Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Τα ”αν” του πολέμου στο Ιράκ

Αν η αμερικανική οικονομία ευνοηθεί από προνομιακή τιμή πετρελαίου κι αν ασκηθεί μετά το τέλος του πολέμου μια σχετικά περιοριστική δημοσιονομική πολιτική, τότε είναι πιθανόν να δούμε τις ΗΠΑ να χρησιμεύουν ως ατμομηχανή για να τραβήξουν την παγκόσμια οικονομία από την ύφεση που διέρχεται, επισημαίνει μεταξύ άλλων ο Α. Κεφαλάς.

Τα ”αν” του πολέμου στο Ιράκ
του Αντώνη Κεφαλά*

Με τον πόλεμο κατά του Ιράκ σίγουρο, τα ανά τον κόσμο χρηματιστήρια επιδεικνύουν μια χαρακτηριστική νευρικότητα- η οποία μπορεί να δικαιολογηθεί με αναφορά σε τρεις παράγοντες:

* Την παρατεταμένη διάρκεια του πολέμου και τη συνακόλουθη διατήρηση της τιμής του πετρελαίου στα σημερινά ή και σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα. Το γεγονός αυτό ισοδυναμεί με τη μεταφορά πόρων από τις χώρες που είναι ελλειμματικές σε πετρέλαιο στα πετρελαιοπαραγωγά κράτη και έτσι τη μείωση του εισοδήματος, οπότε και τον περιορισμό της κατανάλωσης, των επενδύσεων και της ανάπτυξης.

* Το ξέσπασμα, μετά τον πόλεμο, μιας σειράς τρομοκρατικών πράξεων που θα εκτρέψουν την παγκόσμια οικονομία από την πορεία της, οδηγώντας μέσα από την αναστάτωση στην ύφεση.

* Την πιθανότητα, με αφορμή τον πόλεμο, να ξεσπάσει μία σύγκρουση πολιτισμών α λα Χάντινγκτον, που θα διαφοροποιήσει την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας προς το χειρότερο.

Με μία ψυχρή λογική, παρατηρητές στις ΗΠΑ θεωρούν πως οι φόβοι αυτοί δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ιδιαίτερα βάσιμοι. Όχι πως οι ανωτέρω πιθανότητες δεν υπάρχουν ή πως δεν είναι ορατές. Αλλά ο αντίλογος έχει ως εξής:

* Ο πόλεμος δεν θα κρατήσει πολύ, απλώς διότι η υπεροπλία των ΗΠΑ είναι τόσο μεγάλη και τα όπλα που θα χρησιμοποιηθούν τόσο καινούργια, που άμυνα δεν υπάρχει- ακόμη και σε οδομαχίες μέσα στη Βαγδάτη.

* Η παγκόσμια οικονομία έδειξε πως μπορεί να αντιμετωπίσει τρομοκρατικά χτυπήματα με κόστος που είναι μικρό και απορροφάται γρήγορα.

* Τα συμφέροντα των πετρελαιοπαραγωγών χωρών είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένα μ’ αυτά της Δύσης, που η ”σύγκρουση πολιτισμών” δεν είναι ούτε πιθανή ούτε εφικτή.

Στην ίδια λογική βάση προβάλλεται και το επιχείρημα πως η όποια αναστάτωση στους παραδοσιακούς κλάδους της οικονομίας -π.χ. προϊόντα πολυτελείας, κατοικίες, αυτοκίνητα, ηλεκτρικά είδη κ.λπ.- που μπορεί να επέλθει από μία εμπόλεμη κατάσταση, άνετα αντισταθμίζεται από την τόνωση που θα δεχτεί ο ευρύτερος αμυντικός τομέας: πλοία, αεροπλάνα, πυρομαχικά, πύραυλοι, συμβατικός εξοπλισμός και οπλισμός, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, τηλεπικοινωνίες, μεταφορές κ.λπ.

Ο πραγματικός κίνδυνος ενός παρατεταμένου πολέμου εστιάζεται στους ακόλουθους τομείς:

* Στον δημοσιονομικό τομέα, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, οι οποίες και θα σηκώσουν το μεγαλύτερο βάρος. Τα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα θα οδηγήσουν σε αύξηση του κόστους του χρήματος, καθώς και σε ευρύτερες πληθωριστικές πιέσεις. Πιθανώς και σε φαινόμενα crowding out - όπου δηλαδή η ζήτηση και απορρόφηση κεφαλαίων (αποταμιευτικών πόρων) από το κράτος θα στερήσει κεφάλαια από τις επιχειρήσεις- με αρνητικές επιπτώσεις στις επενδύσεις.

* Στην αναστάτωση των ροών κεφαλαίων, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν στρεβλώσεις στη διεθνή κατανομή πόρων και έτσι σε αύξηση του κόστους επένδυσης και παραγωγής.

* Στην εκτροπή ροών εμπορίου, με αποτέλεσμα να εμφανιστούν ορισμένες ελλείψεις στις αγορές και να ενθαρρυνθεί σε ορισμένες περιπτώσεις η ανάπτυξη εταιριών που δεν θα είναι βιώσιμες χωρίς προστασία κάποιας μορφής - δασμούς, επιδοτήσεις, αποκλειστικά συμβόλαια. Μια τέτοια κατάσταση θα στρεβλώσει τον ανταγωνισμό.

* Αποδυνάμωση, υποβάθμιση, ακόμη και κατάργηση ορισμένων από τις κατακτήσεις του κοινωνικού κράτους, καθώς δεν θα υπάρχουν χρήματα, με αποτέλεσμα την εμφάνιση εντόνων φαινομένων κοινωνικού αποκλεισμού και κοινωνικών συγκρούσεων.

Μία σοβαρή περίπτωση που θα πρέπει να εξεταστεί είναι η πιθανότητα ότι το τέλος του πολέμου (για να μην πούμε το ίδιο το ξεκίνημά του) μπορεί να σημάνει και το τέλος του bear market που έχει εγκατασταθεί στις τερματικές οθόνες των επενδυτών και χρηματιστών εδώ και μία τριετία και δεν λέει να αποχωρήσει.

Αν δεχθούμε τη θεωρία πως η αβεβαιότητα αποτελεί το ”κόκκινο πανί” του κάθε επενδυτή, τα ανά τον κόσμο χρηματιστήρια θα πρέπει να ανακάμψουν τη στιγμή που θα διαφανεί πως οι ΗΠΑ έχουν εξασφαλίσει τη στρατιωτική νίκη τους. Αν αυτή συνοδευτεί και από πολιτική νίκη, με την έννοια πως αφενός μεν θα δημιουργηθεί εφικτή, αποδεκτή και αποτελεσματική διάδοχος του Σαντάμ κατάσταση, αφετέρου δε θα καταστεί ξεκάθαρο πως το Ιράκ είχε όπλα μαζικής καταστροφής, τότε ”οι ταύροι θα διώξουν τις αρκούδες” και οι αγορές θα ανασάνουν.

Ακολουθώντας την ίδια λογική, μπορεί να προβληθεί και το επιχείρημα ότι με το Ιράκ στα χέρια των Αμερικανών η ισχύς της Σαουδικής Αραβίας ως καθοριστικός παραγωγός του ΟΠΕΚ (swing producer) θα εξασθενίσει και η τιμή του πετρελαίου θα μειωθεί, με προφανή ευνοϊκά αποτελέσματα στην παγκόσμια οικονομία.

Ως παραλλαγή του σεναρίου αυτού προβάλλεται και η περίπτωση οι ΗΠΑ να ”τιμωρήσουν” την Ευρώπη, και ειδικά τον γαλλο-γερμανικό άξονα για την αντίθεσή του, διατηρώντας την τιμή του πετρελαίου περίπου στα 20 δολάρια το βαρέλι, αλλά αγοράζοντάς το οι ίδιες από το Ιράκ στα 12 δολάρια το βαρέλι.

Θα πρέπει να σημειωθεί, μάλιστα, πως ο ΟΠΕΚ έχει καταλήξει στο συμπέρασμα πως η τιμή της τάξης των 20- 22 δολαρίων είναι η πλέον ενδεδειγμένη, αφενός μεν για τη μακρόχρονη αντικατάσταση των αποθεμάτων πετρελαίου, αφετέρου δε για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης των μελών του.

Αν η αμερικανική οικονομία ευνοηθεί από προνομιακή τιμή πετρελαίου κι αν ασκηθεί μετά το τέλος του πολέμου μια σχετικά περιοριστική δημοσιονομική πολιτική ώστε να αποφευχθεί η αύξηση των επιτοκίων, τότε είναι πιθανόν να δούμε τις ΗΠΑ να χρησιμεύουν ως ατμομηχανή για να τραβήξουν την παγκόσμια οικονομία από την ύφεση που διέρχεται.

Σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα πρέπει να εκπλαγούμε αν δούμε να σπάει η σχέση μεταξύ επιτοκίων και μετοχών και κινηθούν και τα δύο ανοδικά- αν και η αύξηση των επιτοκίων (αν συμβεί) θα είναι εξαιρετικά περιορισμένη- τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 2003, οπότε θα έχει ξεκαθαρίσει και η πολιτική και η οικονομική κατάσταση.

Για την Ελλάδα, νίκη των ΗΠΑ θα έχει ως επακόλουθο ευνοϊκά αποτελέσματα για την οικονομία της, τουλάχιστον στον βαθμό που η γενική κατάσταση θα ομαλοποιηθεί. Αν η Ευρώπη ”τιμωρηθεί”, τότε βέβαια και η χώρα μας θα υποστεί τις συνέπειες.

Για το ελληνικό χρηματιστήριο ας μη μιλήσουμε.

Η συμπεριφορά του είναι ανάλογη μ’ αυτήν που θα περίμενε κανείς σε περιπτώσεις καταστροφής. Αν τώρα αλλάξει συμπεριφορά με το τέλος του πολέμου, αυτό θα είναι όχι απλώς έκπληξη, αλλά θαύμα που θα αποκαθιστά την πίστη στον Θεό.

* Αναδημοσίευση από το φύλλο του ”Μετόχου” με ημερομηνία 4 Μαρτίου 2003.


Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο