Τα δεσμά και οι κίνδυνοι για τη νέα ιταλική κυβέρνηση

Εσωτερικές διαφορές, γραφειοκρατία, συμφέροντα και παράλληλα κέντρα εξουσίας θα περιορίσουν τα περιθώρια δράσεων της νέας ιταλικής κυβέρνησης. Η συσχέτιση με την Ελλάδα, οι διαφορετικές στρατηγικές των δυο κομμάτων και οι επιλογές των Βρυξελλών.

Τα δεσμά και οι κίνδυνοι για τη νέα ιταλική κυβέρνηση
  • του Adriano Bosoni

Η μελλοντική κυβέρνηση της Ιταλίας υπόσχεται ρήξη με το παρελθόν. Ο κυβερνητικός συνασπισμός, που απαρτίζεται από το αντισυστημικό Κίνημα των Πέντε Αστέρων και το δεξιό κόμμα της Λέγκας, έχει σχέδια να αντιστρέψει χρόνια μέτρων λιτότητας, να επανεκτιμήσει τις προτεραιότητες εξωτερικής πολιτικής της Ιταλίας και να επαναδιαπραγματευτεί τους δεσμούς της με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πολλά από τα στοιχεία της ατζέντας του είναι ακριβά. Πρωτοβουλίες όπως η μείωση του φόρου εισοδήματος, η αύξηση των επιδοτήσεων για τις φτωχές οικογένειες και η κατάργηση της πρόσφατης μεταρρύθμισης που αύξανε το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης, για παράδειγμα, αναμένεται να αυξήσουν τις δημόσιες δαπάνες ελαχιστοποιώντας ταυτόχρονα τα κρατικά έσοδα. Αυτά τα μέτρα θα μπορούσαν επίσης να αυξήσουν το έλλειμμα της Ιταλίας –μια όχι και τόσο μικρή ανησυχία δεδομένου ότι το δημόσιο χρέος της χώρας ξεπερνά το 130% του ΑΕΠ.

Το σημαντικότερο είναι πως το Κίνημα των Πέντε Αστέρων και η Λέγκα θέλουν να αναθεωρήσουν το πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ, περιλαμβανομένων των κανόνων που ορίζουν τα όρια χρέους και ελλείμματος για τα κράτη-μέλη. Κάποιες από τις προτάσεις που περιλαμβάνονται στην κυβερνητική συμφωνία των δυο κομμάτων θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην αποενοποίηση της ευρωζώνης, εάν εφαρμοστούν.

Ωστόσο, η πρόταση πολιτικών και η εφαρμογή τους είναι δυο διαφορετικά πράγματα. Για να εφαρμόσει αυτή την ατζέντα, η ιταλική κυβέρνηση θα πρέπει να ξεπεράσει τρομερές προκλήσεις, όπως τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των κομμάτων που απαρτίζουν τον κυβερνών συνασπισμό. Όμως, ακόμα και αν δεν φέρει το τέλος της ευρωζώνης, η νέα κυβέρνηση της Ιταλίας θα αναγκάσει τις κυβερνήσεις και τους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης να πάρουν δύσκολες αποφάσεις.

Θα δουλέψει;

Μέχρις ενός σημείου, το αν η νέα κυβέρνηση της Ιταλίας θα μπορέσει να υλοποιήσει τους στόχους πολιτικής της θα εξαρτηθεί από το αν μπορεί να παραμείνει ενωμένος ο συνασπισμός. Άλλωστε, τα δυο κόμματα που απαρτίζουν τη συμμαχία λογοδοτούν σε διαφορετικά εκλογικά σώματα και έχουν διαφορετικές προτεραιότητες.

Η Λέγκα είναι πιο ιδεολογική, με ξεκάθαρη στάση σε θέματα όπως η μετανάστευση και η εθνική κυριαρχία. Αντιθέτως, το Κίνημα των Πέντε Αστέρων είναι πιο πραγματιστικό και θα προσαρμόσει την πλατφόρμα του αναλόγως του πού φυσάει ο πολιτικός άνεμος.

Η Λέγκα έχει εμπειρία στην εξουσία, καθώς έχει κυβερνήσει πλούσιες περιοχές όπως η Λομβαρδία και το Βένετο, ενώ το Κίνημα των Πέντε Αστέρων απαρτίζεται κυρίως από ανθρώπους με ελάχιστη ή και καθόλου εμπειρία στην πολιτική. Και, αν και η Λέγκα πρόσφατα αφαίρεσε τις λέξεις «του Βορρά» από το όνομά της, ωστόσο διατηρεί τους δεσμούς της με την βιομηχανική περιοχή της Ιταλίας στον Βορρά, που είναι και το εκλογικό της προπύργιο. Πολλοί από τους υποστηρικτές του κόμματος έχουν αρνητικές απόψεις για τον σχετικά φτωχότερο Νότο της χώρας –εκεί όπου το Κίνημα των Πέντε Αστέρων και οι υποσχέσεις του για νέες επιδοτήσεις είναι δημοφιλή.

Τη συνεργασία των δυο κομμάτων περιπλέκει ακόμα περισσότερο το γεγονός πως τόσο η Λέγκα όσο και το Κίνημα των Πέντε Αστέρων φιλοδοξούν μια μέρα να κυβερνήσουν αυτόνομα την Ιταλία και να απορροφήσουν τους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους των ετοιμοθάνατων παραδοσιακών κομμάτων της χώρας.

Αυτή η φιλοδοξία σημαίνει πως τα δυο κόμματα θα λάβουν αποφάσεις πολιτικής στην τρέχουσα κυβέρνηση με το βλέμμα στις επόμενες γενικές εκλογές, που θα μπορούσαν να διενεργηθούν πολύ πριν το τέλος της θητείας του νομοθετικού σώματος το 2023.

Το πλεονέκτημα του Κινήματος των Πέντε Αστέρων στην Αίθουσα των Αντιπροσώπων, όπου ελέγχει 222 έδρες έναντι των 124 της Λέγκας, είναι παραπλανητικό διότι η Λέγκα θεωρεί πως αυτή πρόκειται για κυβέρνηση ίσων. Ως αποτέλεσμα, το κάθε κόμμα μπορεί το ίδιο εύκολα να απειλήσει να ρίξει την κυβέρνηση στην περίπτωση μεγάλου ρήγματος σε θέματα πολιτικής. Ακόμα και οι εκλογές για το επόμενο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που είναι προγραμματισμένο να πραγματοποιηθούν στα μέσα του 2019, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν πρόβλημα στα δυο κόμματα, αφού πιθανόν θα κατέβουν στην εκλογική αυτή αναμέτρηση ξεχωριστά.

Όμως, το να παραμείνουν απλώς μαζί δεν είναι απαραίτητο πως θα αρκεί για να επιτρέψει στην κυβέρνηση να επιτύχει τους στόχους της.  Πολλοί Ιταλοί ηγέτες ήρθαν στην εξουσία με μεγάλες υποσχέσεις για μεταρρυθμίσεις, για να βρουν τελικά «τοίχο», χάρη στο πολιτικό σύστημα που έχει σχεδιαστεί ώστε να καθιστά αδύναμες τις κυβερνήσεις και περίπλοκη τη διαδικασία λήψης πολιτικών αποφάσεων, σε μια προσπάθεια να αποτρέψει την άνοδο ενός ακόμα αυταρχικού καθεστώτος.

Οι επικεφαλής της νέας κυβέρνησης της Ιταλίας μπορεί να είναι ειλικρινείς σε ότι αφορά τις προθέσεις τους να ταράξουν τα νερά. Όμως η τεράστια γραφειοκρατία της χώρας, τα συμφέροντα και τα παράλληλα κέντρα εξουσίας (περιλαμβανομένων των συνδικάτων, των επιχειρηματικών λόμπι, της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Μαφίας) θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να ξεπεραστούν.

Πηγή ανησυχίας

Ωστόσο, για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η ιταλική κυβέρνηση αποτελεί πηγή ανησυχίας. Το Κίνημα των Πέντε Αστέρων και η Λέγκα έχουν δεσμευτεί να επιστρέψουν σε αυτό που αποκαλούν «μια προ-Μάαστριχτ Ευρώπη», αναφερόμενα στην Συνθήκη του 1992 που δημιούργησε την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεδομένων όλων αυτών που έχει επιτύχει στην Ευρώπη η Συνθήκη του Μάαστριχτ, καθώς εμβάθυνε τη διαδικασία της ενοποίησης και έθεσε τα θεμέλια για την ευρωζώνη, η «υπόσχεση» αυτή έχει βαρύτητα.

Το Κίνημα των Πέντε Αστέρων και η Λέγκα θεωρούν το ευρώ, και ακόμα περισσότερο τους δημοσιονομικούς στόχους που το συνοδεύουν, ως έναν «ζουρλομανδύα» που περιορίζει την ιταλική οικονομία και υπονομεύει την ανάπτυξη. Από την δική τους άποψη, το ευρώ έχει στερήσει από τη Ρώμη την επιλογή να εφαρμόσει νομισματική πολιτική για να αντιμετωπίσει τις κρίσεις, ενώ οι δημοσιονομικοί κανόνες της ΕΕ έχουν υπονομεύσει τη δυνατότητα των χωρών να χρησιμοποιούν τις δημόσιες δαπάνες για να δημιουργούν ανάπτυξη.

Η Λέγκα και το Κίνημα των Πέντε Αστέρων έχουν επίσης περιγράψει την Ευρωπαϊκή Ένωση ως μια μη δημοκρατική οντότητα, η ικανότητα παρέμβασης της οποίας στις εσωτερικές υποθέσεις των χωρών μελών, θα πρέπει να περιοριστεί.

Αν και η Ιταλία έχει παράδοση στο να ζητά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ευελιξία στους κανόνες της για τους προϋπολογισμούς, ωστόσο η εχθρότητα που δείχνει η νέα κυβέρνηση προς την Ευρωπαϊκή Ένωση δείχνει απομάκρυνση μιας χώρας που συνίδρυσε το ευρωπαϊκό εγχείρημα πριν από επτά δεκαετίες. Οι δημόσιες δαπάνες είναι από καιρό σημαντικές για την Ιταλία, καθώς είναι ένας από τους παράγοντες που κρατούν ενωμένη τη χώρα, την ώρα που η γεωγραφία, η ιστορία και η κουλτούρα συνεχώς απειλούν να τη διασπάσουν.

Παρά ταύτα, οι Ιταλοί ηγέτες ως επί το πλείστον, έχουν παρουσιάσει την Ευρωπαϊκή ενοποίηση στους ψηφοφόρους ως ένα εγχείρημα για το οποίο αξίζει να παλέψουν. Κάποιοι, μάλιστα, είδαν τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ ως απαραίτητους ώστε να παραμένει υπό έλεγχο η τάση των Ιταλών πολιτικών για υπερβολικές δαπάνες. Αυτή η πολιτική συναίνεση τώρα φαίνεται πως έχει τελειώσει, μετά από χρόνια χαμηλής ανάπτυξης και υψηλής ανεργίας που έχουν διαβρώσει την εμπιστοσύνη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στα πολιτικά κόμματα που τη στηρίζουν.

Τους τελευταίους μήνες, το Κίνημα των Πέντε Αστέρων και η Λέγκα έχουν κατεβάσει τους τόνους στην αντιευρωπαϊκή ρητορική τους, δεσμευόμενα να κρατήσουν την Ιταλία στη νομισματική ένωση. Η τελική συμφωνία του συνασπισμού δεν περιελάμβανε επίσης ορισμένες αμφιλεγόμενες προτάσεις που φάνηκαν σε προηγούμενα προσχέδια, όπως το αίτημα για άφεση μέρους του κρατικού χρέους της Ιταλίας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το αίτημα για κατάρτιση από την Ευρωπαϊκή Ένωση ενός οδικού χάρτη για την έξοδο από την ευρωζώνη.

Η παραλείψεις αυτές πιθανότατα οφείλονται στο γεγονός πως οι περισσότεροι Ιταλοί ανησυχούν για τις συνέπειες της αποχώρησης της ευρωζώνης, ασχέτως των επικρίσεών τους έναντι του ευρώ. Εν τούτοις, το Κίνημα των Πέντε Αστέρων και η Λέγκα πιθανότατα θα χρησιμοποιήσουν την απειλή της λήψης μονομερών ενεργειών σε θέματα που σχετίζονται με την ευρωζώνη, ως διαπραγματευτικό χαρτί στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν περισσότερο περιθώριο για δαπάνες.

Μια γνώριμη ιστορία

Στις υποσχέσεις και τους στόχους της, η νέα κυβέρνηση της Ιταλίας μοιάζει με αυτήν της Ελλάδας που ανέλαβε την εξουσία στις αρχές του 2015 υποσχόμενη να βάλει τέλος στη λιτότητα και να επαναδιαπραγματευτεί το χρέος της χώρας. (Η ελληνική κυβέρνηση, φυσικά, όχι μόνο δεν κατάφερε να πάρει αυτό που ήθελε, αλλά έπρεπε επίσης να ζητήσει από τους δανειστές της μια ακόμα διάσωση –κάτι που δεν θα ήθελαν οι Ιταλοί ηγέτες).

Όμως η Ιταλία έχει μια πολύ μεγαλύτερη οικονομία απ’ ότι η Ελλάδα. Ως αποτέλεσμα, η προοπτική της αποχώρησής της από την ευρωζώνη αποτελεί πολύ μεγαλύτερη απειλή για τη συνέχεια της νομισματικής ένωσης απ’ ότι η πιθανότητα μιας εξόδου της Ελλάδας. Και ο πραγματικός κίνδυνος για την ευρωζώνη είναι πως οι Ιταλοί ηγέτες γνωρίζουν τη βαρύτητα της χώρας τους και θα μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν αυτό στη διαπραγματευτική τους στρατηγική. Το πρόβλημα με τις απειλές, όμως -ιδιαίτερα αυτές που αφορούν το οικονομικό μέλλον μιας χώρας- είναι πως θα μπορούσαν να βγουν εκτός ελέγχου και να προκαλέσουν ακούσιες συνέπειες.

Ούτε είναι μεμονωμένη περίπτωση ο ευρωσκεπτικισμός της Ιταλίας. Σε χώρες όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία, τα κυβερνώντα κόμματα επίσης στηρίζουν την μετατροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ένα κλαμπ κυρίαρχων κρατών που συνεργάζονται σε θέματα τα οποία επιλέγουν. Η διαφορά για την Ιταλία είναι πως ο ευρωσκεπτικισμός έφτασε εν τέλει σε ένα μέλος του πυρήνα της ευρωζώνης, ανεβάζοντας έτσι το διακύβευμα για τη νομισματική ένωση υψηλότερα από ποτέ.

Για τη Γαλλία, που τον τελευταίο χρόνο προσπαθεί να μεταρρυθμίσει την ευρωζώνη για να την καταστήσει ανθεκτικότερη στις μελλοντικές κρίσεις, αυτή η εξέλιξη είναι κακό νέο. Το Παρίσι θα δυσκολευτεί να «πουλήσει» στις βορειοευρωπαϊκές κυβερνήσεις τα μέτρα που θέλει για να αυξήσει τον διαμοιρασμό του οικονομικού ρίσκου στην ευρωζώνη, περιλαμβανομένων προτάσεων για τη δημιουργία Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου και για την εισαγωγή κοινής εγγύησης καταθέσεων για τις τράπεζες της ευρωζώνης, καθώς η ιταλική κυβέρνηση δημοσίως αποκηρύσσει τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ.

Δύσκολες επιλογές

Για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα νέα είναι ακόμα χειρότερα. Η επαναδιαπραγμάτευση των δομών οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ, όπως απαιτεί η ιταλική κυβέρνηση, θα ήταν σχεδόν αδύνατη, αφού θα έθετε σε κίνδυνο την συνέχεια της ευρωζώνης. Ένα πιο ρεαλιστικό σενάριο θα ήταν οι Βρυξέλλες να κάνουν τα «στραβά μάτια» στις οικονομικές πολιτικές της Ιταλίας, τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα. Κάτι τέτοιο όμως θα εξόργιζε τις κυβερνήσεις της Βόρειας Ευρώπης και θα τροφοδοτούσε τον ευρωσκεπτικισμό στην περιοχή, που ήδη δεν εμπιστεύεται τον Νότο. Αν η κατάσταση επιδεινώνονταν αρκετά, τότε οι βορειοευρωπαϊκές χώρες θα μπορούσαν ακόμα και να φύγουν από την ευρωζώνη, από φόβο. Την ίδια ώρα, η αδιαλλαξία έναντι των απαιτήσεων της Ρώμης θα μπορούσε να κλιμακώσει την διαμάχη και να οδηγήσει την Ιταλία να αναλάβει δράσεις που επίσης θα έβλαπταν την ευρωζώνη.

Η τρίτη επιλογή δεν είναι πολύ καλύτερη, όμως είναι μια επιλογή με την οποία θα μπορούσε να ζήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση: μια ασταθής κυβέρνηση στην Ιταλία που δεν καταφέρνει να κάνει τίποτα λόγω των εσωτερικών αντιφάσεων και θεσμικών περιορισμών. Αυτό το αποτέλεσμα θα εξουδετέρωνε προσωρινά την απειλή της Ιταλίας για την ΕΕ και την ευρωζώνη, όμως επίσης θα αποδυνάμωνε την ικανότητα της Ιταλίας να επηρεάσει τα θέματα της ΕΕ, θα επέτεινε τα οικονομικά προβλήματα της χώρας και δεν θα κατεύναζε τους Ιταλούς ψηφοφόρους που έχον απογοητευτεί με το status quo τόσο στην Ιταλία όσο και στην Ευρώπη.

Αν η επόμενη ιταλική κυβέρνηση καταφέρει να εφαρμόσει κάθε στοιχείο της ατζέντας της, τότε θα κινδυνέψει η ευρωζώνη. Αν αποτύχει, το απογοητευμένο εκλογικό σώμα θα μπορούσε να στραφεί στα παραδοσιακά κόμματα στις επόμενες εκλογές –ή να επιλέξει πιο ριζοσπαστικούς ηγέτες που θα είναι πιο πρόθυμοι να προχωρήσουν σε μονομερείς ενέργειες ασχέτως των επιπτώσεων στην ευρωζώνη.

Είτε έτσι, είτε αλλιώς, ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο: παρά την ανακούφιση που έφεραν στην Ευρωπαϊκή Ένωση η νίκη του Εμμανουέλ Μακρόν στις περυσινές προεδρικές εκλογές στη Γαλλία και η επανεκλογή της Άγκελα Μέρκελ ως καγκελαρίου της Γερμανίας φέτος, οι δυνάμεις του ευρωσκεπτικισμού είναι ζωντανές και βρίσκονται πια στον πολιτικό και οικονομικό πυρήνα της Ευρώπης.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus