Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Το ισοζύγιο πληρωμών ”καθρέπτης” των προβλήματων

Τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας αναδεικνύονται από τα στοιχεία του ισοζυγίου πληρωμών του πενταμήνου Ιανουαρίου- Μαΐου 2004, τονίζει σε ανάλυσή του ο κ. Κεφαλάς, ενώ αποκαλύπτει τη διπλή διάσταση που κρύβεται πίσω από το πρόβλημα αυτό.

Το ισοζύγιο πληρωμών ”καθρέπτης” των προβλήματων
του Αντώνη Κεφαλά (*)

Το ισοζύγιο πληρωμών του πενταμήνου Ιανουαρίου - Μαΐου 2004 αναδεικνύει για μία ακόμη φορά τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας.

Είναι προβλήματα που παραμένουν άλυτα για εικοσαετίες τώρα, καθώς κανένα κόμμα δεν έχει δεχθεί να πληρώσει το πολιτικό κόστος που συνεπάγεται η επίλυσή τους. Επιφανειακά, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών εμφανίζεται μειωμένο σε σύγκριση με την αντίστοιχες περιόδους τόσο του 2003 όσο και του 2002.

Στην ουσία, όμως, τα πράγματα δεν είναι καλά. Το κρίσιμο μέγεθος του εμπορικού ισοζυγίου παρουσιάζει σημαντική χειροτέρευση από 9,4 δισ. ευρώ σε 10,08 δισ. ευρώ. Το ιδιαίτερα αρνητικό σημείο είναι πως η χειροτέρευση αυτή δεν οφείλεται στις αυξήσεις της τιμής του πετρελαίου, καθώς η δαπάνη για την εισαγωγή καυσίμων είναι μειωμένη κατά 227 εκατ. ευρώ.

Το πρόβλημα εστιάζεται στη χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής παραγωγής, η οποία διαρκώς βλέπει το μερίδιό της στην παγκόσμια αγορά να συρρικνώνεται. Οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν στην περίοδο αυτή κατά 408,5 εκατ. ευρώ Παράλληλα, όμως, οι εισαγωγές αυξήθηκαν πολύ ταχύτερα, κατά 1.069 εκατ. ευρώ. Η ερμηνεία που μπορεί να δοθεί είναι διπλή:

· Αφενός μεν οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης οδηγούν σε αύξηση των εισαγωγών, κυρίως για κεφαλαιουχικά αγαθά.

· Αφετέρου δε η βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος οδηγεί σε άνοδο της ζήτησης για καταναλωτικά αγαθά.

Η διάσταση που κρύβεται πίσω από το πρόβλημα αυτό είναι επίσης διπλή. Από τη μία πλευρά, η υψηλή ελλειμματικότητα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών σημαίνει πως ως έναν βαθμό το ισοζύγιο λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγων για την ανάπτυξη. Αυτό ίσχυε πολύ περισσότερο πριν από την ένταξη στη ζώνη του ευρώ, καθώς η κατάσταση αυτή επέφερε πίεση στη δραχμή. Μετά την ένταξη αυτή η πίεση δεν υπάρχει πλέον, εκδηλώνεται όμως μέσω της αύξησης της ανεργίας.

Η δεύτερη διάσταση

Αυτό ακριβώς μας οδηγεί στη δεύτερη διάσταση του προβλήματος: η εγχώρια παραγωγή είτε δεν επαρκεί για να καλύψει τη συνολική ζήτηση είτε δεν είναι αρκετά ανταγωνιστική ώστε να την προτιμήσουν οι καταναλωτές.



Η ελληνική οικονομία έχει ήδη περάσει σε φάση υπερβάλλουσας ζήτησης, όπως φαίνεται έμμεσα από το γεγονός ότι το παραγωγικό κενό είναι αυξανόμενα θετικό και έχει πλέον φτάσει το 2% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ). Αυτό σημαίνει πως η διαφορά ανάμεσα στην εγχώρια παραγωγή και τη συνολική ζήτηση θα καλυφθεί με αύξηση των τιμών και των εισαγωγών.

Στην Ελλάδα διαρθρωτικός πληθωρισμός παραμένει σταθερός, υψηλός και χωρίς να μειώνεται σε σύγκριση με τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό, είτε της ζώνης του ευρώ είτε της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και, βέβαια, η αύξηση των εισαγωγών φαίνεται από τα στοιχεία του ισοζυγίου πληρωμών.

Δημιουργείται έτσι μία μορφή φαύλου κύκλου, όπου η πίεση του πληθωρισμού χειροτερεύει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα και η χαμηλότερη διεθνής ανταγωνιστικότητα χειροτερεύει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Θετικές συγκυρίες

Στο α΄ πεντάμηνο του 2004 το ισοζύγιο υπηρεσιών έδειξε επίσης βελτίωση (με καθαρές εισπράξεις 4 δισ. ευρώ, έναντι 2,62 δισ. ευρώ το 2003), ενώ το καθαρό έλλειμμα του ισοζυγίου εισοδημάτων έμεινε περίπου στα ίδια επίπεδα με πέρυσι.

Το ισοζύγιο μεταβιβάσεων επίσης εμφανίζει βελτίωση, καθώς αυξήθηκαν συγκριτικά οι εισροές από την Ε.Ε. Οι ευνοϊκές αυτές εξελίξεις, όμως, μπορούν να χαρακτηριστούν περιστασιακές, καθώς η φετινή χρονιά δεν είναι συνηθισμένη ούτε ως προς την τουριστική κίνηση ούτε ως προς τα έσοδα από τις μεταφορές.

Τα μεταναστευτικά εμβάσματα παραμένουν ουσιαστικά στα ίδια επίπεδα με το παρελθόν, ενώ τα έσοδα από τη ναυτιλία πλησιάζουν το μέγιστο ύψος τους, καθώς ο ναύλος έχει αρχίσει να κάμπτεται.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πορεία των μεγεθών του ισοζυγίου χρηματοπιστωτικών συναλλαγών - εκεί δηλαδή που φαίνεται ο τρόπος χρηματοδότησης του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών.

Η θετική εισροή είναι μειωμένη, στα 4.705 εκατ. ευρώ, σε σύγκριση με 5.440 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2003. Η θετική εικόνα ως προς την εισροή άμεσων επενδύσεων εξηγείται από την εισροή κεφαλαίων για την εξαγορά της Panafon από τη Vodafone και της Γενικής από τη Societe General.

Δύσκολα, όμως, μπορεί αυτή η εισροή να θεωρηθεί ως άμεση παραγωγική επένδυση -το λεγόμενο Greenfield Investment- που οδηγεί στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Εντάσσονται, δηλαδή, με βάση τη φύση τους περισσότερο στην κατηγορία των επενδύσεων χαρτοφυλακίου.

Η εισροή κεφαλαίων για την αγορά ομολόγων του Δημοσίου από μη κατοίκους της χώρας δείχνει το μέγεθος του δημοσιονομικού δανεισμού από το εξωτερικό - στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών οι πληρωμές για τόκους στην υποκατηγορία ”ισοζύγιο εισοδημάτων” δείχνει το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους σε συνάλλαγμα.

Αντικατοπτρίζοντας τη διαρκή χειροτέρευση των δημοσιονομικών εξελίξεων, τα μεγέθη αυτά έχουν πλέον σταθεροποιηθεί σε υψηλά επίπεδα - 1,6 δισ. ευρώ για τους τόκους και πάνω από 10 δισ. ευρώ για την αγορά ομολόγων.

Η καθαρή εκροή ύψους 2,6 δισ. ευρώ είναι μειωμένη σε σύγκριση με το 2003 (8,14 δισ. ευρώ), αλλά δείχνει την τάση κατοίκων να επενδύουν εκτός Ελλάδος (σε καταθέσεις, ρέπος κ.λπ.). Είναι μία ένδειξη της ψυχολογίας με την οποία αντιμετωπίζεται η οικονομική κατάσταση της χώρας.

Το ”καμπανάκι” που δεν προσέχουμε

Το ισοζύγιο πληρωμών αντανακλά και τη δημοσιονομική εικόνα της χώρας -και στην Ελλάδα του 2001-2003 η δημοσιονομική πολιτική δείχνει μία σαφή τάση χαλάρωσης: Η διαχείριση από πλεόνασμα της τάξης του 7% του δυνητικού ΑΕΠ στην περίοδο 1995-2000 μετατρέπεται σε έλλειμμα της τάξης του 2% του ΑΕΠ, διορθωμένο για την επήρεια του κύκλου οικονομικής συγκυρίας.

Έτσι, δεν αποτελεί έκπληξη η πορεία του ισοζυγίου πληρωμών. Το ευρώ μας προστατεύει από τις συναλλαγματικές κρίσεις και έτσι δεν δίνουμε πλέον σημασία στο ισοζύγιο. Ωστόσο δεν μπορεί να μας προστατέψει από τις προτιμήσεις των καταναλωτών ούτε και από τις συνεπακόλουθες επιπτώσεις στην απασχόληση.

Τα ”καμπανάκια” κτυπούν εδώ και καιρό, αλλά επιλέγουμε να μην τους δίνουμε σημασία. Όταν οι επιχειρήσεις θα κλείνουν και η ανεργία θα αυξάνεται, ίσως να τα προσέξουμε. Τότε, όμως, ίσως να είναι πλέον αργά.

(*) Το κείμενο αποτελεί αναδημοσίευση από το φύλλο 332 της εφημερίδας ΜΕΤΟΧΟΣ & ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ με ημερομηνία 30 Ιουλίου 2004


Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο