εφόσον επενδύσουν σοβαρά σε δεδομένα, στόχους, στρατηγική και εσωτερικά συστήματα παρακολούθησης
Χωρίς ουσιαστική ESG στρατηγική και χωρίς αξιόπιστη μέτρηση επιδόσεων, η πρόσβαση σε τέτοια εργαλεία θα παραμείνει περιορισμένη και ακριβή.
Το βασικό συμπέρασμα από τις εξελίξεις αυτές είναι απλό. Το ESG επιστρέφει, αλλά με αυστηρούς όρους. Οι αγορές δεν επενδύουν πλέον στη βιωσιμότητα επειδή είναι ηθικά επιθυμητή, αλλά επειδή είναι οικονομικά αναγκαία. Και οι ρυθμιστές φροντίζουν ώστε αυτή η επιστροφή να βασιστεί σε πειθαρχία και διαφάνεια.
*Ο κ. Νίκος Αυλώνας είναι Πρόεδρος Κέντρου Αειφορίας (CSE) www.cse-net.org, επισκέπτης Καθηγητής Βιώσιμης Ανάπτυξης, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (iMBA)
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.