Στις 4 Ιουλίου του 2026 οι ΗΠΑ γιόρτασαν την 250η επέτειο από την υπογραφή της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας, τα πρώτα λόγια της οποίας ήταν: «Θεωρούμε αυτές τις αλήθειες ως αυταπόδεικτες, πως όλοι οι άνθρωποι δημιουργούνται ίσοι, πως προικίζονται από τον Δημιουργό τους με ορισμένα απαράγραπτα Δικαιώματα, πως μεταξύ αυτών είναι η Ζωή, η Ελευθερία και η επιδίωξη της Ευτυχίας».
Ας επικεντρωθούμε στο τι θα μπορούσαν να σημαίνουν αυτές οι λέξεις στο μέλλον, αντί για το τι σήμαιναν τα τελευταία 250 χρόνια.
Παρά τον τολμηρό ισχυρισμό περί ισότητας, οι ΗΠΑ που δημιουργήθηκαν από τους ιδρυτές πατέρες αναπόφευκτα μόνο δημοκρατικές δεν ήταν. Περίπου 60-70% των ενήλικων λευκών ανδρών είχαν την ψήφο το 1792. Αλλά οι γυναίκες, οι σκλάβοι, πολλοί ελεύθεροι μαύροι και ιθαγενείς Αμερικάνοι εξαιρούνταν. Η δημοκρατία της καθολικής ψηφοφορίας ήταν ακόμα σχεδόν αδιανόητη. Η επίτευξή της ήταν ένας μακροχρόνιος αγώνας στις ΗΠΑ και αλλού.
Οι ιδρυτές θεωρούσαν πως δημιουργούσαν μια αβασίλευτη πολιτεία (republic) και όχι μια δημοκρατία (democracy). (Σ.τ.μ: οι λέξεις republic και democracy στην ελληνική μεταφράζονται ως «δημοκρατία», εννοιολογικά ωστόσο έχουν διαφορά: σε πολύ αδρές γραμμές, το republic αναφέρεται σε μια πολιτειακή μορφή όπου ο αρχηγός του κράτους δεν είναι κληρονομικός μονάρχης, ενώ η δημοκρατία σε πολίτευμα όπου η εξουσία πηγάζει από τον λαό και νομιμοποιείται από τη λαϊκή κυριαρχία. Καθώς ο Wolf χρησιμοποιεί και τις δυο λέξεις, για τη διευκόλυνση του αναγνώστη θα αναγράφεται σε παρένθεση κάθε φορά που αναφέρεται σε republic ή σε democracy).
Στην πρώτη, ο επικεφαλής του κράτους εκλέγεται και δεν είναι ένας κληρονομικός μονάρχης. Σήμερα, ωστόσο, αυτό δεν είναι πλέον μια χρήσιμη διάκριση. Θα θεωρούσαμε δημοκρατία (democracy) μια συνταγματική μοναρχία με εκλεγμένη κυβέρνηση, όπως αυτή της Δανίας, και μια υποτιθέμενη δημοκρατία (republic) στην οποία οι πολιτικοί αντίπαλοι βρίσκονται στη φυλακή, όπως στη σημερινή Τουρκία, ως ένα ακόμα αυταρχικό καθεστώς.

Η διάκριση μεταξύ μιας δημοκρατίας (democracy) και ενός αυταρχικού καθεστώτος εξαρτάται από δυο χαρακτηριστικά: τον ρόλο των δίκαιων εκλογών στην απόφαση του ποιος θα έχει την εξουσία και τον ρόλο του δικαίου, ιδιαίτερα τους συνταγματικού δικαίου, στον περιορισμό του τι μπορούν να κάνουν αυτοί που έχουν την εξουσία.
Σε μια δημοκρατία (republic), η κυβέρνηση όχι μόνο είναι εκλεγμένη, αλλά διέπεται από νόμους και περιορισμούς και δεν είναι αυθαίρετη και τυραννική.

Οι δημοκρατίες (democratic republics), συνεπώς, είναι αυτό που σήμερα θα λέγαμε «φιλελεύθερες δημοκρατίες», δηλαδή δημοκρατίες που συνδυάζουν δίκαιες εκλογές με θεμελιώδη αστικά και πολιτικά δικαιώματα.
Το 2025, σύμφωνα με το V-Dem, μόλις το 7% του παγκόσμιου πληθυσμού ζούσε σε ένα τέτοιο κράτος, έναντι του 17% δύο δεκαετίες πριν. Ήταν οι ΗΠΑ ένα από αυτά; Όχι. Έχασαν αυτό το στάτους υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, για προφανείς λόγους, με μια εκπληκτικά γρήγορη πτώση το 2025. Αυτό δεν μπορεί να εκπλήσσει τους λογικούς ανθρώπους.
Εν ολίγοις, οι εορτασμοί στις ΗΠΑ είναι εν μέρει ένα μνημόσυνο: η φιλελεύθερη δημοκρατία και ακόμα και η εκλογική δημοκρατία βρίσκονται σε υποχώρηση. Γιατί, λοιπόν, συμβαίνει αυτό; Και πού μπορεί να πάει μελλοντικά το σύστημα;

Στο βιβλίο με τίτλο «The Crisis of Democratic Capitalism», απέδωσα την άνοδο της σύγχρονης δημοκρατίας (democracy) στη διάδοση των φιλελεύθερων ιδεών, που ενσάρκωνε η ίδια η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας.
Αλλά, όπως υπέδειξαν και οι αισιόδοξοι πως θα μπορούσε να συμβεί, με την πάροδο του χρόνου η οικονομική ελευθερία οδήγησε σε μια σειρά τεχνολογικών, κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών αλλαγών. Μεταξύ αυτών ήταν η βιομηχανοποίηση, η αστικοποίηση, η μαζική εκπαίδευση, μια αυξανόμενη μεσαία τάξη και μια οργανωμένη εργατική τάξη.
Σημαντική ήταν επίσης η ανάγκη για έναν τακτικό στρατό που θα μπορούσε να φέρει όπλα για να αμυνθεί του κράτους. Εν ολίγοις, οι κυβερνήσεις άρχισαν να νοιάζονται περισσότερο για τον λαό τους, ενώ αυτός γινόταν όλο και πιο οργανωμένος οικονομικά και πολιτικά.
Απλοί άνθρωποι απέκτησαν τότε τη δυνατότητα να επιμένουν να τους συμπεριφέρονται ως πολίτες με οικονομικά και πολιτικά δικαιώματα. Έτσι γεννήθηκε η απαίτηση για καθολική ψήφο. Πώς θα μπορούσαν να αρνηθούν μια τέτοια απαίτηση τα κράτη που ήταν προσηλωμένα στις αρχές της «ισότητας»; Στο τέλος, το δέχθηκαν.

Ωστόσο σήμερα ο θρίαμβος των φιλελεύθερων και δημοκρατικών ιδεωδών, με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, μοιάζει με αρχαία ιστορία. Σε πολλές πρώην αποικίες, οι ρίζες τους ήταν ρηχές, όπως είναι κατανοητό.
Η επιτυχία της αυταρχικής Κίνας έχει επίσης επηρεάσει τα πράγματα. Σε πολλές χώρες δρουν ισχυρά συμφέροντα που τάσσονται υπέρ των αυταρχικών καθεστώτων. Το ίδιο ισχύει και για την μακραίωνη ανθρώπινη επιθυμία για έναν ισχυρό ηγέτη.
Εν τω μεταξύ, σε πολλές υποτιθέμενα εδραιωμένες δημοκρατίες, οι πολιτισμικοί και ταυτοτικοί διχασμοί έχουν κατακερματίσει την αίσθηση της κοινής υπηκοότητας. Το ίδιο συνέβη και με τις τεχνολογικές και οικονομικές αλλαγές –την ψηφιακή επανάσταση, την άνοδο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, την αποβιομηχανοποίηση, τη σχετική πτώση της παλιάς εργατικής τάξης και την άνοδο μιας τεράστιας ελίτ με πανεπιστημιακή εκπαίδευση.
Σε αυτόν τον κόσμο, ο λαϊκισμός έχει επιστρέψει δυναμικά, με τις ψεύτικες υποσχέσεις του για σωτηρία.

Για να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι μπορεί να συμβεί στη συνέχεια, είναι ουσιαστικό να θυμηθούμε μια προφανή αλήθεια: η δημοκρατία (democracy) εδράζεται στο ιδανικό της πολιτικής ισότητας. Ένα τέτοιο σύστημα είναι πολύ πιθανότερο να λειτουργήσει –όπως παρατήρησε και ο ίδιος ο Αριστοτέλης- σε μια κοινωνία με μια ευημερούσα και σίγουρη μεσαία και χαμηλότερη μεσαία τάξη. Αυτό είναι που έφερε στις χώρες υψηλού εισοδήματος η ανάπτυξη του 19ου και 20ου αιώνα.
Τώρα, όμως, αυτό έχει αντιστραφεί σε σημαντικό βαθμό για την παλιά βιομηχανική εργατική τάξη. Σήμερα η τεχνητή νοημοσύνη απειλεί και ένα σημαντικό μερίδιο της μορφωμένης μεσαίας τάξης. Πράγματι, η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών επισημαίνει στην τελευταία της ετήσια οικονομική έκθεση πως αν η τεχνητή νοημοσύνη αντικαθιστούσε μεγάλο μέρος της ανθρώπινης εργασίας, τότε το μερίδιο της δεύτερης στο εισόδημα θα μπορούσε να μειωθεί στο 20%.

Αυτό θα ήταν μια επιστροφή σε μια φεουδαρχική κοινωνία, στην οποία ένα μικρό μερίδιο του πληθυσμού ελέγχει όλα όσα έχουν σημασία. Μπορούμε ήδη να δούμε την άνοδο μιας εξαιρετικά εύπορης και ισχυρής πλουτοκρατίας: ο πλούτος του κορυφαίου 0,00001% των πολιτών των ΗΠΑ είναι πολύ μεγαλύτερος σε σχέση με το εθνικό εισόδημα σήμερα απ’ όσο ήταν ποτέ στο παρελθόν. Μπορούμε ακόμα να οραματιστούμε την εμφάνιση ιδιωτικών ρομποτικών στρατών.
Επιπλέον, αυτοί οι ολιγάρχες ασκούν ισχυρή επιρροή στα πολιτικά, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Θα πρέπει να προσθέσουμε σε αυτό τη βαλκανοποίηση του οικοσυστήματος των μέσων ενημέρωσης από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Το σημαντικότερο, αναμφίβολα, είναι πως για να αντέξουν, οι δημοκρατίες (democratic republics) χρειάζονται μια υπεύθυνη και ηθική ελίτ που θα είναι προσηλωμένη στα ιδεώδη της πολιτικής αρετής. Είναι αυτό που δίνει σήμερα η πλουτοκρατία;
Είναι αυτό που πρόσφερε ποτέ ο Τραμπ; Όχι. Και, πέραν όλων αυτών, οι παλιές δημοκρατίες (democracies) υφίστανται σοβαρές πιέσεις λόγω της δημοσιονομικής υπερέκτασης. Ποιο είναι, λοιπόν, το μέλλον της φιλελεύθερης δημοκρατίας; Δοκιμάζεται.
Για να επιβιώσει, θα πρέπει όλοι να αγωνιστούμε πάλι για αυτήν.
© The Financial Times Limited 2026. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation