Νωρίτερα φέτος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σηματοδότησε την προθυμία της να κάνει κάτι που προηγουμένως απορριπτόταν ως πολιτικά αδύνατο: να χαλαρώσει το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων (ETS) -τη «ναυαρχίδα» της ευρωπαϊκής πολιτικής για το κλίμα- για τη βιομηχανία.Αυτή η εξέλιξη, που έρχεται την ίδια ώρα που η ΕΕ επαναδεσμεύεται να μειώσει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα της Ευρώπης κατά 90% μέχρι το 2040, είναι μια παραδοχή πως η πολιτική δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε.
Το ETS -το οποίο βάζει τιμή στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα- υπήρξε θεμέλιος πυλώνας της φιλοδοξίας της ΕΕ να οδηγήσει τον κόσμο στην ενεργειακή μετάβαση. Πρόσφερε έναν μηχανισμό να τιμωρηθούν οι ρυπαίνοντες και να δοθούν κίνητρα για την απανθρακοποίηση, ενώ ταυτόχρονα επέτρεπε στην Ευρώπη να εδραιώσει το προβάδισμα στη χαμηλότερου κόστους και πιο πράσινη ενέργεια.
Σε ορισμένους τομείς, έχει αποφέρει αποτελέσματα. Το πιο προφανές παράδειγμα είναι η ηλεκτρική ενέργεια, όπου οι τεχνολογίες μπορούν εμπορικά να επεκταθούν και, σε πολλές περιπτώσεις, έχουν γίνει φθηνότερες από την παραγωγή ενέργειας από ορυκτά καύσιμα. Οι εκπομπές ρύπων από τις μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας της ΕΕ των 27 έχουν μειωθεί κατά περίπου 49% από το 2005 μέχρι το 2023.
Αλλά δεν είναι αποτελεσματικό στη βιομηχανία έντασης ενέργειας. Δείτε την ευρωπαϊκή χαλυβουργία, όπου έχουν εγκριθεί περιορισμένα μόνο έργα απανθρακοποίησης. Οι πηγές ενέργειας χαμηλού κόστους και χαμηλών εκπομπών για τον χάλυβα και άλλους τομείς έντασης ενέργειας παραμένουν δυσεύρετες.
Δεν υπάρχουν παράγοντες που διευκολύνουν την απάνθρακοποίηση, όπως οι ανταγωνιστικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, το χαμηλού κόστους πράσινο υδρογόνο, οι διμερείς συμβάσεις επί της διαφοράς για τον άνθρακα (CCfDs), τα «πράσινα ασφάλιστρα» (green premia) για τον χάλυβα και η δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα.
Καμία εταιρεία δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να επενδύσει χωρίς μια αξιόπιστη πορεία προς την ανταγωνιστικότητα.
Επιπλέον, η Ευρώπη είναι ουσιαστικά η μόνη που επιβάλλει σημαντικό κόστος για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Και αντίθετα με τις προσδοκίες, οι τιμές της ενέργειας στην Ευρώπη είναι πολύ υψηλότερες από ό,τι αλλού. Ως εκ τούτου, η ευρωπαϊκή βιομηχανία έχει χάσει την ανταγωνιστικότητά της, όχι μόνο στη δική της αγορά αλλά και στις αγορές εξαγωγών, οι οποίες αποτελούσαν σημαντική πηγή ανάπτυξης.
Σε αυτό το πλαίσιο, το ζήτημα που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία στη χαλυβουργία και σε άλλες βιομηχανίες εντάσεως ενέργειας με «δυσχερή μείωση εκπομπών» είναι η ταχεία και μεγάλη αύξηση του προγραμματισμένου κόστους του ETS κατά την επόμενη πενταετία.
Έως τις αρχές της δεκαετίας του 2030, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρχουν δωρεάν δικαιώματα εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και με την τιμή του άνθρακα στα 150 ευρώ ανά τόνο, υπολογίζουμε ότι το κόστος του χάλυβα που παράγεται στην ΕΕ θα έχει αυξηθεί κατά περίπου 50%. Αυτό θα είναι άμεσο αποτέλεσμα του πρόσθετου κόστους διοξειδίου του άνθρακα που επιβάλλεται από το ETS.
Αυτό, με τη σειρά του, θα έχει βαθιές επιπτώσεις για τη μεταποίηση έντασης χάλυβα. Οι κατασκευαστές της ΕΕ θα έχουν υψηλότερο κόστος ETS, ωστόσο παραμένει ασαφές πότε οι εισαγωγές προϊόντων έντασης χάλυβα θα επιβαρυνθούν με ανάλογο κόστος. Επίσης, η Επιτροπή δεν έχει εφαρμόσει την προτεινόμενη επιστροφή για την αφαίρεση αυτού του κόστους από τις εξαγωγές αγαθών έντασης χάλυβα (κάτι που συμβαίνει, για παράδειγμα, με τον ΦΠΑ).
Αυτά τα υψηλότερα κόστη θα μετακυλιστούν στην αλυσίδα αξίας, προκαλώντας μείωση της ανταγωνιστικότητας και της δραστηριότητας, επιταχύνοντας την αποβιομηχάνιση, καταρρακώνοντας τις επενδύσεις και επιφέροντας περαιτέρω μείωση της απασχόλησης στη μεταποίηση στην Ευρώπη. Αυτό θα ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τον στόχο που ορίζεται στην Πράξη για την Επιτάχυνση της Βιομηχανίας της ΕΕ (EU Industrial Accelerator Act), για αύξηση του μεριδίου της μεταποίησης στο 20% του ΑΕΠ.
Εκτιμούμε ότι, υπό ένα σενάριο διατήρησης του ETS «ως έχει», ο αντίκτυπος θα μπορούσε να είναι μια μείωση της μεταποιητικής δραστηριότητας στην ΕΕ κατά 30% με 40%, με επιπτώσεις σε όλη την αλυσίδα αξίας για έως και 5 εκατ. θέσεις εργασίας.
Αυτό το αποτέλεσμα πρέπει να αποφευχθεί. Πρέπει να βρεθεί τρόπος για να δοθούν κίνητρα για την απανθρακοποίηση χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η ανταγωνιστικότητα. Δεν είναι ένα πρόβλημα που είναι εύκολο να λυθεί, αλλά η μεταρρύθμιση του ETS είναι ουσιαστικής σημασίας και χαιρετίζουμε τους Ευρωπαίους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής που επανέφεραν το θέμα στην ατζέντα.
Έχουν ήδη γίνει σημαντικά βήματα για την υποστήριξη του τομέα χάλυβα της Ευρώπης· τον Ιανουάριο εισήχθη ο μηχανισμός συνοριακής προσαρμογής άνθρακα και την 1η Ιουλίου θα εισαχθούν οι δασμολογικές ποσοστώσεις. Η διόρθωση του ETS είναι το τελευταίο κομμάτι του παζλ.
Η απανθρακοποίηση είναι ο στόχος που επιδιώκουν όλοι, αλλά η λύση για τη χαλυβουργία βρίσκεται στο «πάγωμα» του ETS στα τρέχοντα επίπεδά του, μέχρις ότου υπάρξουν παράγοντες που θα διευκολύνουν την οικονομικά βιώσιμη απανθρακοποίηση και επιλυθούν τα βασικά ζητήματα της ανταγωνιστικότητας των εισαγωγών και εξαγωγών που προκύπτουν από τυχόν ακούσιες συνέπειες.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, θα είναι σημαντικό να διασφαλιστεί πως τα έσοδα του ETS θα χρησιμοποιηθούν για την απανθρακοποίηση της βιομηχανίας, και πως οι πρωτοπόροι θα συνεχίσουν να έχουν κίνητρα και δεν θα τιμωρούνται. Μόνο τότε θα μπορέσει η βιομηχανία μας να συμβάλει υπεύθυνα στην επίτευξη των ευρωπαϊκών στόχων για μείωση των εκπομπών ρύπων έως το 2040, διατηρώντας ταυτόχρονα έναν ζωντανό και ανταγωνιστικό μεταποιητικό τομέα –έναν στόχο που όλοι θέλουμε να πετύχουμε.
Η επιλογή δεν είναι μεταξύ της κλιματικής φιλοδοξίας και της ανταγωνιστικότητας. Η επιλογή είναι μεταξύ μιας κλιματικής στρατηγικής που ενισχύει την ανθεκτικότητα και την οικονομική ασφάλεια της Ευρώπης, και μιας στρατηγικής που την υποσκάπτει.
* Ο συγγραφέας του άρθρου είναι εκτελεστικός πρόεδρος της ArcelorMittal
© The Financial Times Limited 2026. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation