Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Τις περισσότερες φορές που ένα ειδεχθές έγκλημα συγκλονίζει την κοινή γνώμη, γεννιέται και η απαίτηση αυστηροποίησης του νόμου. Είναι μια απολύτως ανθρώπινη αντίδραση. Η οργή ζητά απαντήσεις, η κοινωνία ζητά δικαιοσύνη και οι πολιτικοί συχνά αναζητούν έναν τρόπο να αποδείξουν ότι «κάτι κάνουν». Προφανώς, το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να αντιδρούμε απέναντι στη βία, όσο εάν η οργή παράγει πάντοτε «καλό» δίκαιο.
Οι πρόσφατες δολοφονίες γυναικών που απασχόλησαν την επικαιρότητα επανέφεραν τη συζήτηση περί θεσμοθέτησης της γυναικοκτονίας ως αυτοτελούς ποινικού αδικήματος. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι δράστες ήταν σύζυγοι ή σύντροφοι που δεν αποδέχθηκαν την απομάκρυνση των θυμάτων από τη σχέση. Σε άλλες, τα κίνητρα φαίνεται να ήταν διαφορετικά. Όλες, όμως, είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: μια ανθρώπινη ζωή αφαιρέθηκε βίαια.
Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η ενδοοικογενειακή βία και οι δολοφονίες γυναικών αποτελούν σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα. Ούτε ότι απαιτείται καλύτερη πρόληψη, αποτελεσματικότερη προστασία των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας και ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης. Εκεί που αρχίζει η διαφωνία είναι στο κατά πόσον η απάντηση πρέπει να είναι η δημιουργία ενός ξεχωριστού αδικήματος.
Οι υποστηρικτές της πρότασης υποστηρίζουν ότι δεν επιδιώκουν βαρύτερες ποινές. Υποστηρίζουν ότι επιδιώκουν ορατότητα. Ότι η γυναικοκτονία δεν είναι απλώς μια ανθρωποκτονία, αλλά ένα ιδιαίτερο κοινωνικό φαινόμενο που πρέπει να καταγραφεί και να αναδειχθεί ως τέτοιο.
Το επιχείρημα ακούγεται εύλογο. Όμως η ποινική νομοθεσία δεν είναι εργαλείο κοινωνιολογικής καταγραφής. Είναι το αυστηρότερο μέσο παρέμβασης του κράτους στα δικαιώματα του πολίτη. Και σε ένα κράτος δικαίου η πρώτη αρχή που οφείλει να υπηρετεί είναι η ισότητα όλων απέναντι στον νόμο.
Ο ελληνικός Ποινικός Κώδικας ήδη διακρίνει τις ανθρωποκτονίες ανάλογα με τον τρόπο τέλεσής τους, την πρόθεση, την αμέλεια ή συγκεκριμένες εξαιρετικές περιστάσεις. Η βαρύτητα της πράξης προσδιορίζεται από τη συμπεριφορά του δράστη και όχι από τα χαρακτηριστικά του θύματος.
Η ανθρώπινη ζωή προστατεύεται ως ανθρώπινη ζωή.
Αν, λοιπόν, θεσπιστεί ένα ιδιαίτερο αδίκημα γυναικοκτονίας, ποια ακριβώς θα είναι η πρακτική του συνέπεια; Θα προβλέπει βαρύτερη ποινή από την ανθρωποκτονία με πρόθεση; Δύσκολα, αφού το ισχύον πλαίσιο ήδη φθάνει έως τα ισόβια. Θα προβλέπει διαφορετική αξιολόγηση της ίδιας πράξης επειδή το θύμα είναι γυναίκα; Αν συμβαίνει αυτό, τότε αναπόφευκτα ανακύπτει ζήτημα ίσης μεταχείρισης.
Η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας δεν επιτρέπει στο κράτος να αποδίδει διαφορετική αξία στην ανθρώπινη ζωή ανάλογα με το φύλο. Διότι τότε το ερώτημα δεν είναι μόνο τι συμβαίνει στις δολοφονίες γυναικών. Είναι τι συμβαίνει στις δολοφονίες ανδρών. Τι συμβαίνει σε άλλες κατηγορίες θυμάτων. Πού ακριβώς σταματά η δημιουργία ειδικών ποινικών κατηγοριών και πού αρχίζει η κατάτμηση της ίδιας της έννοιας της ισότητας.
Και υπάρχει ακόμη μία αντίφαση. Την ώρα που ο δημόσιος διάλογος εστιάζει αποκλειστικά στις γυναικοκτονίες, η μεγάλη πλειονότητα των θυμάτων ανθρωποκτονιών στη χώρα παραμένουν άνδρες. Αυτό ασφαλώς δεν μειώνει τη σημασία της βίας κατά των γυναικών. Υπενθυμίζει όμως ότι ο ποινικός νόμος δεν μπορεί να λειτουργεί ως «καντάρι ψυχών», απονέμοντας διαφορετικό συμβολικό βάρος σε διαφορετικές ανθρώπινες ζωές.
Η κοινωνία οφείλει να βλέπει κατάματα τη βία κατά των γυναικών. Να τη μετρά, να τη μελετά και να την καταπολεμά. Η Δικαιοσύνη, όμως, έχει διαφορετική αποστολή. Δεν καλείται να ταξινομήσει τα θύματα σε κατηγορίες μεγαλύτερης ή μικρότερης αξίας. Καλείται να προστατεύσει ισότιμα κάθε ανθρώπινη ζωή.
Διότι τη στιγμή που ο νόμος αρχίζει να ξεχωρίζει ποια ζωή δικαιούται ιδιαίτερη ποινική προστασία, έχει ήδη απομακρυνθεί από την πιο θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου: ότι όλοι είναι ίσοι απέναντί του.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.