Θέλουμε επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας, μιλάμε για τεχνητή νοημοσύνη και διαφημίζουμε στο εξωτερικό το εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό μας. Όμως, όπως μας είπε χθες ο ΟΟΣΑ, το ελληνικό σχολείο δυσκολεύεται να εξασφαλίσει σε μεγάλο μέρος των παιδιών τις δεξιότητες πάνω στις οποίες θα οικοδομηθούν όλα αυτά. Αυτή είναι η πραγματική είδηση πίσω από τα αποτελέσματα της PISA 2025.
Διότι στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, η αξία του ανθρώπου μετατοπίζεται ακριβώς προς όσα δυσκολότερα μπορούν να υποκατασταθούν από τις μηχανές: την κριτική σκέψη, την κατανόηση, την αξιολόγηση της πληροφορίας, τη σύνθεση και την επίλυση προβλημάτων.
Και ακριβώς σε αυτή τη συγκυρία, η PISA του ΟΟΣΑ μάς λέει ότι το ελληνικό σχολείο κινείται προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση.
Τα στοιχεία είναι αμείλικτα. Στη δεκαετία 2015-2025, οι επιδόσεις των Ελλήνων 15χρονων υποχώρησαν κατά 21 μονάδες στις Φυσικές Επιστήμες, 33 στα Μαθηματικά και 45 στην Aνάγνωση.
Ακόμη χειρότερα, μόλις το 3,3% φτάνει στα υψηλά επίπεδα επίδοσης σε τουλάχιστον ένα από τα τρία βασικά αντικείμενα, έναντι 11,9% στον ΟΟΣΑ. Σχεδόν ένας στους τρεις βρίσκεται κάτω από το βασικό επίπεδο επάρκειας και στα τρία.
Δεν αποτυγχάνουμε, λοιπόν, απλώς να δημιουργήσουμε περισσότερους αριστούχους. Αποτυγχάνουμε να εγγυηθούμε ότι κάθε παιδί θα φύγει από το σχολείο με τις στοιχειώδεις δεξιότητες που ζητούσε ο 20ός αιώνας και βεβαίως απαιτεί ο 21ος.
Αυτά δεν είναι απλώς κακοί βαθμοί σε μια διεθνή εξέταση. Είναι προειδοποίηση.
Επί χρόνια η Ελλάδα διαφημίζει ως συγκριτικό πλεονέκτημα το ανθρώπινο δυναμικό της. Τους επιστήμονες, τους μηχανικούς, το εξειδικευμένο τεχνικό προσωπικό. Μόνο που αυτό δεν είναι εθνικό χαρακτηριστικό. Είναι προϊόν του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Και το ανθρώπινο κεφάλαιο δεν είναι κοίτασμα που ανακαλύψαμε κάποτε και θα εκμεταλλευόμαστε εσαεί. Πρέπει να ανανεώνεται.
Η εκπαιδευτική υστέρηση είναι, έτσι, μια νάρκη στα θεμέλια της οικονομίας και εντέλει της κοινωνίας. Μπορεί να μη σκάσει σήμερα. Θα φανεί όμως όταν οι επιχειρήσεις θα αναζητούν ανθρώπους ικανούς να χειριστούν τις τεχνολογίες της νέας εποχής και η χώρα θα δυσκολεύεται να τους προσφέρει. Ήδη, στην υπολογιστική επίλυση προβλημάτων οι Έλληνες μαθητές βρίσκονται στις 461 μονάδες, έναντι 500 στον ΟΟΣΑ.
Η δημόσια Παιδεία υπήρξε για δεκαετίες ο ανελκυστήρας της ελληνικής κοινωνίας. Το «να μάθει το παιδί γράμματα» επέτρεψε σε παιδιά αγροτών, εργατών και φτωχών οικογενειών να σπουδάσουν, να προκόψουν και να ζήσουν καλύτερα από τους γονείς τους.
Εάν το δημόσιο σχολείο πάψει να προσφέρει τις δεξιότητες που απαιτεί η εποχή, αυτός ο ανελκυστήρας σταματά. Όσοι έχουν τα μέσα θα αγοράζουν εκπαίδευση και δεξιότητες έξω από αυτό. Οι υπόλοιποι κινδυνεύουν να παραμένουν στον κοινωνικό όροφο όπου γεννήθηκαν.
Η ισότητα προς τα κάτω δεν είναι κοινωνική κατάκτηση. Ούτε, βεβαίως, η εκπαίδευση παράγει μόνο εργαζομένους. Παράγει πολίτες.
Ο άνθρωπος που έμαθε να κατανοεί ένα σύνθετο κείμενο, να διασταυρώνει μια πληροφορία, να ξεχωρίζει το επιχείρημα από το σύνθημα και να απαιτεί αποδείξεις, είναι δυσκολότερο να παρασυρθεί από τις κάθε λογής πολιτικές σειρήνες.
Αντίθετα, η αδυναμία κριτικής ανάγνωσης και ανάλυσης καθιστά τον πολίτη περισσότερο ευάλωτο στον λαϊκισμό, στην παραπληροφόρηση και στη χειραγώγηση. Στην εποχή των social media, των deepfakes και της τεχνητής νοημοσύνης, αυτό δεν είναι απλώς εκπαιδευτικό πρόβλημα. Είναι πρόβλημα δημοκρατίας.
Η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη υποστηρίζει ότι οι παρεμβάσεις που έχουν γίνει «έχουν αρχίσει να αποδίδουν». Μακάρι. Υπάρχουν πράγματι επιμέρους θετικές ενδείξεις. Όταν όμως πέφτεις επί μία δεκαετία, το γεγονός ότι τώρα πέφτεις λίγο πιο αργά δεν συνιστά επιτυχία.
Η ευθύνη για την κατάσταση της ελληνικής εκπαίδευσης είναι ασφαλώς διαχρονική. Η σημερινή κυβέρνηση, όμως, βρίσκεται αρκετά χρόνια στην εξουσία, ώστε να κρίνεται πλέον όχι από τον αριθμό των μεταρρυθμίσεων που ανακοινώνει αλλά από τα αποτελέσματά τους. Στην Παιδεία, άλλωστε, οι μεταρρυθμίσεις δεν κρίνονται από το πόσα νέα προγράμματα, βιβλία ή ψηφιακά εργαλεία εισήχθησαν. Κρίνονται από το τι έμαθαν τα παιδιά.
Γιατί η PISA δεν αφορά τελικά μόνον την ποιότητα παιδείας που παρέχει η Ελλάδα. Αφορά την οικονομία που θα έχουμε, τις επενδύσεις που θα μπορούμε να προσελκύσουμε, τις ευκαιρίες κοινωνικής ανέλιξης που θα έχουν τα παιδιά και, εντέλει, την ποιότητα της ίδιας της δημοκρατίας μας.
Η PISA δεν βαθμολογεί απλώς τους μαθητές μας. Βαθμολογεί το μέλλον της χώρας. Και το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι μείναμε πίσω. Είναι ότι αρχίζουμε να συνηθίζουμε να μένουμε πίσω. Το κακό, δε, ξεκινάει από το σχολείο.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.