Ερχεται δύσκολο φθινόπωρο για την Ευρώπη

Από την εμπορική διαμάχη με τις ΗΠΑ με επίκεντρο τα αυτοκίνητα και τα αγροτικά προϊόντα, μέχρι τη μεταρρύθμιση της ΕΕ, τις οικονομικές μεταβολές της Ιταλίας, αλλά και το Brexit, το φθινόπωρο προμηνύεται ιδιαίτερα «θερμό» για την Ευρώπη.

Ερχεται δύσκολο φθινόπωρο για την Ευρώπη
  • του Adriano Bosoni

Είναι καλοκαίρι στην Ευρώπη και πολλοί πολιτικοί απολαμβάνουν τις διακοπές τους. Οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να ξεκουραστούν όσο περισσότερο γίνεται, διότι μετά τη λήξη των θερινών διακοπών, θα πρέπει να αντιμετωπίζουν πολλά από τα προβλήματα που είχαν «μπει στον πάγο» προσωρινά, προμηνύοντας ένα «θερμό» φθινόπωρο στην Ευρώπη.

Από τις εμπορικές διαμάχες με τις ΗΠΑ μέχρι τη συζήτηση για τη μεταρρύθμιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το όλο και πιο χαοτικό Brexit, οι τελευταίοι μήνες του 2018 θα είναι πυρετώδεις στην Ευρώπη. Ως ο βασικός οικονομικός και πολιτικός «παίκτης» της Ευρώπης, η Γερμανία θα βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων, και οι αποφάσεις του Βερολίνου θα γίνουν αισθητές σε όλη την Ευρώπη.

Εμπορικές διαμάχες

Οι εμπορικές εντάσεις με τον Λευκό Οίκο θα βρίσκονται στην κορυφή των ανησυχιών του Βερολίνου μετά το καλοκαίρι. Ως ο μεγαλύτερος εξαγωγέας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Γερμανία έχει να χάσει πολλά από μια εμπορική σύγκρουση με τις ΗΠΑ, ιδιαίτερα αν αυτή αφορά τα αυτοκίνητα, ένα από τα βασικά εξαγωγικά προϊόντα της Γερμανίας.

Στα τέλη Ιουλίου, ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν Κλωντ Γιούνκερ συμφώνησαν να μελετήσουν τρόπους για να εξαλείψουν τους δασμούς εκτός αυτοκινητοβιομηχανίας και να μειώσουν τα μη δασμολογικά εμπόδια στο εμπόριο. Η κοινή task force ΗΠΑ-ΕΕ σχεδιάζει να δημοσιοποιήσει έκθεση μέχρι το τέλος του έτους· στο μεταξύ, ο Λευκός Οίκος έχει υποσχεθεί να αποφύγει την επιβολή υψηλότερων δασμών στα αυτοκίνητα της ΕΕ.

Η συμφωνία Τραμπ-Γιούνκερ μπορεί σύντομα να αποδειχθεί πως ήταν μια θερινή οπτασία. Κατ’ αρχάς, είναι μόνο μια εκεχειρία και όχι ειρηνευτική συμφωνία. Οι ΗΠΑ μπορούν ακόμα να αποφασίσουν να αυξήσουν τους δασμούς στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα, κάτι που θα έπληττε ιδιαίτερα σκληρά τη Γερμανική οικονομία. Ο Λευκός Οίκος θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιήσει την απειλή υψηλότερων δασμών στα αυτοκίνητα για να αναγκάσει την Ευρωπαϊκή Ένωση να ανοίξει την αγορά αγροτικών προϊόντων της στις αμερικανικές εξαγωγές, κάτι που έχουν προτείνει ορισμένοι αμερικανοί κυβερνητικοί αξιωματούχοι.

Αυτό θα έφερνε έριδες μεταξύ της Γερμανίας, που θέλει να διατηρήσει τις κερδοφόρες εξαγωγές αυτοκινήτων προς τις ΗΠΑ, και της Γαλλίας, που δεν εξάγει αυτοκίνητα στις ΗΠΑ και θέλει να προστατεύσει τον αγροτικό της τομέα από τις υπερανταγωνιστικές αμερικανικές εισαγωγές.

Ο Τραμπ έχει κατηγορηθεί ότι προσπαθεί να διασπάσει την Ευρωπαϊκή Ένωση. Έχει δώσει εύσημα για το Brexit, έχει επικρίνει το τεράστιο εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας με τις ΗΠΑ και φέρεται να έχει πει στον Γάλλο πρόεδρο Εμμανουέλ Μακρόν πως η κυβέρνησή του είναι πρόθυμη να προσφέρει στη Γαλλία μια σημαντική διμερή εμπορική συμφωνία αν το Παρίσι φύγει από το μπλοκ. Η απειλή υψηλότερων δασμών στα αυτοκίνητα πιθανότατα συνδέεται περισσότερο με την ιδεολογία του Τραμπ παρά με κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο να αποδυναμώσει την Ευρωπαϊκή Ένωση, ωστόσο, ασχέτως των κινήτρων του Τραμπ, αυτό το θέμα θα βάλει σε δοκιμασία την ενότητα της γαλλο-γερμανικής συμμαχίας, της σημαντικότερης διμερούς σχέσης στην Ευρώπη.

Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμα περισσότερο για τη Γερμανία, καθώς η Γαλλία δεν η μόνη χώρα που θα μπορούσε να αντισταθεί σε μια αμερικανική εμπορική συμφωνία που περιλαμβάνει τον αγροτικό τομέα, καθώς και η ιταλική κυβέρνηση εμφανίζεται σκεπτικιστική ως προς τις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου. Ως εκ τούτου, το Βερολίνο θα βρεθεί να τσακώνεται με το Παρίσι και τη Ρώμη για να κερδίσει την έγκριση μιας συμφωνίας με τις ΗΠΑ που θα μπορούσε να αποδειχθεί μη δημοφιλής τόσο στη Γερμανία, όσο και στο εξωτερικό. Η εναλλακτική είναι εξίσου βλαπτική, διότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να καταλήξει να μην έχει άλλη επιλογή από το να επιβάλει δικές της αντι-κυρώσεις κατά των ΗΠΑ, κάτι που θα επηρεάσει το διμερές εμπόριο και δεν θα άμβλυνε τις διατλαντικές εντάσεις.

Η επιστροφή του διχασμού Βορρά-Νότου

Το εμπόριο δεν είναι το μόνο ζήτημα που θα προκαλέσει διαμάχες μεταξύ της Γερμανίας και της Γαλλίας αυτό το φθινόπωρο. Από τότε που ανέλαβε τα καθήκοντά του στα μέσα του 2017, ο Μακρόν έχει κάνει αρκετές προτάσεις για τη μεταρρύθμιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ορισμένες, κυρίως αυτές που αφορούν τη μεγαλύτερη συνεργασία στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας, ήδη βρίσκονται τα πρώιμα στάδια εφαρμογής. Όμως τα σχέδια για την αύξηση των δημοσίων δαπανών και για την εμβάθυνση του διαμοιρασμού του χρηματοοικονομικού ρίσκου στην ευρωζώνη έχουν πάρει αναβολή, είτε διότι είναι υπερβολικά αμφιλεγόμενα ή διότι μπήκαν σε προτεραιότητα πιο πιεστικά ζητήματα, όπως η μετανάστευση στη Μεσόγειο.

Αυτή η καθυστέρηση έχει δώσει τη δυνατότητα στη Γερμανία να αποφύγει την λήψη αποφάσεων για τη δημιουργία ενός ειδικού προϋπολογισμού για την ευρωζώνη ή για την εισαγωγή μιας κοινής εγγύησης καταθέσεων για τις τράπεζες της ευρωζώνης. Όμως το Παρίσι θα επιμείνει και θα επαναφέρει τις προτάσεις του στην ατζέντα της ΕΕ, αναγκάζοντας το Βερολίνο να πάρει πιο ξεκάθαρες θέσεις.

Στις επερχόμενες διαπραγματεύσεις για τη μεταρρύθμιση της ΕΕ, η Γερμανία θα διαπιστώσει πως οι κυβερνήσεις της Βόρειας Ευρώπης είναι καλά οργανωμένες και πρόθυμες να εμφανίσουν κοινό μέτωπο κατά πολλών εκ των σχεδίων της Γαλλίας. Χώρες όπως η Ολλανδία, η Σουηδία, η Δανία, η Φινλανδία και οι χώρες της Βαλτικής έχουν συναντηθεί αρκετές φορές τους τελευταίους μήνες για να συζητήσουν το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντιστέκονται στις όποιες προσπάθειες για μεταφορά επιπλέον δικαιωμάτων στους υπερεθνικούς θεσμούς στις Βρυξέλλες και πιστεύουν πως το χρηματοοικονομικό ρίσκο πρέπει να μειωθεί, προτού διαμοιραστεί.

Ο άμεσος στόχος τους είναι να αντισταθούν στις γαλλικές προτάσεις για όσο περισσότερο γίνεται, όμως έχουν επίσης και μια μακροπρόθεσμη ανησυχία, διότι ανησυχούν πως η έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα γείρει την πλάστιγγα της εξουσίας στο μπλοκ προς τη Μεσόγειο.

Η μεταρρύθμιση της ΕΕ θα είναι η πρώτη μετά-Brexit συζήτηση στην Ευρώπη, και η Βόρεια Ευρώπη βάζει τα όριά της. Αυτό θα φέρει το Βερολίνο σε αμήχανη θέση, διότι ενώ συμφωνεί με τις περισσότερες απόψεις των Βορείων, ωστόσο, πρέπει επίσης να διατηρήσει τη συμμαχία του με το Παρίσι και να δώσει στον Μακρόν κάτι που θα μπορεί να παρουσιάσει ως νίκη στη Γαλλία.

Υπέρ της Γερμανίας είναι το γεγονός πως η Νότια Ευρώπη είναι κατακερματισμένη. Ο φυσικός εταίρος της Γαλλίας για την ευρωπαϊκή μεταρρύθμιση είναι η Ιταλία, όμως η συνεργασία με τη Ρώμη δεν θα είναι εύκολη. Η Γαλλία και η Ιταλία προσπαθούν να βελτιώσουν τις σχέσεις τους, όμως οι διμερείς δεσμοί τους είναι τεταμένοι λόγω της διαφωνίας για τους μετανάστες και τη Λιβύη, καθώς και της απειλής της Ρώμης να ακυρώσει ένα σιδηροδρομικό project μεταξύ της Λυών και του Τορίνο.

Η Γαλλία και η Ιταλία έχουν όμοιες απόψεις για τη μεταρρύθμιση της ευρωζώνης, όμως η λαϊκιστική-εθνικιστική κυβέρνηση της Ιταλίας θα είναι ένας περίεργος εταίρος για τη Γαλλία. Οι πιέσεις από τις χρηματαγορές πιθανότατα θα πείσουν την ιταλική κυβέρνηση να μετριάσει τα σχέδιά της για μείωση φόρων και αύξηση κοινωνικών δαπανών. Όμως οι επεκτατικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις της Ρώμης, που θα ανακοινωθούν τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο, θα μπορούσαν ακόμα να οδηγήσουν σε μεταβλητότητα στις αγορές χρέους. αυτό θα έδινε επιπλέον «πυρομαχικά» στο «στρατόπεδο» της Βόρειας Ευρώπης, θα αποδυνάμωνε τον σκοπό της Γαλλίας και θα ανάγκαζε τη Γερμανία να αποφασίσει μεταξύ του να πιέσει τη Ρώμη να συμμορφωθεί με τους στόχους της ΕΕ για τη δημοσιονομική υπευθυνότητα (με τον κίνδυνο η Ιταλία να προχωρήσει σε μονομερή μέτρα) και να διευκολύνει την Ιταλία (κάτι που θα εκνεύριζε τους φίλους της στα βόρεια).

Υπάρχει περιθώριο συμβιβασμού μεταξύ του Βορρά και του Νότου, όμως πιθανότατα θα έχει το τίμημα των μετριασμένων μεταρρυθμίσεων και της αναβολής σχεδίων. Τα εγχειρήματα που περιλαμβάνουν επιπλέον δαπάνες (όπως ένας προϋπολογισμός της ευρωζώνης) έχουν περισσότερες πιθανότητες να εγκριθούν από τις ιδέες που αφορούν τον μεγαλύτερο διαμοιρασμού του χρηματοοικονομικού ρίσκου (όπως η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης). Την ίδια ώρα, η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να μην έχει άλλη επιλογή από το να αφήσει μικρότερες ομάδες χωρών να προχωρήσουν με ορισμένες ιδέες, επιτρέποντας ταυτόχρονα σε άλλες να επιλέξουν τη μη εφαρμογή (αυτό θα μπορούσε να καταλήξει να ισχύει για προτάσεις όπως η εναρμόνιση της εταιρικής φορολογίας στην Ευρώπη). Αυτή δεν είναι η συζήτηση που θα οδηγήσει σε διάσπαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όμως θα δείξει το πόσο ευέλικτο είναι το μπλοκ στη διαχείριση των εσωτερικών διαφορών του μετά το Brexit.

Μια μισο-συμφωνία για το Brexit

Και, μιλώντας για το Brexit, η Βρετανία επίσης θα κρατήσει τη Γερμανία απασχολημένη μετά τη λήξη των θερινών διακοπών. Το Ηνωμένο Βασίλειο προγραμματίζεται να φύγει από την Ευρωπαϊκή Ένωση τον Μάρτιο, όμως πολλές είναι οι κρίσιμες αποφάσεις για την αποχώρησή του που ακόμα δεν έχουν ληφθεί. Σύμφωνα με τον επικεφαλής διαπραγματευτή της ΕΕ, Μισέλ Μπαρνιέ, η συμφωνία αποχώρησης για τους νομικούς όρους της εξόδου της Βρετανίας είναι «ολοκληρωμένη στο 80%». Το πρόβλημα είναι πως το υπόλοιπο 20% θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιλυθεί, διότι παραμένει ανοικτό το ζήτημα του μέλλοντος των συνόρων με την Ιρλανδία.

Το θέμα περιπλέκεται ακόμα περισσότερο καθώς, τόσο η βρετανική κυβέρνηση όσο και το Κοινοβούλιο είναι εσωτερικά διχασμένα με ομάδες που θέλουν να διατηρήσουν τους στενούς δεσμούς με την Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλες ομάδες που θέλουν να υπάρξει όσο το δυνατόν πιο ξεκάθαρη έξοδος. Ακόμα και αν η πρωθυπουργός Τερέζα Μέι καταφέρει να διατηρήσει ενωμένη την ομάδα της και να υπογράψει μια συμφωνία αποχώρησης με την ΕΕ, δεν είναι δεδομένο ότι το Κοινοβούλιο θα στηρίξει τη συμφωνία.

Πέραν της συνθήκης αποχώρησης, η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ υποτίθεται επίσης πως θα υπογράψουν μια κοινή πολιτική διακήρυξη που θα περιγράφει τους μελλοντικούς οικονομικούς, πολιτικούς δεσμούς και τους δεσμούς ασφάλειας. Ενώ το Λονδίνο έχει πιέσει για μια συμφωνία ad hoc, οι Βρυξέλλες θέλουν το Ηνωμένο Βασίλειο να αποδεχθεί ένα από τα υπάρχοντα μοντέλα, που περιλαμβάνουν τη συμμετοχή στην ενιαία αγορά, τη συμμετοχή στην τελωνειακή ένωση ή μια παραδοσιακή συμφωνία ελεύθερου εμπορίου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ανησυχεί για τις οικονομικές επιπτώσεις ενός άτακτου Brexit, όμως φοβάται επίσης να υπογράψει μια συμφωνία που θα είναι τόσο επωφελής για το Ηνωμένο Βασίλειο ώστε να μπορέσει να χρησιμοποιηθεί ως πηγή έμπνευσης για τις ευρωσκεπτικιστικές πολιτικές ομάδες στις εκστρατείες τους για αποχώρηση από το μπλοκ.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο θα ήθελαν να καταλήξουν σε μια συμφωνία αποχώρησης και σε μια πολιτική διακήρυξη για τις μελλοντικές σχέσεις μέχρι το τέλος του έτους. Όμως, δεδομένης της περιπλοκότητάς της, η διαδικασία του Brexit θα μπορούσε να συνεχιστεί μέχρι τις πρώτες εβδομάδες του 2019.

Αυτοί που παρακολουθούν το Brexit θα πρέπει να περιμένουν μαραθώνιες συνόδους που θα μοιάζουν με αυτές που πραγματοποιήθηκαν όταν γίνονταν η διαπραγμάτευση για το τρίτο πακέτο διάσωσης της Ελλάδας στα μέσα του 2015. Και, όπως έκαναν με την ελληνική διάσωση, οι πολιτικοί τελικά θα αντικαταστήσουν τους τεχνοκράτες και θα αναλάβουν τον έλεγχο της διαδικασίας, κάτι που θα δημιουργήσει χώρο για συμβιβασμούς. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο θέλουν να αποφύγουν το σενάριο της μη συμφωνίας, στο οποίο η ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο θα συμφωνήσουν μόνο σε τόσα ζητήματα όσα χρειάζεται για να αποφύγουν την άτακτη έξοδο και να δώσουν τη δυνατότητα επιβολής μιας μεταβατικής περιόδου (την περίοδο 21 μηνών μετά το Brexit κατά τη διάρκεια της οποίας το Ηνωμένο Βασίλειο θα παραμείνει στην ενιαία αγορά της ΕΕ), «αγοράζοντας» επιπλέον χρόνο για να διαπραγματευτούν οτιδήποτε άλλο.

Τα πράγματα δεν θα είναι εύκολα, όμως. Αρκετά ζητήματα θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην κατάρρευση των διαπραγματεύσεων. Οι σκληροπυρηνικοί θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν την Μέι και να αποχωρήσουν από τις διαπραγματεύσεις, ή μια επαναστατική Βουλή θα μπορούσε να ασκήσει βέτο στη συμφωνία μεταξύ της ΕΕ και του Ηνωμένου Βασιλείου. Όμως αν η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, ο Μακρόν και η Μέι αναλάβουν τον έλεγχο των διαπραγματεύσεων, τότε το κοινό τους συμφέρον θα είναι να καταλήξουν σε συμφωνία, ακόμα και αν είναι ελαττωματική, ατελής και απλά αναβάλλει την επίλυση των προβλημάτων.

Όταν τα προβλήματα συσσωρεύονται

Τους τελευταίους μήνες του έτους θα υπάρχουν πολλές πηγές πολιτικού κινδύνου για την Ευρωπαϊκή Ένωση, περιλαμβανομένης της αρνητικής επίπτωσης του διμερούς εμπορίου λόγω των υψηλότερων αμερικανικών δασμών, της έλλειψης συμφωνίας για τη μεταρρύθμιση της ΕΕ και ένα άτακτο Brexit. Η Γερμανία και τα πιο εξέχοντα κράτη και θεσμοί της ΕΕ θα διαπραγματεύονται σε πολλαπλά μέτωπα για να ελαχιστοποιήσουν τις όποιες ζημιές προκληθούν από τα γεγονότα αυτά, όμως η δουλειά τους δεν θα είναι εύκολη.

Αν η κυβέρνηση Τραμπ επιμείνει στην συμπερίληψη των αγροτικών προϊόντων στις διαπραγματεύσεις της με τις Βρυξέλλες, θα είναι δύσκολο η Ευρώπη να δώσει στις ΗΠΑ αυτό που θέλουν, ασχέτως του πόσο θα πιέσει η Γερμανία για μια εμπορική συμφωνία. Το Βερολίνο θα μπορέσει πιο εύκολα να διαχειριστεί τις εσωτερικές διαφωνίες στην ΕΕ, διότι το μπλοκ έχει ιστορικό στην υποβάθμιση, αναβολή ή μετάλλαξη αμφιλεγόμενων προτάσεων προκειμένου να κατευνάσει τα αντικρουόμενα συμφέροντα των μελών της, ακόμα και αν το αποτέλεσμα είναι συχνά αναποτελεσματικές ή ατελείς πολιτικές.

Στο Brexit, μια συμφωνία της τελευταίας στιγμής για να τηρηθούν τα προσχήματα και για να «αγοραστεί» χρόνος, υπό την αιγίδα της Γερμανίας, είναι πιθανή, όμως τα πολιτικά γεγονότα εντός του Ηνωμένου Βασιλείου θα μπορούσαν και πάλι να εκτροχιάσουν τη διαδικασία.

Ασχέτως του αποτελέσματος αυτών των διαφωνιών, ένα είναι ξεκάθαρο. Το καλοκαίρι μπορεί να έδωσε στην Ευρώπη, και στη Γερμανία ιδιαίτερα, μια αίσθηση προσωρινής ανακούφισης, όμως από το φθινόπωρο, τα προβλήματα θα πρέπει να αντιμετωπιστούν.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus