Μπορούν Ρωσία και ΕΕ να ξεπεράσουν τις διαφορές τους στα Βαλκάνια;

Τους λόγους για τους οποίους η Μόσχα τηρεί τη συγκεκριμένη της στάση στην περιοχή των Βαλκανίων αναλύσει ο Maxim Samorukov αναπληρωτής αρχισυντάκτης του Carnegie Moscow Center. Οι αλληλοκατηγορίες με την ΕΕ και ο ρόλος των ΗΠΑ.

Μπορούν Ρωσία και ΕΕ να ξεπεράσουν τις διαφορές τους στα Βαλκάνια;
  • του Maxim Samorukov

Σε οποιαδήποτε συζήτηση των προβλημάτων στη Ρωσία και στην κοινή γειτονιά της ΕΕ, η Ουκρανία είναι μεταξύ των πρώτων θεμάτων που συζητιούνται. Όταν το θέμα αυτό «ανοίγει», ο οποιοσδήποτε περαιτέρω διάλογος μεταξύ των Ρώσων και των Ευρωπαίων είναι άσκοπος: το χάσμα μεταξύ των θέσεων των δυο πλευρών είναι υπερβολικά βαθύ, ακόμα και αν πράγματι υπάρχει καλή θέληση.

Για τον λόγο αυτόν, το Δίκτυο Ειδημόνων ΕΕ-Ρωσίας (EUREN), που περιλαμβάνει εκπροσώπους των κορυφαίων ευρωπαϊκών και ρωσικών think tanks, αποφάσισε να μην περιοριστεί στην επίσημη γεωγραφία, αλλά να αναζητήσει άλλες χώρες όπου, ακόμα και αν τα συμφέροντα Ρωσίας και ΕΕ συγκρουστούν, τουλάχιστον δεν θα συγκρουστούν τόσο σκληρά όσο στην Ουκρανία, αφήνοντας περισσότερο περιθώριο αμοιβαίας κατανόησης. Μια από τις πιο πολλά υποσχόμενες περιοχές από αυτήν την άποψη είναι τα Δυτικά Βαλκάνια, η οποία συζητήθηκε από την ομάδα εργασίας στα τέλη Νοεμβρίου στη Βιέννη.

Οι εκπρόσωποι της ΕΕ και της Ρωσίας επέδειξαν μια εξαιρετική ομοφωνία στην εκτίμηση της κατάστασης στην περιοχή, συμφωνώντας πως η ελκυστικότητα των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων ως εταίρων είναι αμφίβολη. Τα πλεονεκτήματα της συνεργασίας δεν είναι εμφανή,  ενώ τα πολλαπλά προβλήματα της περιοχής ξεχωρίζουν αμέσως: μια σοβαρή δημογραφική κρίση, η μαζική έξοδος του πληθυσμού προς την Ευρώπη, μια αρχαϊκή οικονομική δομή, και μια υποδεέστερη θέση στον διεθνή διαχωρισμό της εργασίας, με την φθηνή εργασία ουσιαστικά να είναι το μοναδικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που έχουν τα Βαλκάνια.

Αυτά τα προβλήματα είναι ουσιαστικά. Επιπλέον, τα Βαλκάνια έχουν επίσης σημαντικές εθνοτικές εντάσεις, συγκρούσεις που δεν έχουν διευθετηθεί, κρατικούς θεσμούς χαμηλής ποιότητας και τοπικές ελίτ που αγαπούν να χειραγωγούν τους ισχυρότερους εταίρους τους.

Τα Δυτικά Βαλκάνια χρειάζονται απεγνωσμένα εξωτερική βοήθεια, και είναι ήδη τόσο βαθιά ενσωματωμένα στην Ευρώπη που μόνο η ΕΕ μπορεί να τα βοηθήσει. Οι χώρες της ΕΕ υστερούν πολύ σε τομείς όπως το ξένο εμπόριο, οι επενδύσεις, οι μεταναστευτικές ροές και οι χρηματοοικονομικές επιδοτήσεις. Οι άλλοι ξένοι εταίροι των Βαλκανίων, περιλαμβανομένης της Ρωσίας, το κατανοούν αυτό απόλυτα και δεν ετοιμάζονται να αλλάξουν ριζικά την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή.

Εκπρόσωποι της ΕΕ και της Ρωσίας συμφωνούν σε μεγάλο βαθμό πως η αναζήτησή τους για επιρροή στα Βαλκάνια, που έχει υπερτονιστεί τα τελευταία χρόνια, βασίζεται περισσότερο στην προσπάθειά τους να πάρουν θέση στην παγκόσμια σκηνή, παρά σε ένα πραγματικό ενδιαφέρον. Αν οι Βρυξέλλες και η Μόσχα ανταγωνίζονται στα Βαλκάνια, ο ανταγωνισμός αυτός δεν είναι τόσο μεταξύ τους, όσο μεταξύ της αντίληψης που έχει η κάθε πλευρά για τον εαυτόν της. Η Ρωσία θέλει να δει τον εαυτόν της όχι μόνον ως μια περιφερειακή δύναμη, αλλά και ως μια πραγματική παγκόσμια δύναμη τα συμφέροντα της οποίας πάνε πολύ παραπέρα από τον μετασοβιετικό χώρο. Η ΕΕ, εν τω μεταξύ, ψάχνει οποιαδήποτε ευκαιρία να επαναβεβαιώσει την προοδευτικότητα, την ελκυστικότητα και την ικανότητά της να προωθήσει την πολιτική σταθερότητα και την οικονομική ευημερία γύρω από τα σύνορά της.

Τα Δυτικά Βαλκάνια προσφέρουν μια καλή ευκαιρία να ενωθούν οι φιλοδοξίες και των δυο πλευρών. Η επιθυμία της Ρωσίας να τοποθετηθεί ως υπέρμαχος των δικαιωμάτων των Σέρβων και των Ορθόδοξων Χριστιανών ταιριάζει με την ατζέντα της ΕΕ για υπεράσπιση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων. Τα ενεργειακά projects της Ρωσίας στην περιοχή πάνε χέρι-χέρι με την φιλοδοξία της ΕΕ να βελτιώσει την προβληματική οικολογική κατάσταση στα Βαλκάνια και την μετάβαση των τοπικών οικονομιών από τον άνθρακα στο πιο φιλικό προς το περιβάλλον φυσικό αέριο. Τέλος, τόσο η Μόσχα όσο και οι Βρυξέλλες ανησυχούν για την εξάπλωση του ριζοσπαστικού Ισλάμ, για το εμπόριο ναρκωτικών και τα το διασυνοριακό έγκλημα στην περιοχή.

Ωστόσο, η συνεργασία εξακολουθεί να υστερεί, διότι οι διαφορές μεταξύ της Ρωσίας και της ΕΕ είναι περισσότερο ιδεολογικές παρά πρακτικές. Για τον λόγο αυτόν, οι δυο πλευρές συνεχίζουν να εκτοξεύουν τις ίδιες αμοιβαίες κατηγορίες, ελαφρώς προσαρμοσμένες για τις τοπικές συνθήκες.

Οι Ευρωπαίοι δεν μπορούν να καταλάβουν πώς η Μόσχα μπορεί να επικρίνει την κάθε πρωτοβουλία της ΕΕ χωρίς να προσφέρει εναλλακτικές. Αυτό τους φαίνεται να είναι μια κυνική και καταστροφική συμπεριφορά. Δεν καταλαβαίνουν γιατί η Ρωσία είναι πρόθυμη να διακινδυνεύσει την σταθερότητα των ήδη εύθραυστων Βαλκανικών χωρών απλά και μόνο από πείσμα για αυτό που θεωρεί απειλή στα δικά της συμφέροντα.

Επιπλέον, οι Βρυξέλλες έχουν εξοργιστεί διότι η Μόσχα δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να στηρίζει ανοικτά λαϊκιστές και ακραίους πολιτικούς στα Βαλκάνια και να εμποδίζει την οριστική διευθέτηση συγκρούσεων στα Βαλκάνια γιατί η Ρωσία πιστεύει πως αυτές οι άλυτες συγκρούσεις την βοηθούν να διατηρήσει πολιτική επιρροή στην περιοχή.

Η ΕΕ είναι πρόθυμη να προσφέρει στα Δυτικά Βαλκάνια μια περιεκτική και καλοσχεδιασμένη στρατηγική ανάπτυξης, που τελικά θα ωφελήσει και τις Ρωσικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην περιοχή. Η Ρωσία, ωστόσο, απαντά αγανακτισμένα, χρησιμοποιώντας κάθε δικαιολογία για να επικρίνει την ΕΕ προκειμένου να κρύψει το γεγονός πως δεν έχει τίποτα να προσφέρει στα Βαλκάνια.

Η απάντηση της Ρωσίας σε αυτές τις κατηγορίες είναι εξίσου προβλέψιμη: είναι πολύ υποκριτές για να τους πάρουμε στα σοβαρά. Ναι, οι πολιτικοί που στηρίζει η Ρωσία δεν είναι οι πιο ενάρετοι. Ωστόσο, η ΕΕ είναι και αυτή πρόθυμη να ανεχθεί διεφθαρμένους αυταρχικούς ηγέτες τα καθεστώτα των οποίων δεν έχουν τίποτα κοινό με τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου, αρκεί να παραμένουν φιλοδυτικοί.  

Η Ρωσία κατηγορείται ότι τροφοδοτεί τις εντάσεις στην περιοχή. Ωστόσο αυτό το κάνει και η ΕΕ όταν, για παράδειγμα, προσπαθεί να βάλει το Μαυροβούνιο ή τη Βοσνία στο ΝΑΤΟ, παρά τις αντιστάσεις των Σέρβων. Αν η ένταξη στο ΝΑΤΟ δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη στην ΕΕ, όπως επιμένουν επισήμως οι Ευρωπαίοι, τότε γιατί δεν το ανακοινώνουν ανοικτά οι Βρυξέλλες; Αν αυτό ίσχυε πράγματι, γιατί να μην εξηγήσουν, τουλάχιστον στις Βαλκανικές ελίτ, πως η ένταξη στη συμμαχία δεν θα αυξήσει τις πιθανότητες μια χώρας να πάρει επιδοτήσεις από τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό;

Αυτό που η ΕΕ ισχυρίζεται πως είναι μια «καταστροφική συμπεριφορά» της Ρωσίας στην περιοχή, στην πραγματικότητα είναι απλώς πως η Ρωσία προσπαθεί να αποστρέψει εξελίξεις που θα επηρεάσουν αρνητικά τα συμφέροντά της.

Η Ρωσία δεν έχει τίποτα εναντίον της Ευρωπαϊκής ενοποίησης επί της αρχής. Στα Βαλκάνια, ωστόσο, η Ευρωπαϊκή ενοποίηση θα είχε συνέπειες που είναι πολύ συγκεκριμένες και ξεκάθαρα δυσμενείς για τη Μόσχα. Θα γίνονταν δυσκολότερο για τις Ρωσικές εταιρείες να δραστηριοποιηθούν στην περιοχή ευθυγραμμιζόμενες με τα στάνταρντ της ΕΕ. Η γενικότερη εξωτερική εμπορική πολιτική της ΕΕ θα ανάγκαζε τις χώρες των Βαλκανίων να εγκαταλείψουν τις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου που έχουν με τη Ρωσία. Οι Ρώσοι θα χρειάζονταν βίζα για να ταξιδέψουν στα Δυτικά Βαλκάνια. Τέλος, αν οι Βαλκανικές χώρες ενταχθούν στην ΕΕ, αυτό θα αύξανε τον αριθμό των κρατών που έχουν επιβάλει κυρώσεις κατά της Ρωσίας.

Άρα, για ποιον λόγο να στηρίξει η Μόσχα έναν «Ευρωπαϊκό δρόμο» για τα Δυτικά Βαλκάνια, ή να βοηθήσει την ΕΕ να διευθετήσει συγκρούσεις στα Βαλκάνια που η Δύση βοήθησε ώστε να προκληθούν όταν παρενέβη άτσαλα στην κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας τη δεκαετία του 1990;

Οι εκατέρωθεν κατηγορίες που εξαπολύουν Ρωσία και ΕΕ στα Βαλκάνια ουσιαστικά δεν διαφέρουν από τον διάλογο των δυο πλευρών σε οποιοδήποτε άλλο θέμα. Ακόμα και τα Δυτικά Βαλκάνια, όπου φαινομενικά δεν υπάρχουν λόγοι γεωπολιτικής αντιπαλότητας και όπου οι πλευρές αλληλοσυμπληρώνονται, γίνονται πηγή ανησυχίας, κακής επικοινωνίας και ενόχλησης, απλά και μόνο λόγω της γενικότερης ατμόσφαιρας δυσπιστίας και των διαφορών σε βασικές προσεγγίσεις ως προς τις διεθνείς σχέσεις.  

Η Ρωσία και η ΕΕ δεν έχουν κάποιες συγκεκριμένες διαφορές στα Βαλκάνια. Η Ρωσία δεν αντιτίθεται στην ένταξη χωρών των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ και η ΕΕ δεν αντιτίθεται στη συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριοποίησης και των επενδύσεων της Ρωσίας στην περιοχή. Έχει περισσότερο να κάνει με το ότι η Μόσχα δεν πιστεύει πραγματικά πως η ΕΕ είναι ικανή να ενεργήσει στα Βαλκάνια αυτόνομα από τον βασικό γεωπολιτικό αντίπαλο της Ρωσίας – τις ΗΠΑ- και οτι οι ριζικές ιδεολογικές διαφωνίες μεταξύ των δυο πλευρών θα στρέψουν την όποια περιοχή στην οποία διασταυρώνονται τα Ρωσικά και Ευρωπαϊκά συμφέροντα με οποιονδήποτε τρόπο σε πηγή επιπλέον εντάσεων στις σχέσεις τους.


*Το Carnegie Moscow Center είναι think tank και ερευνητικό κέντρο με έδρα στη Μόσχα, το οποίο επικεντρώνεται στην εγχώρια και εξωτερική πολιτική, στις διεθνείς σχέσεις, στη διεθνή ασφάλεια και στην οικονομία.  Είναι η ρωσική θυγατρική του Carnegie Endowment for International Peace της Ουάσινγκτον και θεωρείται το κορυφαίο think tank στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Ξεκίνησε να λειτουργεί το 1994 και ήταν το πρώτο μεγάλο think tank που άρχισε να δραστηριοποιείται στη Ρωσία μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Θεωρείται φιλελεύθερο και γενικά αμερόληπτο στις αναλύσεις του για τη Ρωσία και της χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.

**Ο Maxim Samorukov είναι αναπληρωτής αρχισυντάκτης του Carnegie.ru

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus