Πολιτικός εντυπωσιασμός και οικονομική αβεβαιότητα

Είναι αδύνατο για οποιονδήποτε αρχηγό κόμματος να αλλάξει ριζικά τα κέντρα λήψης αποφάσεων, να απεμπλακεί από συμφέροντα και να σχεδιάσει ένα νέο πρόγραμμα, αλλάζοντας ταυτόχρονα και τα πρόσωπα που θα χρησιμοποιήσει, σχολιάζει ο Αντώνης Κεφαλάς με αφορμή την επικείμενη ανάληψη της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ από τον Γ. Παπανδρέου.

Πολιτικός εντυπωσιασμός και οικονομική αβεβαιότητα
του Αντώνη Κεφαλά*

Όπως είχε απόλυτο δικαίωμα το ΠΑΣΟΚ, τράβηξε έναν (τον τελευταίο;) άσσο από το μανίκι του και μερικώς τουλάχιστον ανέτρεψε σε πρώτη φάση το πολιτικό σκηνικό.

Εναπομένει να δούμε πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση όταν θα καταλαγιάσει κάπως ο κουρνιαχτός των επικοινωνιακών τρικ, αν δηλαδή τα κέρδη του κυβερνώντος κόμματος από την αλλαγή στα πρόσωπα και την ηγεσία θα διατηρηθούν ή αν το εκλογικό σώμα θα τα ερμηνεύσει ως ένα απελπισμένο πυροτέχνημα και θα αφήσει τη Νέα Δημοκρατία να διατηρήσει το προβάδισμα που τώρα εξακολουθεί και έχει.

Μία απόρριψη των ”αλλαγών” στο ΠΑΣΟΚ δεν θα πρέπει πάντως να ερμηνευτεί υποχρεωτικά και ως καταδίκη του εγχειρήματος που αποκαλείται Γεώργιος Παπανδρέου.

Στο παρελθόν ο ελληνικός λαός έχει δείξει απίστευτη ωριμότητα στην πολιτική κρίση του. Μία μη επανεκλογή του ΠΑΣΟΚ στην παρούσα φάση θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως εντολή πρώτα να προχωρήσει η σε βάθος αλλαγή σε πρόσωπα, μηχανισμούς και πολιτικές και μετά να διεκδικήσει ξανά το κόμμα την εξουσία.

Πέρα, όμως, από την καθαρά πολιτική πλευρά των κινήσεων στην εκλογική σκακιέρα, υπάρχει το τεράστιο, άλυτο και πιεστικό πρόβλημα της οικονομίας.

Διότι παραμένει το απλό γεγονός ότι στην περίοδο 1982-2002 ο μέσος όρος του ελληνικού κατά κεφαλήν ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) μειώθηκε σε σύγκριση με το αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέγεθος: από 70% κατέβηκε στο 66,4%.

Βελτίωση υπήρξε στην οκταετία της διακυβέρνησης Σημίτη, αλλά αυτή απλώς κάλυψε μέρος από τις απώλειες που σημειώθηκαν στην περίοδο 1982-1996 και με εξαίρεση την τριετία της Ν.Δ. Η πραγματική σύγκλιση, δηλαδή, παραμένει για την Ελλάδα και τον Έλληνα περίπου ένα άπιαστο όνειρο.

Τα οικονομικά προβλήματα δεν είναι βέβαια άσχετα με τα πολιτικά. Η υποταγή της κυβέρνησης Σημίτη στα εκδοτικά, κατασκευαστικά και αμυντικά επιχειρηματικά συμφέροντα παραπέμπει σε μία πολύ πιο αποτελεσματική δημιουργία και στήριξη σε νέα τζάκια, σε σύγκριση με αυτή που αποδίδεται σε παρόμοια -διόλου αδιάφανη και έντονα απολιτική- προσπάθεια του Γιώργου Παπανδρέου προς το τέλος της δεκαετίας του 1980.

Ο μεν πρώτος δημιούργησε και στήριξε τους επιχειρηματίες αυτούς, με αποτέλεσμα να καταστεί δέσμιός τους. Ο δεύτερος κινήθηκε για να ενθαρρύνει την ανάδειξη μιας νέας, ανεξάρτητης και υγιούς επιχειρηματικής τάξης, σε ουσιαστική αντιπαράθεση με μεγάλο μέρος του ΠΑΣΟΚ, το οποίο τότε έβλεπε τους επιχειρηματίες ως προδότες και τα κέρδη ως μίασμα.

Το μεγάλο πρόβλημα που δημιουργεί η έλευση του Γιώργου Παπανδρέου στην αρχηγία του ΠΑΣΟΚ και όλη η επακόλουθη συγκινησιακή φόρτιση που τη συνοδεύει, εστιάζεται σε τρία σημεία.

Είναι τελείως αδύνατο για οποιονδήποτε αρχηγό κόμματος, όποια και να είναι η εμβέλειά του στα στρώματα των οπαδών και στους μηχανισμούς του, να αλλάξει ριζικά τα κέντρα λήψης αποφάσεων, να απεμπλακεί από τα συμφέροντα που το στηρίζουν και να σχεδιάσει ένα νέο πρόγραμμα, αλλάζοντας ταυτόχρονα και τα πρόσωπα που θα χρησιμοποιήσει. Και όλα αυτά σε προεκλογική περίοδο.

Επομένως, ο κ. Γιώργος Παπανδρέου, όταν αναλάβει την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, θα έχει δύο επιλογές αναφορικά με την οικονομική πολιτική - και κατ’ επέκταση τους τομείς της επιχειρηματικής δράσης που συνδέονται άμεσα με το ΠΑΣΟΚ.

Η πρώτη είναι να μην καμία αλλαγή. Εξάλλου, ο κ. Παπανδρέου δεν έχει ποτέ εμφανιστεί με απόψεις για την οικονομία και την οικονομική πολιτική, τουλάχιστον μέσα στα πλαίσια που έχουν διαμορφωθεί από το 1990 και μετά.

Η δεύτερη είναι να κάνει αλλαγές, διότι ο κ. Παπανδρέου είναι ένας έντιμος πολιτικός που τηρεί τον λόγο του, αλλά αυτές υποχρεωτικά θα γίνουν αφού έρθει στην εξουσία και αφού αναπόφευκτα πειραματιστεί.

Η διαφορά με τη Νέα Δημοκρατία εστιάζεται στο γεγονός ότι μετά τη μακρά παραμονή της στην αντιπολίτευση δεν έχει δεσμεύσεις, δεν έχει ανάγκη να αλλάξει πρόσωπα και πράγματα και είναι απόλυτα προετοιμασμένη να έρθει σε ρήξεις. Είναι μάλιστα γνωστό ότι η επιλογή των μετώπων έχει ήδη γίνει.

Αυτό σημαίνει ότι σε μία ιδιαίτερα επικίνδυνη περίοδο η αναγκαία αλλαγή στην οικονομία και στην οικονομική πολιτική, αλλαγή που πρέπει να γίνει με προσχεδιασμένο πρόγραμμα και ταχύτητα, γιατί είναι επείγουσα, θα πρέπει πρώτα να περάσει από τα τριάντα κύματα της εσωκομματικής διαμάχης και του σπασίματος τόσο της σημερινής νομενκλατούρας του ΠΑΣΟΚ όσο και του πλέγματος της διαφθοράς και της αδιαφάνειας που το έχει στηρίξει και μετά να φτάσει στην κοινωνία.

Το πρώτο και επείγον πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει η νέα κυβέρνηση εστιάζεται στα δημοσιονομικά. Είναι απόλυτα σαφές ότι η κατάσταση έχει ξεφύγει από τον έλεγχο και ότι αυτός είναι ένας από τους λόγους που έχουν επισπευσθεί οι εκλογές.

Μέχρι τότε, οι αρμόδιες υπηρεσίες ακολουθούν οδηγίες για συγκάλυψη της κατάστασης, οδηγίες που φτάνουν μέχρι τα ξεκάθαρα και αναίσχυντα ψεύδη. Ευτυχώς που υπάρχουν μερικοί ενσυνείδητοι υπάλληλοι του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, οι οποίοι φροντίζουν να διαρρεύσει η αλήθεια -έστω και η μερική- και έτσι μπορούμε να πληροφορηθούμε τι ΜΑΣ συμβαίνει και τι παίζεται στη δική ΜΑΣ πλάτη.

Διότι οι αρμόδιοι επιτελείς έχουν φροντίσει για τις δικές τους. Οι πλέον ακριβείς εκτιμήσεις τοποθετούν το μεν πραγματικό έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης στο 2,5% - 3%, το δε πραγματικό δημόσιο χρέος στο 115% του ΑΕΠ.

Η πραγματική δημοσιονομική εικόνα προκύπτει, εξάλλου, αν ληφθεί υπόψη και το ύψος των χρεολυσίων που καταβάλλονται και το μέγεθος του ενδοκυβερνητικού χρέους.

Το πρώτο δείχνει την πραγματική δημοσιονομική πίεση που ασκείται στους πόρους, το δεύτερο τα πραγματικά βάρη που σηκώνουμε τώρα και κληροδοτούμε στα παιδιά μας. Κι αυτό θα είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα στην υστεροφημία του ΠΑΣΟΚ.

Οι εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία κάθε άλλο παρά ενθαρρυντικές είναι. Όπως και στην Ελλάδα, έτσι και στο εξωτερικό έχει εμφανιστεί μία σχολή η οποία επικεντρώνεται στον ρυθμό ανάπτυξης και αγνοεί την ποιότητα της ανάπτυξης.

Αγνοεί τη νομισματική αναταραχή, όπου το δολάριο θα πρέπει να υποτιμηθεί τουλάχιστον κατά 40% έναντι του ευρώ, για να θεωρηθεί πως το εξωτερικό έλλειμμα των ΗΠΑ μπορεί να τεθεί υπό έλεγχο. Αγνοεί την εισοδηματική ανισότητα που δημιουργείται, με κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις που ”επιστρέφουν” αρνητικά στην οικονομία.

Αγνοεί την άνοδο της τιμής του πετρελαίου, τη στιγμή που δεν υπάρχει εμφανής λόγος γι’ αυτό. Παραβλέπει τη διατήρηση της ανεργίας σε υψηλά επίπεδα στις ΗΠΑ και την αδυναμία της Ευρώπης να ξεφύγει από τη στασιμότητα.

Και επιλέγει να μην ερμηνεύει ”έξω από το κουτί” την άρνηση της ΕΚΤ να μειώσει τα επιτόκια, όπως και της Κίνας και γενικά της Άπω Ανατολής να αποδεσμεύσει τα νομίσματά της από το δολάριο.

Αν εξαιρέσει κανείς την υστερία με τους Ολυμπιακούς Αγώνες και τη ψεύτικη παροδική ευφορία που δημιουργούν, η χώρα μας βρίσκεται σε μια εξαιρετικά κρίσιμη καμπή, διεθνώς και εσωτερικά.

Ο Γιώργος Παπανδρέου και ένα νέο και ανανεωμένο ΠΑΣΟΚ μπορεί να αποτελούν την εφεδρεία του αύριο. Ο Γιώργος Παπανδρέου και το παλιό ΠΑΣΟΚ σε αναδιάρθρωση δεν αποτελούν τη διακυβέρνηση του σήμερα.

* Αναδημοσίευση από το φύλλο 304 της εφημερίδας ”ΜΕΤΟΧΟΣ & Επενδύσεις” της 16ης Ιανουαρίου 2004.

Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο