Ενα νέο σχέδιο για τις σχέσεις με την Τουρκία

Η Ελλάδα δεν µπορεί να µείνει απαθής όσο η «γείτων χώρα» εξάγει τα στρατηγικά της αδιέξοδα και την αστάθειά της.

  • της Ντόρας Μπακογιάννη*
Ενα νέο σχέδιο για τις σχέσεις με την Τουρκία

Η κατάσταση στην Τουρκία παραµένει ασταθής. Η χώρα πορεύεται χωρίς πυξίδα. Παρά το ευνοϊκό για τον Erdogan αποτέλεσµα στο συνταγµατικό δηµοψήφισµα που τον κατέστησε πανίσχυρο πρόεδρο, η Τουρκία εξελίσσεται σε µια καχεκτική δηµοκρατική πολιτεία. Η χώρα παραµένει σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης εδώ και δύο σχεδόν χρόνια, πράγµα που σηµαίνει ότι το κράτος δικαίου βρίσκεται ουσιαστικά σε αναστολή, ενώ η οικονοµία παρουσιάζει δοµικές αδυναµίες, µε την τουρκική λίρα να έχει χάσει 9% της αξίας της στο α’ τρίµηνο του 2018, σταθερά διψήφιο πληθωρισµό και ένα δραµατικά διευρυνόµενο αρνητικό εµπορικό ισοζύγιο.

Σε µια τέτοια συγκυρία, σε Αιγαίο και Κύπρο η ένταση βρίσκεται σταθερά σε επίπεδα που προκαλούν ανησυχία. Γιατί συµβαίνει αυτό; Η απάντηση αποκαλύπτει αδιέξοδα πολιτικά, διπλωµατικά και πολιτισµικά.

Πρώτον, η Τουρκία βρίσκεται αντιµέτωπη µε µια σειρά σηµαντικών προβληµάτων ασφαλείας, που έχουν καταστήσει το «εγγύς εξωτερικό της» ένα στρατηγικό ναρκοπέδιο. Στην ουσία, δεν έχει αποκοµίσει κέρδη από κανένα µέτωπο, όπου κι αν έχει εµπλακεί. Στη Μέση Ανατολή κατόρθωσε να καταλάβει το Αφρίν έπειτα από σκληρή προσπάθεια και µεγάλες απώλειες σε ανθρώπινο και οικονοµικό κεφάλαιο. Όµως, η στρατιωτική εµπλοκή της Τουρκίας σύντοµα θα καταστεί αδιέξοδη.

Στα ενεργειακά παρακολουθεί ως θεατής τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο και την αναβάθµιση του ρόλου του διπόλου Κύπρου - Ισραήλ. Το bullying στην κυπριακή ΑΟΖ µπορεί βραχυπρόθεσµα να δυσχεραίνει την ενεργειακή πολιτική της Κυπριακής Δηµοκρατίας, όµως το όφελος για την Άγκυρα είναι µηδενικό, αν η Ελλάδα και η Κύπρος αντιδράσουν όπως πρέπει.

Στο µεταξύ, βρίσκεται ανάµεσα σε ισχυρά αλληλοσυγκρουόµενα συµφέροντα. Μεταπήδησε µε ευκολία στο πλευρό του Άσαντ και της Ρωσίας, µε την οποία έχουν διαµετρικά αντίθετα συµφέροντα στην περιοχή. Οι σχέσεις µε τις ΗΠΑ βρίσκονται σε οριακό σηµείο µετά τη σχεδόν αρθρωµένη καταγγελία της Άγκυρας ότι πίσω από το πραξικόπηµα βρίσκονταν Αµερικανοί.

Τέλος, οι σχέσεις µε την Ευρώπη διακατέχονται από αµοιβαία καχυποψία, καθώς ο Erdogan εκβιάζει συχνά τους Ευρωπαίους µέσω της συµφωνίας για το προσφυγικό, εφαρµόζοντας λογική ανατολίτικου παζαριού. Στην πράξη, θυσιάζει την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας του, µε ορίζοντα τουλάχιστον τις επόµενες προεδρικές εκλογές. Εποµένως, η πρόκληση έντασης στο Αιγαίο και στην κυπριακή ΑΟΖ αποτελεί ευκολότερη επιλογή για να πετύχει τον στόχο του: εθνική ανάταση και προσέλκυση περισσότερων ψηφοφόρων.

Στην περίπτωσή µας, ο Erdogan ελέγχει τον ρυθµό της έντασης ως τον βαθµό που ικανοποιεί το εσωτερικό εκλογικό του ακροατήριο, ιδίως τώρα που έχει προσεταιριστεί τους Γκρίζους Λύκους.

Δεύτερον, ο Erdogan δεν έχει κατορθώσει να διευθετήσει το κουρδικό ζήτηµα και εποµένως να κερδίσει µεγαλύτερη λαϊκή υποστήριξη, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλλε για χρόνια. Ενώ στα πρώτα χρόνια από την εκλογή του ακολούθησε φιλελεύθερη πολιτική στο Κουρδικό, κερδίζοντας την υποστήριξη πολλών Κούρδων που για χρόνια ένιωθαν περιθωριοποιηµένοι, µετά το 2015 σταδιακά υιοθέτησε σκληρή γραµµή.

Μοναδικός στόχος του ήταν να λεηλατήσει πολιτικά την εθνικιστική ακροδεξιά. Αυτή η επιλογή επισφραγίστηκε φέτος, µε την επίσηµη πολιτική συνεργασία των Κοµµάτων Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης και Εθνικιστικής Δράσης.

Και, τρίτον, ο Erdogan αναµετράται µε την ιστορία και την κεµαλική παρακαταθήκη της σύγχρονης Τουρκίας. Έτσι, καλλιεργεί συνειδητά τις θεωρίες αναθεωρητισµού και οικοδοµεί συστηµατικά ένα νεο-οθωµανικό εθνικισµό, ασκώντας εξωτερική πολιτική για εσωτερική κατανάλωση. Θέλει να καταστεί ο νέος «πατέρας των Τούρκων». Επιθυµεί να αντικαταστήσει τον κεµαλισµό µε τον «ερντογανισµό», µια νέα πολιτική θρησκεία. Για να το πετύχει, από το 2015 αντιγράφει συστηµατικά τον Ατατούρκ του 1919: υπογραµµίζει τον αγώνα επιβίωσης ενός αγνού και λαµπρού έθνους, το οποίο επιβουλεύονται κακόβουλοι εχθροί. Σ’ αυτούς τους εχθρούς, συγκαταλέγεται και η Δύση, µε την Ελλάδα να αποτελεί την αιχµή του δόρατος.

Στις 20 Ιουλίου 2016 η απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήµατος στην Τουρκία συνάντησε την έντονη λαϊκή αντίδραση, σε µια µακρά νύχτα βίας και µηχανορραφιών. Η ηµεροµηνία θεωρείται κοµβική καθώς έκτοτε η πολιτική Erdogan έχει γίνει επιθετική τόσο στα εσωτερικά όσο και στα εξωτερικά µέτωπα της χώρας. (Shutterstock/deepspace)

Οι παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου και θαλάσσιου χώρου αποτελούν συνειδητή κίνηση αµφισβήτησης των κυριαρχικών δικαιωµάτων της χώρας µας. Ακόµα, η διαχείριση του ζητήµατος των δύο Ελλήνων αξιωµατικών που συνελήφθησαν στον Έβρο παύει να καθιστά το συµβάν απλά µεθοριακό και το εντάσσει στη γενικότερη κλιµάκωση της τουρκικής προκλητικότητας.

Ταυτόχρονα, οι προκλήσεις εναντίον Ελλάδας και Κύπρου συνδέονται και µε τις εξελίξεις στο συριακό µέτωπο. Ασκώντας πίεση στην Αθήνα, η Άγκυρα υπενθυµίζει στη Δύση -κυρίως στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση- ότι διεκδικεί ηγεµονική παρουσία στην ευρύτερη περιφέρεια της Ανατολικής Μεσογείου που εκτείνεται από τη Ρόδο ως τα παράλια της Μέσης Ανατολής.

Σε αυτό το κλίµα, το ερώτηµα είναι ξεκάθαρο: ποια στρατηγική πρέπει να ακολουθήσει η Ελλάδα;

Κατά κύριο λόγο, η χώρα µας οφείλει να αντιµετωπίσει την αυξανόµενη ένταση στο Αιγαίο µε ψυχραιµία και αυτοπεποίθηση. Διαθέτουµε συµµαχίες σφυρηλατηµένες στον χρόνο, το πολιτιστικό µας κεφάλαιο είναι αστείρευτο και παραδοσιακά το «brand name» της χώρας µας είναι ισχυρό. Εποµένως, δεν υπάρχει λόγος µεµψιµοιρίας και ηττοπάθειας.

Η Ελλάδα, ως σοβαρή ευρωπαϊκή χώρα, οφείλει να εργάζεται συστηµατικά και χωρίς φανφάρες για την αποκλιµάκωση της έντασης. Η δήθεν οικειότητα του «good diplomacy» δεν αποτελεί διπλωµατική στρατηγική, ούτε βοηθά η κυβερνητική διγλωσσία, όταν πρόκειται για εθνικά θέµατα. Η σηµερινή κυβέρνηση θυµίζει φεουδαρχικό σύστηµα µε τους υπουργούς ανεξέλεγκτους, καθώς άλλα δηλώνει ο υπουργός Εξωτερικών και άλλα ο υπουργός Άµυνας.

Στις εξάρσεις της Άγκυρας, οι πάσης φύσεως απαντήσεις πρέπει να είναι συντονισµένες και χωρίς προσωπικές επιθέσεις στην ηγεσία της άλλης πλευράς. Αυτή η τακτική είναι αντιπαραγωγική για δύο τουλάχιστον λόγους: αφενός, αυξάνει τον εθνικισµό της άλλης πλευράς και στην ουσία παίζει το παιχνίδι τρίτων που θέλουν την αστάθεια στην περιοχή, αφετέρου, καθιστά το κανάλι της προσωπικής επικοινωνίας και επαφής εξαιρετικά δύσβατο. Ένα κανάλι που καθίσταται κρίσιµο στην απευκταία περίπτωση κλιµάκωσης.

Παράλληλα, η Ελλάδα οφείλει να αναλάβει µια δυναµική πρωτοβουλία ουσιαστικού διαλόγου και να αποκαταστήσει την επαφή µε την Τουρκία. Το 2006, µετά το τραγικό επεισόδιο που οδήγησε στον θάνατο του πιλότου Ηλιάκη, συνοµίλησα µε τον τότε υπουργό Εξωτερικών, Αµπντουλάχ Γκιουλ, και επισκέφθηκα την Τουρκία για να κάνουµε ουσιαστικό διάλογο. Αρκετοί κοντόφθαλµοι στην Ελλάδα ενοχλήθηκαν από εκείνη την τολµηρή πολιτική απόφαση, όµως τελικώς η ιστορία τη δικαίωσε.

Χρειαζόµαστε ένα νέο σχεδιασµό για τις σχέσεις της Ελλάδας µε την Τουρκία. Είναι αλήθεια ότι κατά την τελευταία δεκαετία δεν σηµειώθηκε καµία αξιοσηµείωτη πρόοδος στις διαφορές µας µε τη γείτονα, οι οποίες ήταν και παραµένουν φύσει στρατηγικές. Στο παρελθόν, είχαµε χαράξει µια αποτελεσµατική πολιτική που βασιζόταν στο δόγµα της «έξυπνης δύναµης»: ανοίξαµε πολλά κεφάλαια στις διµερείς µας σχέσεις και εργαστήκαµε για την προσέγγιση µε την άλλη πλευρά, χωρίς να παραβλέπουµε τη διατήρηση του αξιόµαχου των ελληνικών ενόπλων δυνάµεων και την αποτρεπτική τους ικανότητα.

Εκείνη η πολιτική ανέδειξε τα κοινά συµφέροντα που υπάρχουν στις δύο πλευρές του Αιγαίου και δηµιούργησε κεκτηµένο στις εµπορικές και οικονοµικές σχέσεις. Δυστυχώς, σήµερα αυτό το θετικό προηγούµενο δεν έχει ακόµα εξαργυρωθεί σε πολιτικό επίπεδο.

Γι’ αυτό είναι αναγκαίο να εστιάσουµε στα σηµεία σύγκλισης των συµφερόντων µας. Να οικοδοµήσουµε µια νέα βάση συνεννόησης µε την Άγκυρα, χωρίς όµως να ξεχνάµε τα δίκαιά µας στο Αιγαίο και το πρόβληµα εισβολής και κατοχής στην Κύπρο. Ειδικά για την τελευταία, οφείλουµε να υπενθυµίσουµε προς κάθε κατεύθυνση την ανάγκη σεβασµού της εθνικής κυριαρχίας της Κυπριακής Δηµοκρατίας. Εξάλλου, δεν νοείται ειλικρινής διάλογος χωρίς τον σεβασµό των διεθνών συνθηκών και την εφαρµογή των κανόνων καλής γειτονίας.

Τέλος, η Ελλάδα οφείλει να πρωταγωνιστήσει στη διαµόρφωση των σχέσεων Τουρκίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το χαµηλό βαροµετρικό που επικρατεί µεταξύ Άγκυρας και Βρυξελλών δείχνει ότι αρχίζει η συζήτηση για µια ειδική σχέση µε την Τουρκία, που απλώς θα αποτελεί µετεξέλιξη της τελωνειακής σύνδεσης. Αν και η ευρωπαϊκή προοπτική της γείτονος έχει αδυνατίσει σηµαντικά τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα πρέπει να επιµείνει στη δυνατότητα πλήρους ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε., εφόσον βέβαια υπάρξει πλήρης συµµόρφωση µε τα κριτήρια εισόδου.

Η Αθήνα πρέπει να ξεκαθαρίσει τον στόχο της στα ελληνοτουρκικά. Μια δυτική, ευρωπαϊκή και δηµοκρατική Τουρκία θα ήταν προς το συµφέρον και της Ελλάδας και ολόκληρης της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Σήµερα, όσο αποµακρυσµένος κι αν είναι αυτός ο στόχος, πρέπει να παραµείνει στο οπτικό πεδίο της εθνικής στρατηγικής µας. Αποτελεί εξαιρετικά κοντόφθαλµη και επικίνδυνη λογική να θεωρούµε θετική εξέλιξη τη γιγάντωση των προβληµάτων της γείτονος. Μια αποσταθεροποιηµένη Τουρκία δεν είναι καλό σενάριο για τη συνύπαρξη των δύο χωρών.

Ταυτόχρονα, πρέπει να αντιληφθούµε ότι έχουµε κάθε λόγο να διαθέτουµε εθνική αυτοπεποίθηση και υγιή πατριωτισµό. Η Ελλάδα είναι µια χώρα µε υψηλή αποτρεπτική ισχύ ακόµη και έπειτα από τόσα χρόνια δηµοσιονοµικής ασφυξίας, µε ισχυρές συµµαχίες, είναι µέλος του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε., µε κοµβική γεωστρατηγική θέση. Και εγκαταστάσεις όπως η Σούδα µόνο την αναβαθµίζουν και την ενισχύουν στα µάτια όλων, φίλων και ανταγωνιστών. Οφείλουµε, λοιπόν, να αντιµετωπίζουµε τις εξελίξεις µε σοβαρότητα, ψυχραιµία και αυτοπεποίθηση.

*Η Ντόρα Μπακογιάννη είναι Βουλευτής Α’ Αθηνών και Τοµεάρχης Οικονοµίας και Ανάπτυξης της Ν.Δ. Διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών (2006-2009) και Δήµαρχος Αθηναίων (2003-2006).

 

 

v