Ο χαμένος κρίκος

Μια αλυσίδα αξίζει όσο ο πλέον αδύναμος κρίκος της, σύμφωνα με τη λαϊκή θυμοσοφία. Όταν, όμως, απουσιάζουν εντελώς ορισμένοι κρίκοι, τότε ίσως είναι καιρός να το ξανασκεφτούμε το πράγμα!

Ο χαμένος κρίκος

Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!

Αν και στις ημέρες μας είναι κάπως δύσκολο, μήπως θα έπρεπε να πάρουμε μία «ανάσα», ώστε να ξαναδούμε τα πράγματα με άλλη ματιά;

Εάν βάζαμε στην άκρη όλο αυτόν τον συρφετό προβλημάτων και παθογενειών που ταλανίζουν την ελληνική οικονομία και βεβαίως την όποια επιχειρηματικότητα της έχει απομείνει, ίσως βρίσκαμε καιρό για να επιστρέψουμε στο «σχεδιαστικό τραπέζι».

Σε εκείνο το τραπέζι στο οποίο τοποθετούνται τα δεδομένα, τα μέσα και οι στόχοι και σχεδιάζεται -ή τουλάχιστον καταβάλλεται προσπάθεια ως προς αυτό- το πώς θα πορευτούμε κατά το επόμενο διάστημα.

Σε αυτό το τραπέζι, λοιπόν, ο ΣΕΒ έθεσε -εκ νέου- έναν άκρως ενδιαφέροντα προβληματισμό: μήπως μας ενδιαφέρει να ωφεληθούμε από τα χρήματα που ξοδεύουμε ή μας αρκεί η σπατάλη ως αυτοσκοπός;

Ο λόγος για τα χρήματα που δαπανώνται για έρευνα και καινοτομία στη χώρα μας και για τα όποια οφέλη αντλεί από αυτά τα κονδύλια η εθνική οικονομία.

Λοιπόν, κατά τον ΣΕΒ και την ανάλυση των αποτελεσμάτων του «European Innovation Scoreboard 2018», αν και διαθέτουμε ανθρώπινους πόρους υψηλής εξειδίκευσης, αν και δαπανώνται σημαντικά ποσά και μολονότι Έλληνες επιστήμονες δημοσιεύουν πολλές μελέτες διεθνώς, η Ελλάδα δεν έχει σταθεί ικανή να επιδείξει αντίστοιχα αποτελέσματα εμπορικής εκμετάλλευσης της παραγόμενης γνώσης.

Κατά τα φαινόμενα, κάνουμε έρευνα για την έρευνα αλλά και για να ζουν οι… ερευνητές. Για τον βιοπορισμό τους, δηλαδή.  

Ως πρώτη διαπίστωση, δεν είναι «κακή», που θα έλεγε και μία ψυχή, πόσο ωφελείται, όμως, έτσι ο δύσμοιρος Έλληνας φορολογούμενος, ο οποίος πληρώνει για όλα αυτά;

Η απάντηση είναι ελάχιστα.

Στη χώρα μας, παρατηρείται μία τεράστια αναντιστοιχία μεταξύ της υψηλής παραγωγής γνώσης από το ερευνητικό προσωπικό που διαθέτει (δημόσιου και ιδιωτικού τομέα), από τη μία πλευρά, και του αριθμού αιτήσεων για ευρωπαϊκά διπλώματα ευρεσιτεχνίας από την άλλη.

Κατορθώνουμε να εξασφαλίσουμε μόλις μισή πατέντα ανά δισ. του ΑΕΠ, όταν στην ΕΕ των 28 (ακόμη και μέχρι τον επόμενο Μάρτιο) μπορούν και εμφανίζουν 3,5 πατέντες ανά δισ. ΑΕΠ, στη Σουηδία 9 και στο Ισραήλ, 10.

Για να καταλαβαινόμαστε, δε, «πατέντα» σημαίνει το άνοιγμα της πόρτας για  την εφαρμογή της όποιας «ανακάλυψης» στην πράξη και για την εμπορική εκμετάλλευσή της.

Ως αποτέλεσμα, ακόμη και εκεί που σταδιακά φαίνεται να τα πηγαίνουμε κάπως καλύτερα, δηλαδή τις εξαγωγές, τα προϊόντα που εξάγουμε είναι low tech και όχι hi ή medium tech (ήτοι προϊόντα χαμηλής, μέσης και υψηλής τεχνολογίας), καθώς το «οικοσύστημά μας» δεν ενθαρρύνει επαρκώς την έμπρακτη μεταφορά γνώσης στην παραγωγή προϊόντων μέσης και υψηλής τεχνολογίας και άρα αντιστοίχου προστιθέμενης αξίας...

Συνάμα, κατά τον ΣΕΒ, η όποια καινοτομία αναπτύσσεται εμπορικά από τις ελληνικές επιχειρήσεις απευθύνεται περισσότερο στην εσωτερική παρά τη διεθνή αγορά, καθώς δεν υπάρχει η απαραίτητη διασύνδεση με διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες, με αποτέλεσμα να προσομοιάζουμε με μία οικονομία που έχει κλειστεί «στο καβούκι» της.

Όλα αυτά, δε, γιατί; Επειδή οι εκάστοτε κυβερνώντες (αυτοί δεν ορίζουν τα πράγματα;) ουδέποτε τόλμησαν τη διασύνδεση της επιχειρηματικότητας που διαθέτει η χώρα μας με τους τόπους παραγωγής γνώσης, δηλαδή τα πανεπιστήμια.

Για να μην είμαστε άδικοι, ουδέποτε μπόρεσε το «σύστημα» να συνεννοηθεί κατά τρόπο τέτοιο, ούτως ώστε το πλούσιο ερευνητικό έργο που όντως εκπονείται στη χώρα μας να βρει τον δρόμο του προς την παραγωγή και τη μεταποίηση.

Διότι, όταν ψάχνουμε αν ο γιαλός είναι στραβός ή αν στραβά αρμενίζουμε, καλό είναι να μη θυμόμαστε μόνον τους φόρους, τις εισφορές, τη γραφειοκρατία και τις τόσες άλλες παθογένειες αλλά απλά ότι ουδέποτε θελήσαμε -πραγματικά- να «συνεννοηθούμε».

Στο Ισραήλ, δηλαδή, πώς νομίζετε ότι τα κατάφεραν;

Νίκος Γ. Δρόσος n.drosos@euro2day.gr

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus