Την ώρα που η Αθήνα επιχειρεί να επανατοποθετήσει τη χώρα στον ενεργειακό χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου, με όχημα τις συμφωνίες με αμερικανικούς κολοσσούς όπως η ExxonMobil, η Άγκυρα φροντίζει να υπενθυμίσει ότι δεν πρόκειται να παραχωρήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων.
Αν και η χθεσινή ανακοίνωση μεταξύ της τουρκικής κρατικής TPAO με τον ίδιο αμερικανικό κολοσσό δεν αφορά παρά ένα μνημόνιο κατανόησης και όχι επικείμενες έρευνες σε συγκεκριμένα μπλοκ, όπως το «μπλοκ 2» στο ΒΔ Ιόνιο, δείχνει ότι ο ενεργειακός ανταγωνισμός Ελλάδας και Τουρκίας εισέρχεται σε μια νέα, πιο σύνθετη φάση.
Και καθιστά ακόμη πιο σαφές γιατί δεν πρέπει να χαθεί χρόνος και ο ελληνικός κρατικός μηχανισμός να βελτιώσει τις επιδόσεις του, ώστε να δούμε ακόμη και στα τέλη του 2026 την πρώτη υπεράκτια ερευνητική γεώτρηση στην Ελλάδα μετά από 40 χρόνια, από την Energean.
Το μήνυμα που στέλνει η τουρκική πλευρά είναι ότι μπορεί να κάνει business με τους ίδιους μεγάλους παίκτες με τους οποίους συνομιλεί και η Ελλάδα και να προσελκύει εταιρείες πρώτης γραμμής, ενώ πέραν της αναφοράς στη Μαύρη Θάλλασα, δεν περνά απαρατήρητη και εκείνη για έρευνες στην ευρύτερη Μεσόγειο, χωρίς η ανακοίνωση να παρέχει διευκρινίσεις.
Η αναφορά προκαλεί εντύπωση, όπως παρατηρούν αναλυτές, δεδομένου ότι στη Μεσόγειο δεν υπάρχουν τουρκικά «οικόπεδα», εκτός αν υποκρύπτει πιθανή αμερικανοτουρκική συνεργασία σε μπλοκ αμιγώς εντός της ΑΟΖ της Λιβύης. Εκεί δηλαδή όπου η TPAO έχει συμφωνήσει από τον περασμένο Ιούνιο με την κρατική λιβυκή εταιρεία NOC να προχωρήσει σε έρευνες σε τέσσερα νέα οικόπεδα.
Σε μια πρώτη ανάγνωση, θα μπορούσε να πει κανείς ότι το παιχνίδι του ενεργειακού ανταγωνισμού μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αποκτά ένα νέο στοιχείο, με την ExxonMobil στο επίκεντρο. Υπό μία έννοια, ο αμερικανικός κολοσσός μετατρέπεται σε γεωπολιτικό σημείο αναφοράς για την περιοχή.
Στην πραγματικότητα, η κίνηση της Άγκυρας, που συνεχίζει να κρατά τις ενεργειακές ισορροπίες με τη Μόσχα, ενισχύει την εικόνα των τελευταίων μηνών ότι κάνει ό,τι μπορεί για να ικανοποιήσει τους Αμερικανούς, παίζοντας στο αγαπημένο τους πεδίο, δηλαδή τους υδρογονάνθρακες.
Το είχε δείξει και τον Δεκέμβριο, όταν κάνοντας ρελάνς στον ρόλο που διεκδικεί η Ελλάδα και σε μια προσπάθεια να αποκτήσει τον πρώτο λόγο στις εξαγωγές αμερικανικού LNG στη ΝΑ Ευρώπη, είχε ανακοινώσει ότι συζητά με Chevron, Exxon Mobil και άλλους υπερατλαντικούς παίκτες για να αποκτήσει μερίδια σε κοιτάσματα φυσικού αερίου στις ΗΠΑ.
Σε μια συγκυρία που είχε ενταθεί η πίεση από την Ουάσιγκτον για να μειώσει η Τουρκία τις εισαγωγές ρωσικού αερίου, ο υπ. Ενέργειας Αλπαρσλάν Μπαϊρακτάρ είχε ανακοινώσει ότι η ΤΡΑΟ προτίθεται να εισέλθει μετοχικά σε αμερικανικά gas fields (shale gas), γεγονός που θα της επιτρέψει, όπως είχε τότε πει, να καταφέρει να εισαγάγει την επόμενη 15ετία από τις ΗΠΑ, με εξαγωγικό μεταξύ άλλων προσανατολισμό, γύρω στα 1.500 φορτία LNG. Ητοι, 100 πλοία τον χρόνο.
Το χαρτί των Αμερικανών και οι κινήσεις της Ελλάδας
Αν και τα παραπάνω περιορίζονται για την ώρα στη σφαίρα των εξαγγελιών, το βέβαιο είναι ότι η γείτονα δεν μένει με τα χέρια σταυρωμένα, ειδικά αν συνδυαστούν και με άλλες δηλώσεις του Μπαϊρακτάρ ότι προτίθεται να αυξήσει σε επτά τον στόλο των πέντε θαλάσσιων και χερσαίων τερματικών που διαθέτει, τον μεγαλύτερο στην περιοχή.
Η Άγκυρα φαίνεται να έχει θορυβηθεί από τις κινήσεις της Ελλάδας, καθώς έχει συνειδητοποιήσει ότι η Αθήνα έκανε κάποιες πετυχημένες συμφωνίες, όπως με τη Chevron που μπήκε σε μπλοκ που περιλαμβάνονται στο τουρκολυβικό μνημόνιο χωρίς να ζητήσει πρώτα την άδεια της Τουρκίας ή της Λιβύης.
Και προφανώς παίζει το ίδιο χαρτί, δηλαδή να συμπλεύσει ενεργειακά με τους Αμερικανούς και να κερδίσει εύνοια και πόντους στην Ουάσιγκτον -παρά τη δεδομένη της σχέση με τη Μόσχα από την οποία προμηθεύεται ακόμη το 40% των συνολικών της αναγκών σε φυσικό αέριο-, με απώτερο στόχο να εκπληρώσει τις επιδιώξεις της στην άμυνα (F35).
Στην πραγματικότητα, όπως λένε αναλυτές, το αμιγώς ενεργειακό σκέλος των τουρκικών κινήσεων συνδέεται σταθερά με τις εξελίξεις στα αμυντικά και αποτελεί την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος.
Ακριβώς όπως έκανε ανέκαθεν η Μόσχα, έτσι και η Άγκυρα χρησιμοποιεί τα ενεργειακά ως βραχίονα για να επιδιώξει τις γεωπολιτικές της επιδιώξεις, παραμερίζοντας τα αμιγώς οικονομικά κριτήρια των όποιων αποφάσεων.
Τα ενεργειακά εξυπηρετούν την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, χωρίς να συνυπολογίζονται στον ίδιο βαθμό με τη Δύση, οι εμπορικές και οικονομικές παράμετροι, όπως π.χ. τα ρίσκα ή τα μεγάλα κεφάλαια που συνοδεύουν μια επένδυση σε αμερικανικά σχιστολιθικά κοιτάσματα, όπως αυτές που είχε ανακοινώσει τον Δεκέμβριο για μετοχική είσοδο σε έργα shale gas.
Σίγουρα δεν πρόκειται να μετουσιωθούν σε πράξη όλα τα παραπάνω, ωστόσο είναι βέβαιο ότι το παιχνίδι του ανταγωνισμού στην περιοχή θα ενταθεί, που σημαίνει ότι πέραν του επικοινωνιακού αντίκτυπου που συνοδεύουν τις ελληνοαμερικανικές συμφωνίες, πάντα πρέπει να έχουμε στο μυαλό τη μεγάλη εικόνα.
Στη χθεσινή ανακοίνωση για το MUO μεταξύ ΤΡΑΟ - ExxonMobil, που προφανώς είναι γενικόλογη και τη συνυπογράφει ο γνωστός μας από τη συμφωνία του Ζαππείου Αντιπρόεδρος της τελευταίας Τζον Αρντίλ, ο Aλ. Μπαϊρακτάρ σχολιάζει ότι το τουρκικό knowhow για γεωτρήσεις σε βαθιά νερά, μαζί με τη διεθνή εμπειρία της αμερικανικής εταιρείας, θα ανοίξουν τον δρόμο για νέες ανακαλύψεις, συμβάλλοντας ώστε η χώρα να γίνει ενεργειακός κόμβος για την περιοχή.