Τα γεωπολιτικά παιχνίδια και οι εστίες έντασης στη Μέση Ανατολή

ΗΠΑ, Σαουδική Αραβία και Ισραήλ εντείνουν τις πιέσεις κατά του Ιράν, το οποίο θα στραφεί για στήριξη σε Ρωσία και ΕΕ. Μικρές οι ελπίδες για τερματισμό του εμφυλίου στη Συρία, καθώς τα αποκλίνοντα συμφέροντα εμποδίζουν την πρόοδο.

Τα γεωπολιτικά παιχνίδια και οι εστίες έντασης στη Μέση Ανατολή

Τα πυρηνικά επιτεύγματα της Βόρειας Κορέας θα οδηγήσουν τις ΗΠΑ να τηρήσουν σκληρή στάση έναντι του Ιράν, βάζοντας σε κίνδυνο το Κοινό Σχέδιο Δράσης το 2018, όπως εκτιμά το Stratfor. Εν τω μεταξύ, καθώς οι ΗΠΑ, η Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ «σφίγγουν τον κλοιό» γύρω από το Ιράν, θα ενταθούν οι πόλεμοι δι’ αντιπροσώπων στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, το Ιράν δεν θα αποχωρήσει από την πυρηνική συμφωνία με τη Δύση. Από την πλευρά της, η Ρωσία θα προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί την ένταση Ουάσινγκτον-Τεχεράνης, αλλά και το πλεονέκτημα που έχει στο πεδίο της μάχης στη Συρία, προκειμένου να διευρύνει την επιρροή της στη Μέση Ανατολή, σε βάρος των ΗΠΑ.

Μια απίθανη συμμαχία κατά του Ιράν

Η νέα χρονιά ήρθε με τις ΗΠΑ αποφασισμένες να «τιθασεύσουν» το Ιράν. Ο Λευκός Οίκος, το Κογκρέσο και το Πεντάγωνο είναι αποφασισμένα να υπονομεύσουν το δίκτυο επιρροής που έχει δημιουργήσει το Ιράν σε όλη τη Μέση Ανατολή μέσω των συνδέσεών του με μια σειρά πολιτικών και στρατιωτικών ομάδων. Η πιθανή επιτυχία της Βόρειας Κορέας στην ανάπτυξη πυρηνικού αποτρεπτικού μέσου το 2018, έχει κάνει την Ουάσινγκτον πιο αποφασισμένη να σταματήσει το Ιράν από το να οδεύσει προς την ίδια, επικίνδυνη κατεύθυνση.

Οι ΗΠΑ δεν είναι η μόνη χώρα που βλέπει με ανησυχία τις δραστηριότητες του Ιράν. Η Σαουδική Αραβία –η «νέμεσης» του Ιράν στην περιοχή- παρακολουθεί με αγωνία καθώς οι Σιιτικές δυνάμεις εξαπλώνονται αργά στην «πίσω αυλή» της τα τελευταία χρόνια. Ενθαρρυμένο από τη νέα εκστρατεία της Ουάσινγκτον κατά του μακραίωνου αντιπάλου του, το Ριάντ θα αδράξει την ευκαιρία να προκαλέσει την Τεχεράνη για την κυριαρχία στη Μέση Ανατολή. Αναγνωρίζοντας και αυτό μια δική του ευκαιρία, το Ισραήλ θα στηρίξει τη Σαουδική Αραβία και τις ΗΠΑ ελπίζοντας πως θα μπορέσουν να περιορίσουν τον κοινό τους εχθρό. Με αυτόν τον τρόπο, το Ισραήλ θα βγάλει από τη «σκιά» την ιστορικά παρασκηνιακή σχέση του με τη Σαουδική Αραβία.

Διαπραγμάτευση για το μέλλον της πυρηνικής συμφωνίας

Καθώς κλιμακώνονται οι εντάσεις μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν, το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (JCPOA) θα κρέμεται από «μια κλωστή», αν και πιθανότατα θα επιβιώσει φέτος. Η συμφωνία είχε σχεδιαστεί ώστε να σταματήσει το πρόγραμμα ανάπτυξης πυρηνικών όπλων του Ιράν, και κατά τους περισσότερους –περιλαμβανομένης της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας- η Τεχεράνη έχει συμμορφωθεί με τους όρους. Όσο το Ιράν συνεχίζει να συμμορφώνεται, θα έχει ελαφρύνσεις στις κυρώσεις, αλλά και την ικανότητα να λάβει ξένες επενδύσεις και να εξάγει πετρέλαιο.

Όμως ο Λευκός Οίκος πιστεύει πως η συμφωνία δεν είναι ούτε αρκετά δυνατή ώστε να περιορίσει τις πυρηνικές φιλοδοξίες του Ιράν, ούτε όμως και αρκετά περιεκτική ώστε να εμποδίσει το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων της Τεχεράνης, την χορηγία της τρομοκρατίας ή την στήριξη προς ένοπλες ομάδες, όπως η Χεζμπολά στον Λίβανο και οι Χούτι στην Υεμένη. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ σηματοδότησε την πρόθεσή του να αντιμετωπίσει το Ιράν για το θέμα, όταν αποκήρυξε την JCPOA τον Οκτώβριο του 2017. Για την Τεχεράνη, η κίνηση αυτή απλώς επιβεβαίωσε τις υποψίες της πως η Ουάσινγκτον δεν είναι αξιόπιστος διαπραγματευτής.

Οι διαφορετικές προσεγγίσεις που έχουν διάφοροι κλάδοι της αμερικανικής κυβέρνησης ως προς το πώς να προσεγγίσουν την JCPOA απλώς θα προστεθούν στα ανάμικτα σινιάλα που έρχονται από την Ουάσινγκτον.

Από την πλευρά του, το Κογκρέσο θα κάνει βήματα ώστε να επιβάλει νέες κυρώσεις στο Ιράν, φροντίζοντας όμως παράλληλα να μην παραβιάσει τη συμφωνία. Από την άλλη πλευρά, ο Τραμπ έχει προσεκτικά συγκεντρώσει γύρω του «γεράκια» της πολιτικής, που είναι πιο πρόθυμα να παραβιάσουν τη συμφωνία, ασχέτως του αν οι δραστηριότητες του Ιράν σχετίζονται με το πυρηνικό του πρόγραμμα, προκειμένου να προσπαθήσει να αναγκάσει την Τεχαράνη να επανέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Η σκληρή γραμμή τους προς το Ιράν θα επιταχύνει την επιδείνωση της σχέσης της Ουάσινγκτον με την Τεχεράνη. Και, με την αφαίρεση των εγγυήσεων για την ασφάλεια που υπάρχουν στη συμφωνία, οι ΗΠΑ θα μπουν σε πορεία σύγκρουσης με το Ιράν σε όλη τη Μέση Ανατολή.

Η προθυμία του Λευκού Οίκου να απειλήσει τη συμφωνία θα αναβιώσει την παλιά παράνοια της Τεχεράνης, η οποία θα προσπαθήσει να προστατευθεί έναντι αυτού που θεωρεί ως μια συντονισμένη προσπάθεια από τις ΗΠΑ, τη Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ να αποσταθεροποιήσουν την Ισλαμική Δημοκρατία. Το Ιράν δεν θα αποχωρήσει πρώτο από την πυρηνική συμφωνία, υπό τον φόβο να ξαναδημιουργηθούν σοβαρά προβλήματα στην οικονομία του εν μέσω νέων κυρώσεων. Όμως οι απειλές για την Συμφωνία και τα σκληρότερα οικονομικά μέτρα που πηγάζουν από τις ΗΠΑ, θα κινητοποιήσουν τους σκληροπυρηνικούς του Ιράν, που δεν εκτιμούν τον διάλογο με τη Δύση όσο οι μετριοπαθεις όπως ο Ιρανός πρόεδρος Χασάν Ρουχανί.

Οι ομάδες αυτές θα μπορέσουν να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη αμυντική χρηματοδότηση αλλά και λαϊκή στήριξη. Ωστόσο, Ιρανοί από όλο το πολιτικό φάσμα θα θελήσουν να παραμείνει ανέπαφη η πυρηνική συμφωνία ώστε η χώρα να μπορέσει να συνεχίσει να εξάγει πετρέλαιο και να «φλερτάρει» με επενδύσεις από την Ευρώπη, την Κίνα και τη Ρωσία.

Το Ιράν θα στραφεί στους συμμάχους του στην Ευρώπη και τη Ρωσία προκειμένου να προστατευθεί το πλαίσιο της συμφωνίας. Άλλωστε, οι κυρώσεις που ήρε η JCPOA είχαν επιβληθεί σε ευρωπαϊκές εταιρείες, και όχι στο Ιράν. Ως αποτέλεσμα, τα περισσότερα μέλη της ΕΕ έχουν υπεραμυνθεί της συμφωνίας ως ενός τρόπου να επιτρέψει τη συνέχιση των οικονομικών συναλλαγών τους με το Ιράν περιορίζοντας ταυτόχρονα το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Η Ευρώπη, ως εκ τούτου, θα απευθύνει έκκληση στις ΗΠΑ να τηρήσει τη συμφωνία. Η Ρωσία θα στηρίξει και αυτή την JCPOA, καθώς οι στενότεροι δεσμοί που δημιουργήθηκαν μετά από δυο χρόνια συνεργασίας μεταξύ της Μόσχας και της Τεχεράνης στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας, θα αρχίσουν να αποδίδουν καρπούς για το Ιράν εκτός πεδίου μάχης.

Ο εμφύλιος στη Συρία

Καθώς η Ρωσία και το Ιράν έχουν κερδίσει έδαφος στη Συρία, η Σαουδική Αραβία και οι ΗΠΑ το έχασαν. Όμως, αν και η επιρροή τους επί των διχασμένων ομάδων ανταρτών της χώρας έχει μειωθεί, η Ουάσινγκτον και το Ριάντ θα αναζητήσουν τρόπους να εκμεταλλευτούν τον εμφύλιο πόλεμο προκειμένου να υπονομεύσουν την Τεχεράνη.



Έξι χρόνια πολέμου στη Συρία, σε συνδυασμό με την μάχη κατά του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία και το Ιράν, έχουν οδηγήσει στην άνοδο μιας σειράς ενόπλων που στηρίζονται από το Ιράν και είναι διασκορπισμένοι στην Εγγύς Ανατολή. Το Ιράν θέλει να χρησιμοποιήσει αυτές τις ομάδες ώστε να ανοίξει μια χερσαία γέφυρα που θα το συνδέει με την Μεσόγειο Θάλασσα για πρώτη φορά από τότε που την Περσία κυβερνούσε η Αυτοκρατορία των Σασσανιδών τον έβδομο αιώνα. Όμως οι ΗΠΑ, η Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ είναι αποφασισμένες να συντρίψουν τους τοπικούς συμμάχους της Τεχεράνης.

Η Χεζμπολά, η λιβανέζικη ένοπλη ομάδα που είναι ένας από τους ισχυρότερους εταίρους του Ιράν, κινδυνεύει να γίνει ο βασικός στόχος της καταστολής αυτής. Αν και θα είναι πολύ δύσκολο να απομονωθεί και να εκδιωθεί η ομάδα στον Λίβανο, ωστόσο η Χεζμπολά είναι πιο εκτεθειμένη σε στρατιωτικές ενέργειες εναντίων της στην Συρία, όπου μάχεται στο πλευρό των δυνάμεων του Προέδρου Μπασάρ αλ Ασαντ. Όσο συνεχίζεται ο πόλεμος και η Χεζμπολά έχει ανοιχτεί σε πολλά μέτωπα, το Ισραήλ θα έχει παράθυρο ευκαιρίας να πλήξει την ομάδα, με τη στήριξη των ΗΠΑ και της Σαουδικής Αραβίας.

Ως επί το πλείστον, τα μέρη που εμπλέκονται στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας έχουν σε μεγάλο βαθμό πετύχει τον στόχο τους για αναγκάσουν σε οπισθοχώρηση το Ισλαμικό Κράτος, το οποίο έχει χάσει τεράστιες εδαφικές εκτάσεις στη Συρία και το Ιράκ κατά τη διάρκεια του 2017. Καθώς εξαλείφεται ο κοινός τους εχθρός, τα μέρη αυτά θα πρέπει να έρθουν αντιμέτωπα με τα πολύ πιο περίπλοκα και ευαίσθητα θέματα που έχει δημιουργήσει ο πόλεμος.

Αν και η εκεχειρία παραμένει απίθανη το 2018, ωστόσο οι μελλοντικοί γύροι των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια συμφωνία διαμοιρασμού της εξουσίας στην οποία θα έχει θέση και ο εσωτερικός κύκλος του Άσαντ, και θα ξεκινήσει τη διαδικασία κατάρτισης συντάγματος. Ωστόσο, όποια συμφωνία εγκρίνει η Δαμασκός θα είναι περισσότερο «διακοσμητική» και η όποια συμφωνία επιβεβαιώνει την εξουσία του Άσαντ θα απορριφθεί από τους αντάρτες.

Η Ρωσία, από την πλευρά της, θέλει να βρει τρόπο γρήγορης εξόδου από τον πόλεμο που θα προστατεύει όσα έχει κερδίσει τα τελευταία δυο χρόνια. Για να το πράξει αυτό, θα πρέπει να «χαλιναγωγήσει» τις κυβερνήσεις του Ιράν και της Συρίας, που ενδιαφέρονται περισσότερο να εξασφαλίσουν μια συνολική στρατιωτική νίκη παρά να καταλήξουν σε μια διαπραγματευμένη λύση.

Η Ρωσία θα πρέπει επίσης να διατηρήσει ανοικτό και λειτουργικό διάλογο με την Τουρκία, που έχει τις δικές της φιλοδοξίες για τη Συρία. Πρωταρχικός στόχος της Άγκυρας είναι να αποτρέψει την ανάδυση ενός Κουρδικού κρατιδίου στα νότια σύνορά της, με το να κρατά διαιρεμένες τις κουρδικές δυνάμεις της περιοχής. Συνεπώς, οι διαπραγματεύσεις της Ρωσίας με την Τουρκία το 2018 θα επικεντρωθούν στην μοίρα των Κούρδων της Συρίας, που έχουν απαιτήσει τη δημιουργία δικής τους αυτόνομης περιοχής.

Παρά τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει, η Ρωσία θα παίξει εξέχοντα στρατιωτικό και διπλωματικό ρόλο στη Συρία φέτος. Ωστόσο, η ικανότητά της να εμπλέκεται στις υποθέσεις της Μέσης Ανατολής σε βάρος των ΗΠΑ δεν θα περιοριστεί εκεί. Αντιθέτως η Ρωσία θα επεκτείνει την επιρροή της σε άλλα σημεία της περιοχής, ενισχύοντας τις οικονομικές και πολιτικές σχέσεις της με τα κράτη του Αραβικού Κόλπου, την Αίγυπτο, το Ιράκ, τη Λιβύη και την Τουρκία.

Συγκρούσεις για το πλεονέκτημα στο πεδίο της μάχης

Η εξέλιξη του εμφυλίου πολέμου στη Συρία μπορεί να έχει γυρίσει υπέρ του Ιράν, όμως η Σαουδική Αραβία ίσως έχει καλύτερη τύχη σε άλλα πολεμικά μέτωπα -φυσικά και πολιτικά- στην περιοχή. Ελπίζοντας να επωφεληθεί από την αναζωπυρωμένη των ΗΠΑ κατά του Ιράν, το βασίλειο θα προσπαθήσει να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη επιρροή του αντιπάλου του μεταξύ των πιο αδύναμων γειτόνων του, όπως η Υεμένη, το Ιράκ και ο Λίβανος.

Ωστόσο, τις προσπάθειες της Σαουδικής Αραβίας θα περιπλέξει η «χλιαρή» προσπάθεια του Ριάντ να συσπειρώσει τους ομοϊδεάτες Σουνίτες συμμάχους κατά του Σιιτικού Ιράν. Στα χαρτιά, οι εταίροι του βασιλείου είναι πολύ πιο ισχυροί απ’ ότι οι αδύναμοι αντιπρόσωποι του Ιράν. Στην πράξη όμως είναι και λιγότερο αξιόπιστοι.

Η Σαουδική Αραβία θα δυσκολευτεί να εξασφαλίσει την στήριξη που χρειάζεται για να ηγηθεί οποιασδήποτε συγκεκριμένης ενέργειας κατά του Ιράν. Λόγω της αποτυχίας αυτής -εν μέρει τουλάχιστον- το βασίλειο θα δυσκολευτεί να διαβρώσει την στρατιωτική παρουσία του Ιράν στη Συρία και το Ιράκ, όπου η Σαουδική Αραβία δεν έχει τις ασύμμετρες ικανότητες στις οποίες αριστεύουν το Ιράν και οι σύμμαχοί του.



Η Υεμένη είναι μια περιοχή στην οποία η Σαουδική Αραβία είναι πιθανότερο να σημειώσει επιτυχία. Ο εμφύλιος πόλεμος στη χώρα σημείωσε μια ανέλπιστη στροφή στα τέλη του 2017 όταν οι αντάρτες Χούτι σκότωσαν τον πάλαι ποτέ σύμμαχό τους, τον πρώην πρόεδρο Αλί Αμπτουλά Σαλέχ. Ο θάνατός του οδήγησε πολλούς από τους ακόλουθούς του στην αποστασία από την συμμαχία των Χούτι, ίσως αλλάζοντας τη δυναμική του πεδίου μάχης υπέρ της συμμαχίας του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου αν αποφασίσουν να πάρουν τα όπλα κατά των Χούτι. Όπως και να έχει, οι Χούτι θα είναι πιο απελπισμένοι από ποτέ για να εξασφαλίσουν στήριξη από το Ιράν βραχυπρόθεσμα και το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου πιο αποφασισμένο από ποτέ να εμποδίσει την στήριξη αυτή.

Η Υεμένη, ως εκ τούτου, θα γίνει το κέντρο ενός βίαιου πολέμου δι’ αντιπροσώπων μεταξύ του Συμβουλίου Συνεργασίας του κόλπου και του Ιράν, καθώς ο συνασπισμός εντείνει τις προσπάθειές του να μειωθεί ο έλεγχος των Χούτι στην πρωτεύουσα Σαναά. Τώρα που έχουν ανοίξει ρήγματα εντός της συμμαχίας των ανταρτών, ένας πολιτικός διακανονισμός του πολέμου θα είναι ακόμα πιο ανέφικτος, ιδιαίτερα καθώς άλλα συμφέροντα στην Υεμένη, περιλαμβανομένων των νότιων αποσχιστών, θα αδράξουν την ευκαιρία να πιέσουν για να ικανοποιηθούν τα δικά τους πολιτικά αιτήματα.

Αγώνας για πολιτική επιρροή

Εν τω μεταξύ, η Σαουδική Αραβία θα προκαλέσει προβλήματα για το Ιράν στο πολιτικό πεδίο μάχης καθώς εργάζεται ώστε να υπονομεύσει τα κόμματα και τους πολιτικούς του Ιράκ και του Λιβάνου που στηρίζονται από το Ιράν. Το Ιράκ διενεργεί γενικές εκλογές τον Μάιο, προσφέροντας στη χώρα μια σπάνια ευκαιρία να επιβεβαιώσει την ανεξαρτησία της από τις ξένες δυνάμεις που εμπλέκονται στο εσωτερικό του. Ο ιρακινός πρωθυπουργός Χαιντέρ αλ Αμπαντί θα υπεραμυνθεί του αναδυόμενου εθνικισμού που κηρύσσει την αντίσταση κατά της εξωτερικής επιρροής (περιλαμβανομένων των ΗΠΑ, του Ιράν και της Τουρκίας), ενώ ο Ιρακινός Σιίτης ηγέτης Μουκταντά αλ Σαντρ θα ενστερνιστεί την ίδια ρητορική, ελπίζοντας να την μετατρέψει σε εκλογικό κέρδος.

Όταν τελειώσουν οι εκλογές, το Ιράν θα χρησιμοποιήσει τις σχέσεις του με τις Σιιτικές Δυνάμεις Λαϊκής Κινητοποίησης του Ιράκ –κάποιοι από τους ενόπλους αυτούς έχουν δημιουργήσει πολιτικές πτέρυγες που θα συμμετέχουν στον εκλογικό αγώνα- για να διαμορφώσει τη δημιουργία συνασπισμού στη Βαγδάτη. Ως αντίβαρο στις ομάδες αυτές, το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου θα διοχετεύσει χρήματα και βοήθεια σε άλλα Σουνιτικά και Σιιτικά κόμματα στο Ιράκ. Δεδομένης της «περιχαράκωσης» των Σιιτών Ιρακινών πολιτικών που ευθυγραμμίζονται με το Ιράν, όμως, το μπλοκ του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου θα δυσκολευτεί να αποδυναμώσει την επιρροή της Τεχεράνης.

Στα βόρεια, στο Ιρακινό Κουρδιστάν, η αποτυχημένη απόπειρα κήρυξης ανεξαρτησίας προς το τέλος του 2017 έδειξε ακόμα εντονότερα το χάσμα μεταξύ της περιφέρειας της Αρμπίλ (στην οποία ηγείται το Δημοκρατικό Κόμμα του Κουρδιστάν) και της Σουλεϊμανίγια (στην οποία ηγείται τη Πατριωτική Ένωση του Κουρδιστάν). Η Τουρκία και το Ιράν θα ξαναπάρουν τον ρόλο τους ως οι οικονομικοί και πολιτικοί πάτρωνες των κομμάτων. Καθώς οι θα εξελίσσονται διαπραγματεύσεις της αυτόνομης περιοχής με την κεντρική κυβέρνηση, η Βαγδάτη θα χρησιμοποιήσει τις σχέσεις της με την Τεχεράνη για να προσπαθήσει να δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερο χάσμα μεταξύ των Κουρδικών κομμάτων –εντείνοντας τον ανταγωνισμό του Ιράν με την Τουρκία στην χώρα. Η διεύρυνση του χάσματος μεταξύ των Κούρδων του Ιράκ θα είναι ξεκάθαρη στα αποτελέσματα των γενικών εκλογών στην περιοχή το 2018, εμποδίζοντας την ικανότητα της Αρμπίλ να «παζαρέψει» με την Βαγδάτη για τα πετρελαϊκά έσοδα και τα αμφισβητούμενα εδάφη.

Εν τω μεταξύ, η Σαουδική Αραβία θα προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει τον Λιβανέζο πρωθυπουργό Σαάντ αλ Χαρίρι για να επηρεάσει την πολιτική στη Βηρυτό προκειμένου να υπονομεύσει τα συμφέροντα της Χεζμπολά. Όμως η ένοπλη ομάδα έχει βαθιά παρουσία στον Λίβανο και, παρά τα μικρά διπλωματικά κέρδη που θα αποκομίσει η Σαουδική Αραβία από τις Σουνιτικές και Χριστιανικές κοινότητες της χώρας το 2018, ωστόσο το Ριάντ δεν θα μπορέσει να της επιτεθεί αποτελεσματικά στη χώρα. Η Τουρκία θα αντιμετωπίσει παρόμοια εμπόδια, καθώς βασίζεται στους δεσμούς της με τους Σουνίτες ηγέτες στον Λίβανο για να προσπαθήσει να αντιμετωπίσει τον στρατιωτικό εταίρο του Ιράν.

Ωστόσο, η Τουρκία θα αναζητήσει άλλους τρόπους να αφήσει το σημάδι της στη Μέση Ανατολή. Το Κατάρ θα είναι ένας απρόσμενος σύμμαχος από αυτήν την άποψη: και οι δυο χώρες επιθυμούν να έχουν κύρος στην περιοχή και ανεξαρτησία από τους ισχυρούς γείτονές τους, το Ιράν και τη Σαουδική Αραβία.

Το 2018 η Τουρκία θα ενισχύσει τη στήριξή της προς το Κατάρ αναπτύσσοντας στρατό και στρατιωτικό εξοπλισμό στα εδάφη του και ενισχύοντας το εμπόριο. Η αυξανόμενη παρουσία της Τουρκίας στην Αραβική Χερσόνησο θα ανταγωνιστεί αυτήν της Σαουδικής Αραβίας, υπογραμμίζοντας παράλληλα τους διαχωρισμούς εντός του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου. Την ίδια ώρα, η αναδυόμενη συνεργασία μεταξύ της Τουρκίας και του Κατάρ θα δυσκολέψει τις προσπάθειες του Σαουδαραβικού βασιλείου να εδραιώσει την θέση του ως η κυρίαρχη Σουνητική δύναμη στη Μέση Ανατολή.

Η στρατηγική επιβίωσης της Σαουδικής Αραβίας

Καθώς η Σαουδική Αραβία θα προσπαθεί να αντιμετωπίσει τους αντιπάλους της στο εξωτερικό, θα πρέπει να χειριστεί και τις δύσκολες μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό. Αν και όλες οι χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου θα πρέπει να προχωρήσουν σε δύσκολες μεταρρυθμίσεις φέτος, αυτές της Σαουδικής Αραβίας είναι οι μεγαλύτερες και πιο φιλόδοξες.

Στην «καρδιά» των αλλαγών της πολιτικής της Σαουδικής Αραβίας θα βρίσκεται ο διάδοχος πρίγκηπας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, που θα χρησιμοποιήσει την νεοαποκτηθείσα εξουσία του για να προωθήσει τις σαρωτικές αλλαγές που θέλει. Ο νεαρός ηγέτης θα προσπαθήσει να τηρήσει τις υποσχέσεις του για επιθετική οικονομική μεταρρύθμιση, στοχεύοντας στην ενίσχυση των μη πετρελαϊκών εσόδων μέσω φόρων και επενδυτικών κερδών, στην τόνωση της ανάπτυξης του ιδιωτικού τομέα και στην κρατικοποίηση του εργατικού δυναμικού του βασιλείου.



Δεν συμφέρει την Σαουδική Αραβία να καθυστερήσει άλλο αυτές τις σκληρές οικονομικές μεταρρυθμίσεις, και οι πολίτες της σύντομα θα δουν απτά σημάδια επώδυνης -αν χρειαστεί- αλλαγής. Για να αντισταθμίσει τον προϋπολογισμό αυτό, το Ριάντ δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να επιβάλει νέους φόρους και να προχωρήσει την σχεδιαζόμενη μερική αρχική δημόσια προσφορά της Saudi Arabian Oil Co, που θα δώσει τα απαιτούμενα κεφάλαια για τις μελλοντικές επενδύσεις του βασιλείου. Καθώς οι τιμές στα καθημερινά προϊόντα όπως τα καύσιμα θα αυξηθούν, η λαϊκή δυσαρέσκεια θα μπορούσε επίσης να αυξηθεί.

Η κυβέρνηση θα αντιδράσει στις απαιτήσεις του λαού, αναθεωρώντας κάποιους στόχους αν κριθεί πως είναι υπερβολικά επιθετικοί. Εν μέρει χάρη στην προσεκτικότητα και την ευελιξία αυτή, καθώς και στην προθυμία να ενισχύσει τις κεφαλαιακές της επενδύσεις φέτος, η Σαουδική Αραβία θα επιτύχει αρκετούς από τους στόχους της –περιλαμβανομένης της αύξησης των μη πετρελαϊκών εσόδων.

Ορισμένοι οικονομικοί στόχοι της Σαουδικής Αραβίας απαιτούν τολμηρές αλλαγές στην κοινωνική συμπεριφορά, που θα χρειαστεί χρόνο για να ενθαρρυνθούν. Ο Σαλμάν σκοπεύει να σχεδιάσει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο που θα προσαρμόζει αυτό που περιμένουν οι πολίτες από την κυβέρνησή τους και αντίστροφα. Στο μεταξύ, όμως, το βασίλειο θα κάνει αξιοσημείωτα βήματα προς το συμβόλαιο αυτό.

Το Ριάντ πιθανότατα θα χορηγήσει στις γυναίκες το δικαίωμα να οδηγούν τον Ιούνιο του 2018 και θα υπάρξουν νέες ευκαιρίες για ψυχαγωγία καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Ο πρίγκηπας θα εισάγει το κάθε βήμα με προσεκτικές ανακοινώσεις μέτρων προκειμένου να «μετρήσει» τις λαϊκές αντιδράσεις και να εκπληρώσει την δέσμευσή του να διατηρήσει την διαφάνεια. Αν και οι συντηρητικοί κληρικοί της χώρας θα προσπαθήσουν να εμποδίσουν την μεταρρύθμιση στρεφόμενοι στους πιο ηλικιωμένους οι οποίοι βλέπουν επιφυλακτικά τις επιθετικές μεταρρυθμίσεις του πρίγκηπα, ωστόσο οι νεαροί Σαουδάραβες θα «αγκαλιάσουν» όλο και περισσότερο το όραμα του Σαλμάν για το μέλλον του βασιλείου.

Ο εθνικισμός στη Βόρεια Αφρική

Η αιγυπτιακή κυβέρνηση θα παρακολουθεί επίσης στενά την κοινή γνώμη. Στη χώρα προγραμματίζονται προεδρικές εκλογές για το Μάιο. Το Ανώτατο Συμβούλιο Ενόπλων Δυνάμεων θα χειριστεί προσεκτικά τη ψηφοφορία, αφήνοντας στους Αιγύπτιους λίγες επιλογές. Πιο σημαντικά όμως θα είναι η συγκέντρωση πλήθους στις προεκλογικές καμπάνιες, η δραστηριότητα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η συμμετοχή στη διαδικασία.

Ολ’ αυτά θα αποκαλύψουν κάποιες λεπτομέρειες για την στάση των ψηφοφόρων σε ό,τι αφορά την στρατηγική σε οικονομία και ασφάλεια. Οποιαδήποτε αντίδραση της λαϊκής βάσης έναντι της κυβέρνησης του Καΐρου θα διοχετευτεί μέσω της ψήφου σε υποψηφίους της αντιπολίτευσης, όπως ο δικηγόρος Khaled Ali. Οι περικοπές επιδοτήσεων που εγκρίθηκαν από το ΔΝΤ και προγραμματίζονται για το 2018 θα αποτελέσουν σκληρό χτύπημα για την χαμηλή και μεσαία τάξη της χώρας, αλλά το Κάιρο θα προσπαθήσει να μετριάσει τις αντιδράσεις μοιράζοντας μετρητά.

Η Αίγυπτος θα κινηθεί με μεγαλύτερη ανεξαρτησία στις διεθνείς της σχέσεις (όσο περισσότερο οικονομικά φερέγγυα είναι, τόσο λιγότερο εξαρτάται από ξένους τραπεζίτες). Υπό αυτό το πρίσμα η χώρα θα ισορροπήσει τους δεσμούς του μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας, κρατώντας παράλληλα τη Σαουδική Αραβία σε ισορροπία. Αν και η Αίγυπτος δεν είναι φίλη του Ιράν, δεν θα αγκαλιάσει ούτε τα αιτήματα του Ριάντ. Η χώρα θα τηρήσει αποστάσεις και από την Τουρκία καθώς η τελευταία στηρίζει τους Παλαιστίνιους περιορίζοντας τα διαπιστευτήρια της Αιγύπτου ως διαμεσολαβητή στην διαμάχη Ισραηλινών-Παλαιστινίων.

Το Κάιρο θα προσπαθήσει να διαχειριστεί καλύτερα τα προβλήματα με τις ένοπλες ομάδες στο Σινά, "φλερτάροντας" με εμβάθυνση των σχέσεων με τη Χαμάς, την παλαιστινιακή ομάδα που έχει επιφορτιστεί την διαχείριση της Λωρίδας της Γάζας. Παράλληλα θα βοηθήσει τις προσπάθειες της Ουάσιγκτον να διαπραγματευτεί μια νέα συμφωνία μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστίνιων.

Στη γειτονική Λιβύη συνεχίζεται η προσπάθεια πραγματοποίησης εκλογών. Παρά τη στήριξη της πρωτοβουλίας του ΟΗΕ όμως, οι πολλές φατρίες που παίρνουν μέρος στις διαπραγματεύσεις είναι απίθανο να αμβλύνουν τις διαφορές τους. Παρ’ όλ’ αυτά μια μορφή εθνικισμού έχει αναδυθεί μεταξύ των ισχυρότερων ομάδων στα ανατολικά και τα δυτικά της χώρας, περιλαμβανομένου του Libyan National Army του στρατηγού Khalifa Hifter, που σταδιακά κερδίζει την αποδοχή της διεθνούς κοινότητας.

Μια εθνική διάσκεψη στην Τυνησία που σχεδιάζεται να αποτελέσει καταλύτη για την εκλογική διαδικασία θα δείξει το κοινό έδαφος που αναδύεται στη Λιβύη το 2018. Ακόμα και έτσι λίγα κόμματα θα πειστούν ότι οι συζητήσεις στον ΟΗΕ θα καλύψουν τις απαιτήσεις τους εξασφαλίζοντας ότι τα ισχυρότερα μεταξύ αυτών, όπως του Hifter, θα συνεχίζουν όσο οι διαπραγματεύσεις εξελίσσονται να δρουν με βάση το δικό τους συμφέρον.

Το ISIS

Το ISIS μπορεί να υπέστη ηχηρή ήττα σε Ιράκ και Συρία αλλά ο πόλεμος εναντία στον εξτρεμισμό αργεί να τελειώσει. Η al Qaeda θα προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί την κατάρρευση του ISIS για να βελτιώσει τη φήμη της ως ο ηγέτης του παγκόσμιου τζιχαντιστικού κινήματος και να προπαγανδίσει το όραμά της για «μακρύ αγώνα». Η προσπάθειά της θα είναι να στρατολογήσει υφιστάμενους και δυνητικούς υποστηρικτές του ISIS.

Τόσο η al Qaeda όσο και το ISIS θα αναζητήσουν αδύναμες χώρες όπου μπορούν να εγκαταστήσουν νέες βάσεις ή να επεκτείνουν υφιστάμενες θέσεις, εστιάζοντας σε Υεμένη, Λιβύη και τη χερσόνησο του Σινά. Τα μη κυβερνήσιμα τμήματα του Αφγανιστάν και της Σομαλίας μπορεί να αποδειχτούν δελεαστικά.

Εν τω μεταξύ η al Qaeda θα εμπλακεί στις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, περιλαμβανομένης της Συρίας, όπου ένα σχίσμα μεταξύ της οργάνωσης και ενός παρακλαδιού, του Tahrir al-Sham, έχει θέσει σε διακύβευση τη συνοχή της οργάνωσης.

Καθώς η μάχη για το «μυαλό και την ψυχή» των δυνητικών ακολούθων συνεχίζεται τόσο θα αυξάνει η απειλή μαχητές που εμπνέονται από τις ανταγωνιστικές εξτρεμιστικές ιδεολογίες να προχωρήσουν σε επιθέσεις.

Άννα Φαλτάιτς anna@euro2day.gr

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus