Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Η «δικτατορία» του πεύκου

Η κλιματική αλλαγή και οι μεγάλες πυρκαγιές μεταβάλλουν τα δεδομένα για τα ελληνικά δάση. Κι όμως, η συζήτηση για το τι πρέπει να γίνεται μετά τη φωτιά παραμένει εγκλωβισμένη στις πρακτικές του παρελθόντος. Υπάρχουν και άλλα μοντέλα αναδασώσεων.

Η «δικτατορία» του πεύκου

Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!

Η Ελλάδα των mega fires δεν μπορεί να έχει τη δασική πολιτική της Ελλάδας του περασμένου αιώνα.

Μετά από κάθε μεγάλη πυρκαγιά, η συζήτηση ακολουθεί περίπου την ίδια διαδρομή. Μετράμε τα καμένα, κηρύσσουμε τις εκτάσεις αναδασωτέες και αργά ή γρήγορα εμφανίζεται η λέξη «αναδάσωση». Στη συλλογική μας αντίληψη, μάλιστα, η αναδάσωση είναι σχεδόν ταυτισμένη με τη δενδροφύτευση. Και η δενδροφύτευση, επί δεκαετίες, σε μεγάλο βαθμό με το πεύκο.

Μόνο που πρέπει να ξανασκεφτούμε και τα δύο.

Το πρώτο που επισημαίνουν οι ειδικοί είναι ότι ένα καμένο δάσος δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην να αναδασωθεί τεχνητά. Ιδίως τα ώριμα δάση χαλεπίου και τραχείας πεύκης διαθέτουν ισχυρούς μηχανισμούς φυσικής αναγέννησης. Όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, το δάσος μπορεί να επιστρέψει μόνο του.

Η ανθρώπινη παρέμβαση χρειάζεται εκεί όπου η φυσική αναγέννηση αποτυγχάνει ή υπάρχουν ειδικές συνθήκες που την επιβάλλουν. Όχι επειδή η εικόνα μιας καμένης πλαγιάς δημιουργεί την πολιτική και κοινωνική απαίτηση «να φυτέψουμε κάτι».

Αντίστοιχα, όταν πράγματι χρειάζεται αναδάσωση, δεν είναι αυτονόητο ότι πρέπει να ξαναφυτέψουμε πεύκα. Το πεύκο δεν είναι ο εχθρός. Είναι αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού και ευρύτερα του μεσογειακού οικοσυστήματος. Είναι ανθεκτικό στην ξηρασία, επιβιώνει σε φτωχά εδάφη και έχει αναπτύξει έναν εντυπωσιακό μηχανισμό προσαρμογής στις πυρκαγιές.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η απάντηση σε κάθε αναδασωτική ανάγκη πρέπει να είναι η ίδια.

Αυτή ακριβώς η δύναμη της συνήθειας είναι η «δικτατορία» του πεύκου. Όχι ότι κάποιος μας επιβάλλει να το φυτεύουμε, αλλά ότι επί δεκαετίες μάθαμε να θεωρούμε περίπου αυτονόητο πως αναδάσωση και πεύκο πηγαίνουν μαζί.

Εδώ και χρόνια δασολόγοι και περιβαλλοντικές οργανώσεις υποστηρίζουν ότι, όπου το επιτρέπουν οι συνθήκες, πρέπει να εξετάζεται η δημιουργία περισσότερο μικτών δασών, με μεγαλύτερη παρουσία πλατύφυλλων και άλλων αυτόχθονων ειδών.

Όχι επειδή υπάρχει κάποιο «άκαυστο» δέντρο. Δεν υπάρχει. Αλλά επειδή δεν συμπεριφέρονται όλα τα δάση με τον ίδιο τρόπο απέναντι στη φωτιά. Η σύνθεση και η πυκνότητα της βλάστησης, η υγρασία, η ποσότητα και η συνέχεια της καύσιμης ύλης, αλλά κυρίως η διαχείριση του δάσους μπορούν να επηρεάσουν την ένταση και την εξάπλωση μιας πυρκαγιάς.

Αυτή δεν είναι κάποια περιθωριακή άποψη. Το ίδιο το υπουργείο Περιβάλλοντος έχει υιοθετήσει σε συγκεκριμένες περιπτώσεις τη λογική του εμπλουτισμού με πλατύφυλλα. Στο Σέιχ Σου, για παράδειγμα, προχώρησε σε πρόγραμμα φύτευσης 42.500 πλατύφυλλων φυταρίων, με στόχο τη σταδιακή δημιουργία ενός περισσότερο μικτού και ανθεκτικού δασικού οικοσυστήματος.

Το WWF Ελλάς κινείται στην ίδια κατεύθυνση και ο αείμνηστος καθηγητής Νίκος Μάργαρης είχε ασκήσει ήδη από παλαιότερα κριτική στην αντίληψη ότι η απάντηση μετά τη φωτιά είναι αυτομάτως μια νέα δενδροφύτευση με πεύκα.

Κανείς σοβαρός επιστήμονας, βεβαίως, δεν προτείνει να εξαφανίσουμε τα πεύκα από την Ελλάδα και να τα αντικαταστήσουμε συλλήβδην με κάτι άλλο. Μία τέτοια άποψη θα ήταν εξίσου αυθαίρετη με εκείνη που υποτίθεται ότι θα επιχειρούσε να διορθώσει.

Η κλιματική αλλαγή και η νέα πραγματικότητα των mega fires επιβάλλουν, όμως, να επανεξετάσουμε αυτό που μέχρι χθες θεωρούσαμε αυτονόητο. Αντί να συζητάμε μετά από κάθε καταστροφή πόσα δέντρα θα φυτέψουμε, πρέπει να αποφασίσουμε τι είδους δάση θέλουμε να έχουμε σε είκοσι ή τριάντα χρόνια.

Δάση περισσότερο μικτά. Περισσότερο διαχειριζόμενα. Με μικρότερη συσσώρευση καύσιμης ύλης. Δάση όχι σχεδιασμένα για να μην καούν ποτέ — αυτό στη Μεσόγειο είναι ουτοπία — αλλά διαχειριζόμενα ώστε να έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να αντέξουν και να αναγεννηθούν.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς δασολόγος για να καταθέσει αυτόν τον προβληματισμό. Χρειάζεται, όμως, να ακούσουμε τους δασολόγους που τον θέτουν εδώ και χρόνια. Κυρίως χρειάζεται να τον ακούσει η Πολιτεία.

Διότι εάν οι πυρκαγιές που αντιμετωπίζουμε δεν είναι πια οι πυρκαγιές που γνωρίζαμε, δεν υπάρχει κανένας λόγος η δασική πολιτική μας να παραμένει εκείνη που γνωρίζαμε. Και αν οι φωτιές άλλαξαν, ήρθε η ώρα να αλλάξουν και τα δάση που αφήνουμε πίσω μας.


Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο