Η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (6/2026) επιλύει οριστικά το κρίσιμο ζήτημα σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού και το ύψος των τόκων στις ρυθμίσεις για τη διάσωση της κατοικίας του ν. 3869/2010 (Νόμου Κατσέλη).
Σύμφωνα και με την υποδοχή που είχε η απόφαση, οι οφειλέτες υποχρεούνται να καταβάλλουν τη μηνιαία δόση που αντιστοιχεί στο μέρος του κεφαλαίου που αποπληρώνεται κάθε μήνα, προσαυξάνοντας αυτό με το ποσοστό επιτοκίου που προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου.
Ωστόσο, κύκλοι πιστωτών (τράπεζες/servicers) φέρονται να υποστηρίζουν τη θέση ότι η απόφαση αφήνει ανοικτή τη δυνατότητα επιβολής τόκων επί της δόσης που αφορά το κεφάλαιο για όλη τη διάρκεια που έχει διανυθεί από τη έναρξη της ρύθμισης μέχρι την αποπληρωμή της.
Ας δούμε, λοιπόν, κατά πόσον θα μπορούσε να σταθεί μία τέτοια προσέγγιση.
Το διατακτικό των αποφάσεων στις υποθέσεις του νόμου Κατσέλη, το οποίο κλήθηκε να ερμηνεύσει ο Άρειος Πάγος, περιλαμβάνει δύο σαφείς προδιαγραφές για τη ρύθμιση της διάσωσης της κύριας κατοικίας: Σταθερή κάθε μήνα απόσβεση κεφαλαίου και εκτοκισμό του μηνιαίου ποσού απόσβεσης.
Με την πρώτη προδιαγραφή αποκλείεται η τραπεζική μέθοδος της τοκοχρεολυτικής αποπληρωμής του κεφαλαίου, με την οποία εξασφαλίζεται μια σχετική σταθερότητα στη δόση πλην όμως το αποπληρούμενο με κάθε δόση κεφάλαιο συνεχώς μεταβάλλεται.
Με τη δεύτερη προδιαγραφή αποκλείεται και η σπανιότερη τραπεζική μέθοδος της χρεολυτικής αποπληρωμής, καθώς με αυτή ναι μεν παραμένει σταθερό το μέρος του κεφαλαίου που αποσβήνεται, πλην όμως ο τόκος προσδιορίζεται επί του υπολοίπου του κεφαλαίου.
Έτσι το πρώτο καίριο συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο Άρειος Πάγος είναι ότι «η ρητή αναφορά του ύψους της μηνιαίας δόσης στη δικαστική απόφαση, κατά παρέκκλιση από τους τραπεζικούς κανόνες, υποδηλώνει τη πρόθεση του νομοθέτη να αποστεί από τη συμβατική ρύθμιση της έννομης σχέσης βάσει των γενικών κανόνων της τραπεζικής πρακτικής».
Όπως περαιτέρω επισημαίνει, το δικαστήριο, στην περίπτωση της προστασίας της κατοικίας, δεν προβαίνει σε αναδιάρθρωση δανείου, ώστε να ισχύουν τα γενικά εφαρμοζόμενα για τον υπολογισμό της τοκογονίας στις τραπεζικές απαιτήσεις, αλλά διαπλάθει το ίδιο τους όρους αποπληρωμής της ρύθμισης για την προστασία της κατοικίας.
Όσοι επιχειρηματολογούν για την απόφαση δεν μπορούν, επομένως, να επικαλούνται επιχειρήματα από την τραπεζική πρακτική. Ούτε να αγνοούν τους λόγους για τους οποίους ο Άρειος Πάγος αποστασιοποιήθηκε από αυτή.
Ο Άρειος Πάγος αναγνωρίζει τη σημασία που έχει η προστασία της κύριας κατοικίας, ως μάλιστα συνταγματικά προστατευόμενου κοινωνικού αγαθού, για την επανένταξη του υπερχρεωμένου οφειλέτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή. Έτσι, στη δόση που ορίζεται από το Δικαστήριο για την προστασία της κύριας κατοικίας ο Άρειος Πάγος βλέπει «την οροφή και όχι μία βάση υπολογισμού δυνάμενη να επιβαρυνθεί ουσιωδώς με τον συνυπολογισμό υπέρογκων τόκων».
Ο λόγος που ο Άρειος Πάγος καταφεύγει στον υπολογισμό του επιτοκίου επί της μηνιαίας δόσης είναι, λοιπόν, για να προάγει τον σκοπό του νόμου για τη διάσωση της κύριας κατοικίας. Αποκλείει ρητά μία τραπεζική πρακτική που επιτρέπει μέσω διαφορετικού υπολογισμού την αποκόμιση κέρδους για τον πιστωτή, καθώς «θα οδηγούσε εν προκειμένω στον εκ νέου εγκλωβισμό του δανειολήπτη σε υπέρογκες δόσεις, υπερβαίνουσες τις οικονομικές του δυνατότητες, καταστρατηγώντας έτσι το πνεύμα και το σκοπό του νόμου. Διαφορετική δηλαδή αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του ν. 3869/2010».
Έτσι, όταν ο Άρειος Πάγος αναφέρεται στη λήψη του νομίμου τόκου χρηματικών απαιτήσεων εννοεί εκείνον που «έχει αναγνωριστεί με τη δικαστική απόφαση». Όταν το δικαστήριο επεμβαίνει δικαιοπλαστικά και διασπά το κεφάλαιο σε περισσότερα επιμέρους κεφάλαια, ορίζοντας ότι ο τόκος δεν μπορεί να υπολογίζεται επί της συνολικής οφειλής, μεταθέτει το χρόνο οφειλής και τοκοφορίας του επιμερισμένου κεφαλαίου.
Όταν αναφέρεται δε στη συνέχεια σε οφειλή σταθερού ή κυμαινόμενου επιτοκίου, η διάκριση γίνεται μόνο για τον προσδιορισμό του επιτοκίου για τον αντίστοιχο μήνα καταβολής με βάση το οποίο θα προσαυξηθεί/καθορισθεί η μηνιαία δόση.
Αυτό το οποίο υποστηρίζουν νομικοί κύκλοι πιστωτών θα ακύρωνε όλες τις παραπάνω σκέψεις του Αρείου Πάγου. Ο τόκος, στη δική τους λογική, καταλαμβάνει τη συνολική οφειλή, καθώς δεν υπάρχει μέρος του κεφαλαίου που να μην τοκίζεται και να μην αποδίδει κερδοφορία στις τράπεζες/funds.
Εμφανίζουν τον Άρειο Πάγο να απορρίπτει την τραπεζική πρακτική, όχι για να οδηγήσει τον οφειλέτη -όπως διακηρύσσεται στην απόφαση- σε μία καλύτερη κατάσταση, αλλά σε μία ίδια ή και χειρότερη, σε κάθε περίπτωση και πιο πολύπλοκη, αφού η δόση κάθε μήνα θα κλιμακώνεται σε συνεχώς υψηλότερα επίπεδα.
Οι απόψεις των παραπάνω κύκλων που αξιώνουν τοκοφορία για τη χρήση κεφαλαίου από την έναρξη της διάρκειας της ρύθμισης αξιολογήθηκαν, απορρίφθηκαν από την πλειοψηφία και ανήκουν στη μειοψηφία της απόφασης.
H απόφαση της Ολομέλειας, ασφαλώς, εφαρμόζεται αναδρομικά αφού η ερμηνεία των αποφάσεων ανατρέχει στο χρόνο έκδοσής τους. Αναπόφευκτα, στις περιπτώσεις που οι οφειλέτες έχουν καταβάλλει μεγαλύτερα ποσά τίθεται ζήτημα είτε επιστροφής, είτε συμψηφισμού των ποσών αυτών.
Αυτό που προέχει, και είναι εντέλει προς όφελος κατ’ εξοχήν των πιστωτών, είναι να επιδιώξουν μία συνεργατική διευθέτηση των ζητημάτων που ανακύπτουν από την εφαρμογή της απόφασης του Αρείου Πάγου με τους οφειλέτες.
Να παράσχουν επικαιροποιημένη ενημέρωση για το ιστορικό εξυπηρέτησης της οφειλής, ώστε να αποκατασταθούν η νομιμότητα, η διαφάνεια και η σταθερότητα στην καταβολή των δόσεων. Και αυτή τη συνεργατική προσέγγιση δεν τη βοηθά η αλλοίωση του περιεχομένου της Απόφασης της Ολομέλειας.
* Ο Δ. Σπυράκος είναι Διδάκτωρ Νομικής. Ως Γενικός Γραμματέας Καταναλωτή είχε την ευθύνη σύνταξης του ν. 3869/2010, γνωστού ως «νόμος Κατσέλη».
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.