O λόγος στους λαούς, όχι στους λαϊκιστές

Το ευρωπαϊκό οικονομικό μοντέλο πρέπει να αναπροσαρμοστεί και να συνδεθεί πειστικά με τα συμφέροντα των λαών κι όχι μόνο με αυτά των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων.

  • του Στέργιου Πιτσιόρλα*
O λόγος στους λαούς, όχι στους λαϊκιστές

Τα ζητήματα του λαϊκισμού, του ευρωσκεπτικισμού, της ξενοφοβίας, της κρίσης των δημοκρατικών θεσμών και, στη βάση όλων αυτών, τα ερωτήματα για το μέλλον της Ευρώπης συγκροτούν την ατζέντα των συζητήσεων ενόψει των ευρωεκλογών.

Η συζήτηση αυτή κινδυνεύει να προσλάβει έναν ηθικολογικό και μη παραγωγικό χαρακτήρα, εάν δεν ενταχθεί στο πλαίσιο των παγκόσμιων οικονομικών εξελίξεων και στις τάσεις που διαφαίνονται.

Η ανάγκη προσαρμογής της Ευρώπης και των ΗΠΑ στα νέα δεδομένα του παγκόσμιου οικονομικού ανταγωνισμού βρίσκεται στη βάση των προβλημάτων με τα οποία είναι αντιμέτωποι οι δημοκρατικοί θεσμοί που έχουν τη ρίζα τους στις μεγάλες ευρωπαϊκές επαναστάσεις του 16ου και του 17ου αιώνα και στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ.

Οι όροι αυτού του παγκόσμιου ανταγωνισμού διαμορφώθηκαν με την άκριτη, χωρίς ρυθμίσεις απελευθέρωση των παγκόσμιων αγορών κατά τη δεκαετία του ’90, στο όνομα του φιλελευθερισμού και της ικανότητας αυτορρύθμισης των αγορών.

Αυτή η χωρίς ρυθμίσεις απελευθέρωση ευνόησε πρόσκαιρα τα συμφέροντα ισχυρών βιομηχανικών χωρών της Δύσης και, εάν θέλουμε να ακριβολογήσουμε, τα συμφέροντα όχι χωρών αλλά βιομηχανικών συγκροτημάτων, που αξιοποίησαν τις μεγάλες αγορές και τη φθηνή εργασία της Ανατολής. Έβαλε, όμως, μια βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια του οικονομικού μοντέλου που είχε οικοδομηθεί μέσα από μια μακρά πορεία στις χώρες της Δύσης και ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Μοντέλο που συνδύαζε την οικονομική ανάπτυξη με τη δημοκρατία και το κοινωνικό κράτος.

Μιλώντας, λοιπόν, για τη δημοκρατία, πρέπει να πούμε ότι η πεμπτουσία της βρίσκεται στην αρχή της δημοκρατικής νομιμοποίησης των πολιτικών αποφάσεων και στις εγγυήσεις που εξασφαλίζουν τη μη παράκαμψή τους από τους εκάστοτε κυβερνώντες. Επομένως το ερώτημα που τίθεται είναι εάν οι δημοκρατικές χώρες μπορούν να προσαρμοστούν στα σημερινά δεδομένα του διεθνούς ανταγωνισμού.

Εάν δηλαδή μπορούν να ανταγωνιστούν με χώρες που δεν έχουν την ανάγκη να θέτουν υπό λαϊκή έγκριση τις πολιτικές τους αποφάσεις. Ή μήπως θα έπρεπε να χαλαρώσουν τις δημοκρατικές τους παραδόσεις και να βρουν τρόπο να αγνοούν τη θέληση της πλειοψηφίας των λαών τους; Και μήπως στη βάση αυτή το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, όπως είναι σήμερα δομημένο, αποτελεί το κατ’ εξοχήν πεδίο όπου η έννοια της δημοκρατικής νομιμοποίησης σχετικοποιείται και διαμορφώνονται οι μηχανισμοί παράκαμψης της θέλησης των ευρωπαϊκών λαών, προκειμένου να εφαρμοστούν «αναγκαίες» πολιτικές;

Δυστυχώς όλα τα στοιχεία -άνοδος ακροδεξιών, εθνικιστικών, ξενοφοβικών δυνάμεων, απόφαση των Βρετανών για έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση- πείθουν πως κερδίζει έδαφος η άποψη που θεωρεί ότι το ευρωπαϊκό οικοδόμημα κινείται προς τέτοιες κατευθύνσεις. Άρα, με αφετηρία αυτό το σημείο, θα πρέπει να διαμορφωθεί η στρατηγική για την υπέρβαση της σημερινής κρίσης.

Ο φόβος του λαϊκισμού δεν πρέπει να μετατραπεί σε φόβο για τους λαούς. Η υπεράσπιση της ευρωπαϊκής προοπτικής πρέπει να γίνει ξανά υπόθεση των λαών και αυτό θα συμβεί μόνον εάν οι λαοί πεισθούν ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση αποτελεί προϋπόθεση για την υπεράσπιση της δημοκρατίας και του κοινωνικού κράτους.

Συγκέντρωση διαμαρτυρίας του ξενοφοβικού κόμματος AfD στη Γερμανία. Η άνοδος του ευρωσκεπτικισμού και του εθνικισμού ακόμα και στην εύπορη ηγέτιδα της Ε.Ε. δείχνει το μέγεθος των προκλήσεων για τη δημοκρατία στη Γηραιά Ήπειρο.

Όμως, κάτι τέτοιο προϋποθέτει ένα πειστικό σχέδιο που πρέπει να συνδέσει την ανάγκη οικονομικής προσαρμογής και την ανταγωνιστικότητα με το συμφέρον όχι μόνο των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων αλλά και των λαών. Ιδιαίτερα δε τώρα, που οι αλματώδεις τεχνολογικές εξελίξεις δημιουργούν εντελώς νέα δεδομένα στην αγορά εργασίας.

Όλα αυτά παραπέμπουν στην άμεση ανάγκη για μια νέα σύλληψη, ένα νέο όραμα. Η επιστροφή στους ενδοευρωπαϊκούς ανταγωνισμούς είναι μια προοπτική αδιεξόδου, δεδομένου και του μικρού πια ειδικού βάρους της καθεμίας ευρωπαϊκής χώρας ξεχωριστά. Το ίδιο αδιέξοδη, όμως, είναι και η προοπτική επιβολής δια της οικονομικής ισχύος μιας χώρας επί των υπολοίπων.

Οι ευρωπαϊκοί κανόνες θα πρέπει να επανεξετασθούν υπό το πρίσμα των σημερινών εξελίξεων, των αντοχών των ευρωπαϊκών κοινωνιών και των ορίων που θέτουν οι ιστορικές και πολιτικές παραδόσεις των διαφόρων περιοχών της Ευρώπης. Αυτό ακριβώς πρέπει να είναι το μάθημα από το Brexit.

Στη λογική αυτής της επανεξέτασης των κανόνων, το θέμα της δημοκρατίας και της δημοκρατικής νομιμοποίησης των πολιτικών αποφάσεων πρέπει να κατέχει κεντρική θέση.

Άρα το ζητούμενο σήμερα είναι πολιτικές ηγεσίες που θα μετατρέψουν τη διευρυνόμενη δυσαρέσκεια σε κίνημα διεκδίκησης της δημοκρατικής ανασυγκρότησης του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και σε κίνημα επιβολής μιας διαφορετικής πολιτικής για την Ευρώπη και δια της Ευρώπης για τον σύγχρονο κόσμο.

Και ένα τέτοιο κίνημα εκδημοκρατισμού και αλλαγής των πολιτικών προς φιλολαϊκή κατεύθυνση θα βρει -στις σημερινές συνθήκες επικοινωνίας- ανταπόκριση σε ολόκληρο τον κόσμο, συμβάλλοντας στην αλλαγή των όρων του οικονομικού ανταγωνισμού.

*O κ. Στέργιος Πιτσιόρλας είναι Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης. Έχει διατελέσει πρόεδρος του Ταμείου Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου από τον Μάρτιο του 2015 μέχρι τον Νοέμβριο του 2016, οπότε ορκίστηκε Υφυπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης.

 

v