Ο διάλογος, οι αποφάσεις και οι κόκκινες γραμμές

Σε μία περίοδο πλήρη συμβολισμών όπως η παρούσα, με αναφορές από την Αγία Σοφία έως τη Συνθήκη της Λωζάνης, τα πάντα είναι πιθανά για έναν αναθεωρητή πολιτικό όπως ο Ερντογάν. Εμείς είμαστε προετοιμασμένοι; 

Ο διάλογος, οι αποφάσεις και οι κόκκινες γραμμές

Φίλτατοι, καλή σας ημέρα.

Αν και τίποτε δεν μπορεί να προεξοφληθεί, καθώς η υπόθεση της τουρκικής NAVTEX για έρευνες σε θαλάσσια περιοχή μεταξύ Κρήτης και Καστελόριζου εξακολουθεί να βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, η διαφαινόμενη αποκλιμάκωση της έντασης καταδεικνύει ότι οι έως τώρα χειρισμοί της ελληνικής πλευράς ήσαν προς την σωστή κατεύθυνση. Διπλωματικά αλλά και επιχειρησιακά. 

Αντίστοιχα, όμως, καθίσταται σαφές για ακόμη μία φορά, ότι τα όρια της πολιτικής που ακολουθεί επί σειρά ετών η χώρα μας για τα ελληνοτουρκικά, υπό τον γενικό τίτλο «Ας μην τα ακουμπήσουμε τώρα», έχει φθάσει στα όριά της εδώ και καιρό. 

Οφείλουμε να πάρουμε τις αποφάσεις μας, ως προς το εάν επιθυμούμε να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματά μας με τη γείτονα, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, αλλά πάντως να καταλήξουμε σε μία σαφή στάση. Διαφορετικά, το «πρόβλημα» απλά θα μας κυνηγά, με αντίστοιχες αντιπαραθέσεις και τον κίνδυνο ενός «ατυχήματος» ή και χειρότερης τροπής να ελλοχεύει.

Εάν κρίνει κανείς, δε, από τις δηλώσεις των πολιτικών αρχηγών που συνάντησε χθες ο πρωθυπουργός ή και από όσα ελέχθησαν στη Βουλή το τελευταίο διάστημα επί του ζητήματος των ελληνοτουρκικών, ακόμη απέχουμε από αυτό το σημείο. 

Για ποια εθνική συναίνεση μπορούμε να κάνουμε λόγο, όταν τίθενται προαπαιτούμενα εντελώς διαφορετικής υφής εκ μέρους της μείζονος αντιπολίτευσης αλλά και όταν η ακολουθητέα πολιτική, ως προς το ενδεχόμενο επέκτασης των χωρικών υδάτων, για παράδειγμα, είναι το αντικείμενο δημόσιων δηλώσεων και όχι πολιτικών διεργασιών μεταξύ των επικεφαλής εκπροσώπων του εκλογικού σώματος, ή τουλάχιστον των κυριοτέρων εξ αυτών; 

Εάν, δε, η επίτευξη ομοψυχίας και η χάραξη των όποιων «κόκκινων γραμμών» είναι το ζητούμενο που καλείται να εκπληρώσει ο πολιτικός κόσμος της χώρας, τότε σε τι βαθμό είναι ώριμη η ελληνική κοινωνία να υποδεχθεί το όποιο αποτέλεσμα παράξει ένας πιθανός ελληνο-τουρκικός διάλογος ή η παραπομπή αυτών των διαφορών στη Χάγη; 

Ούτως ή άλλως, κατά το παρελθόν, τα εθνικά ζητήματα έθρεψαν λαϊκιστικές προσεγγίσεις και έκτισαν πολιτικές καριέρες, για ορισμένους εκ των εκπροσώπων μας, δίχως απαραίτητα να οδηγηθούν σε κάποιου είδους «επίλυση». 

Υπό αυτό το πρίσμα, άπαντες πρέπει να πάρουν τις αποφάσεις τους. Πολιτικοί αλλά και κοινωνία. 

Το Ισραήλ, για παράδειγμα, το οποίο ζει επί δεκαετίες υπό την απειλή πολέμου, έχει πάρει τις αποφάσεις του σε αμφότερα τα επίπεδα. Ο ισραηλινός λαός ζει υπό διαρκή απειλή και εμφανίζεται προετοιμασμένος να την αντιμετωπίσει. Εμείς είμαστε προετοιμασμένοι να ζήσουμε υπό αντίστοιχες συνθήκες και πώς αποτυπώνεται αυτό το γεγονός στο πεδίο, για παράδειγμα, της στρατιωτικής θητείας, των εξοπλισμών ή της αμυντικής βιομηχανίας;

Έτσι, λοιπόν, όταν εμμένουμε ότι μόνη διαφορά μας με τη γείτονα είναι η υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ -ανεξαρτήτως της ορθότητας ή μη της απόφασης αυτής-, οφείλουμε να είμαστε προετοιμασμένοι να την υποστηρίξουμε σε κάθε επίπεδο και με ό,τι κόστος συνεπάγεται αυτή η απόφαση.

Εντέλει, δε, η προσέγγισή μας για την επίλυση του κυριότερου εθνικού ζητήματος και ο προσδιορισμός των όποιων κόκκινων γραμμών οφείλει να μείνει εκτός πολιτικής αντιπαράθεσης. 

Στον διάλογο με τον κυριότερο «αντίπαλό» σου, όποια μορφή κι αν αυτός λάβει τελικά, δεν προσέρχεσαι ενώ ακόμη δίνεις μάχη στα μετόπισθεν για τον προσδιορισμό... των «κόκκινων γραμμών». 

Ν. Γ. Δρόσος [email protected]

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v