Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Πετρέλαιο - επιτόκια βαρύνουν την οικονομία

Αν οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν στα σημερινά επίπεδα, η Κίνα δεν καταφέρει να συγκρατήσει την οικονομία της και η δημοσιονομική ώθηση των ΗΠΑ δείξει σημεία εξάντλησης, τότε, όταν θα αυξηθούν τα επιτόκια, η παγκόσμια και η ελληνική οικονομία θα αντιμετωπίσουν την προοπτική τουλάχιστον μίας νέας φάσης στασιμότητας, επισημαίνει ο Αντώνης Κεφαλάς.

Πετρέλαιο - επιτόκια βαρύνουν την οικονομία
του Αντώνη Κεφαλά*

Με αντίρροπες τάσεις φαίνεται πως θα πορευθεί η παγκόσμια οικονομία στο άμεσο μέλλον, διαψεύδοντας έτσι τόσο τους αισιόδοξους όσο και τους απαισιόδοξους - με τους δεύτερους να υπερισχύουν ελαφρώς των πρώτων ως προς τον βαθμό ακρίβειας των προβλέψεων.

Στην ουσία το ποτήρι παραμένει πάντα μισό: οι μεν αισιόδοξοι το βλέπουν μισογεμάτο οι δε απαισιόδοξοι μισοάδειο.

Ένας νέος παράγων, όμως, που φαίνεται πως έχει τη δυνατότητα να αλλάξει αυτήν την ισορροπία... τρόμου, έκανε την εμφάνισή του, το πετρέλαιο. Στην ιστορία αυτή η Ελλάδα δεν παραμένει αμέτοχη.

Αντίθετα, ακριβώς επειδή η χώρα μας έχει υστερήσει σημαντικά σε όλο το φάσμα των ενεργειών για τη μείωση της ενεργειακής εξάρτησής της γενικά, και ειδικά από το πετρέλαιο, μία πιθανή αναταραχή στην αγορά πετρελαίου θα επηρεάσει την οικονομία μας και την ανάπτυξή της σε αναπάντεχα μεγάλο βαθμό, και πάντως θα την κάνει να υποφέρει περισσότερο απ’ ό,τι άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το διεθνές περιβάλλον

Οι ΗΠΑ συνεχίζουν την ξέφρενη κούρσα τους, με το ΑΕΠ να αυξάνεται με ετήσιο ρυθμό 4,9% στο α΄ τρίμηνο του 2004. Κινητήριες δυνάμεις είναι τα χαμηλά επιτόκια, η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική και οι φορολογικές ελαφρύνσεις. Παράλληλα, όμως, ο πληθωρισμός έκανε την εμφάνισή του, με τις τιμές παραγωγού να σημειώνουν άνοδο 1,4% τον Μάρτιο.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση η εικόνα παραμένει η ίδια, με την ανάπτυξη στο 1,7% σε ετήσια βάση και τον πληθωρισμό στο 2%, ακριβώς στα όρια που είναι αποδεκτά από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Στην Άπω Ανατολή συνεχίζεται επίσης η γρήγορη ανάπτυξη, με την Ιαπωνία να δείχνει πως ξεφεύγει από την παγίδα της στασιμότητας και του αποπληθωρισμού και τις λοιπές χώρες να ακολουθούν.

Η ταχύρυθμη ανάπτυξη συνεχίζεται και στην Κίνα, αλλά εκεί παρουσιάζει τα δύο πρόσωπα: του Δρ. Τζέκιλ και του κ. Χάιντ. Οι τιμές έχουν ξεκινήσει μία ανοδική πορεία και η ρευστότητα της οικονομίας είναι τεράστια, λόγω του επεκτατικού τραπεζικού δανεισμού και της εισροής συναλλάγματος. Ήδη, ξεκίνησαν προσπάθειες για να περιοριστεί ο δανεισμός και να συγκρατηθεί ο ρυθμός ανόδου των τιμών.

Η Κίνα σταμάτησε να είναι εξαγωγέας αποπληθωρισμού και μετατρέπεται σε βασική πηγή διεθνών πληθωριστικών πιέσεων, καθώς απορροφά τεράστιες ποσότητες, π.χ., πρώτων υλών. Στην Κίνα καταλήγει το 30% της παγκόσμιας παραγωγής τσιμέντου και το 35% της παγκόσμιας παραγωγής χάλυβα, ενώ λόγω της Κίνας το κόστος μεταφοράς αργού πετρελαίου στην αγορά spot έχει υπερτριπλασιαστεί μέσα σε δύο χρόνια.



Φαίνεται, λοιπόν, πως προχωρούμε με γοργά βήματα προς το τέλος της εποχής των χαμηλών επιτοκίων, με μη προβλέψιμες συνέπειες από ’κεί και πέρα για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας. Η αρχή θα γίνει -σχεδόν υποχρεωτικά- από τις ΗΠΑ και η Κίνα αργά ή γρήγορα θα υποχρεωθεί να ακολουθήσει, ακόμη και με μικρή ανατίμηση του ρενμίμπι (γουάν).

Ο τζόκερ του πετρελαίου

Αν η προοπτική της ανόδου των επιτοκίων δημιουργεί ανησυχία, οι εξελίξεις στον τομέα του πετρελαίου προξενούν αϋπνία. Η έκταση του προβλήματος φαίνεται από ένα απλό γεγονός: τον Μάρτιο του 2002 -όταν η παγκόσμια οικονομία βρισκόταν στο χαμηλότερο σημείο της ύφεσης- η τιμή αναφοράς του πετρελαίου που καθορίζει ο ΟΠΕΚ ήταν 22,64 δολάρια το βαρέλι.

Ένα χρόνο αργότερα η τιμή είχε φτάσει στα 29,78 δολάρια. Ακόμη ένα χρόνο αργότερα, όταν η παγκόσμια ανάκαμψη φαίνεται -επιφανειακά τουλάχιστον- να έχει σταθεροποιηθεί, η τιμή φτάνει τα 32,05 δολάρια, και ένα μήνα αργότερα βρίσκεται στα 33,99 δολάρια το βαρέλι. Μία εβδομάδα ενωρίτερα, στις 22 Απριλίου 2004, ήταν 32,5 δολάρια.

Είναι γεγονός ότι από την 1η Απριλίου 2004 ο ΟΠΕΚ μείωσε την επίσημη παραγωγή του στα 23,5 εκατ. βαρέλια την ημέρα, συγκριτικά με την αμέσως προηγούμενη ποσόστωση της τάξης των 24,5 εκατ. βαρελιών. Η μείωση αυτή δεν ευθύνεται για την αύξηση της τιμής.

Ο ΟΠΕΚ έχει δεδηλωμένη πολιτική να διατηρεί την τιμή του πετρελαίου στο φάσμα των 22-28 δολαρίων το βαρέλι, διότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, αυτό συμβάλλει:

Στη διατήρηση ικανοποιητικών ρυθμών ανάπτυξης στην παγκόσμια οικονομία, με προφανή αναφορά σε μεγέθη της τάξης του 2%-4%. Στην αποφυγή εμφάνισης πληθωριστικών τάσεων.

Στη δημιουργία των κατάλληλων προϋποθέσεων για να συνεχίσουν οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες να επενδύουν στην ανακάλυψη κοιτασμάτων και σε σύγχρονο εξοπλισμό για την εξόρυξη του και διύλισή του.



Με βάση τις σημερινές τιμές, η πολιτική αυτή δεν φαίνεται να ακολουθείται. Ωστόσο, αν διαβάσει κανείς προσεκτικά την ομιλία του γενικού γραμματέα του ΟΠΕΚ, Δρ. Purnomo Yusgiantoro, στο 5ο Παγκόσμιο Συνέδριο Πετρελαίου στις 29 Απριλίου 2004 στο Παρίσι, θα δει ότι ο ΟΠΕΚ ενδιαφέρεται για τη διατήρηση της τιμής στο συγκεκριμένο φάσμα των 22-28 δολαρίων όχι μόνιμα, αλλά ως μέσο όρο για μία λογική χρονική περίοδο, που πάντως δεν προσδιορίζεται.

Οι αποκλίσεις από το προκαθορισμένο φάσμα δεν αποκλείονται, ιδιαίτερα επειδή λαμβάνονται υπόψη και παράγοντες όπως η εποχικότητα στη χρήση του πετρελαίου, οι παγκόσμιες πολιτικές εξελίξεις κ.ο.κ.

Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η επιλογή του συγκεκριμένου φάσματος τιμών δεν έχει γίνει με βάση μόνο τους τρεις παράγοντες που αναφέρονται πιο πάνω, αλλά έχοντας κατά νου και την ”κρυφή ατζέντα” να διατηρήσει το πετρέλαιο το μερίδιο του 40% στην παγκόσμια κατανάλωση ενέργειας. Ας σημειωθεί ότι τα κράτη-μέλη του ΟΠΕΚ κατέχουν το 80% των παγκόσμιων αποδεδειγμένων κοιτασμάτων αργού πετρελαίου και ο ΟΠΕΚ καλύπτει το 50% της παγκόσμιας παραγωγής.

Το πρόβλημα

Ο ΟΠΕΚ είναι, λοιπόν, διατεθειμένος να ανεχθεί τιμές που ξεφεύγουν από το όριο των 22-28 δολαρίων για στρατηγικούς λόγους. Αυτό, όμως, στη συγκεκριμένη στιγμή υπονομεύει μία -κατά πολλούς- αμφίρροπη ανάπτυξη, καθώς σε συνδυασμό με την προοπτική ανόδου των επιτοκίων μπορεί να οδηγήσει και σε αυξήσεις κόστους και σε αναβολή επενδυτικών σχεδίων, οπότε και σε νέα άνοδο της ανεργίας και επιβράδυνση της ανάπτυξης.

Το πρόσθετο κρίσιμο σημείο είναι ότι, ενώ στις περισσότερες χώρες συνέχισε να μειώνεται η αναλογία ενέργειας που απαιτείται για να παραχθεί μία μονάδα του ΑΕΠ, η προσπάθεια αυτή αποδυναμώθηκε από το 2000 και μετά. Η Ελλάδα δε είναι μία από τις ελάχιστες χώρες όπου η βελτίωση αυτή είναι έτσι κι αλλιώς διαχρονικά ελάχιστη.

Έτσι, η άνοδος της τιμής του πετρελαίου βρίσκει την παγκόσμια οικονομία σε μία αδύναμη φάση ανάκαμψης να υποφέρει από το φάσμα της ανόδου των επιτοκίων και να έχει αυξήσει την ενεργειακή και πετρελαϊκή εξάρτησή της. Αυτό δε ισχύει ακόμη περισσότερο για την Ελλάδα, η οποία έχει να αντιμετωπίσει επιπλέον τα προβλήματα των Ολυμπιακών Αγώνων και την κακή δημοσιονομική κατάσταση.

Αν οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν στα σημερινά επίπεδα, η Κίνα δεν καταφέρει να συγκρατήσει την οικονομία της και η δημοσιονομική ώθηση των ΗΠΑ δείξει σημεία εξάντλησης, τότε, όταν θα αυξηθούν τα επιτόκια, η παγκόσμια και η ελληνική οικονομία θα αντιμετωπίσουν την προοπτική τουλάχιστον μίας νέας φάσης στασιμότητας.

* Αναδημοσίευση από το φύλλο 320 της εφημερίδας ”Μέτοχος & Επενδύσεις”, της 7ης Μαΐου 2004.


Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο