Μήπως ο Τραμπ κερδίζει τον πόλεμο των δασμών;

Οι δασμοί του Τραμπ απέφεραν έσοδα και απέσπασαν παραχωρήσεις, αλλά έπληξαν και την αμερικανική οικονομία. Τελικά, ποιος κερδίζει τον εμπορικό πόλεμο; Ήρθε η ώρα να κάνουμε τον λογαριασμό.

Μήπως ο Τραμπ κερδίζει τον πόλεμο των δασμών;
  • της Soumaya Keynes
Μπορεί ο περισσότερος κόσμος να βαρέθηκε τον αμερικανικό δασμολογικό πόλεμο εδώ και καιρό, αλλά η κυβέρνηση Τραμπ σφύζει από ενέργεια. Τις τελευταίες εβδομάδες ανακοίνωσε τιμωρητικούς δασμούς στις εισαγωγές από τη Βραζιλία, κράδαινε νέα εμπορικά όπλα κατά του Καναδά και προετοιμάζει την επιβολή αντισταθμιστικών τελών μεταξύ 10% και 12,5% σε 60 εμπορικούς εταίρους. Τόσοι καυγάδες. Έχει κανένας τους αποτέλεσμα;

Κατά ορισμένες προφανείς μετρήσεις, όχι ιδιαίτερα. Η κοινή γνώμη μοιάζει επιφυλακτική· περίπου έξι στους δέκα Αμερικάνους δεν έχουν εμπιστοσύνη στις αποφάσεις εμπορικής πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ. Παρά ορισμένες υποσχόμενες επενδυτικές ανακοινώσεις, ο μεταποιητικός τομέας δεν ακμάζει. Το έλλειμμα στο εμπόριο αγαθών συρρικνώθηκε πρόσφατα, αλλά μόνο επειδή πέρυσι διογκώθηκε καθώς οι εισαγωγείς έσπευσαν να προλάβουν τους επερχόμενους δασμούς. Αγνοώντας αυτούς τους στρεβλωμένους μήνες, μετά βίας έχει μεταβληθεί.  

Οι δασμοί έχουν αποφέρει κάποια έσοδα, αν και λιγότερα από τότε που το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε πως ορισμένοι από αυτούς ήταν παράνομοι. Πέραν των αποζημιώσεων, τον Ιούνιο απέφεραν 24 δισ. δολάρια,  ή περίπου 5% των συνολικών φορολογικών εσόδων του κράτους. Ομολογουμένως, αυτό τοποθετεί τις ΗΠΑ σε μια ασυνήθιστη παρέα. Από τις χώρες υψηλού εισοδήματος που εξαρτώνται εξίσου ή ακόμα περισσότερο από τους φόρους εισαγωγών για τα έσοδά τους, πολλές είναι μικρά νησιωτικά κράτη όπως τα Μπαρμπάντος ή οι Μπαχάμες, τα οποία τους προτιμούν επειδή είναι διοικητικά εύχρηστοι.

Κατά άλλους δείκτες, οι επιδόσεις είναι πιο ανάμικτες. Οι δασμοί έχουν ξεκάθαρα αναγκάσει ορισμένους εμπορικούς εταίρους να κάνουν υποχωρήσεις, στέλνοντας το μήνυμα πως ο εκφοβισμός μπορεί να είναι αποτελεσματικός όταν τα συμφέροντά σου είναι στενά, οι στόχοι σου εξαρτώνται από την αγορά σου, ή όταν ο φόβος πως θα χάσεις την ομπρέλα ασφαλείας σου είναι έντονος. Ή επίσης όταν ο στόχος σου μοιάζει μεγάλος, αλλά στην πραγματικότητα είναι 27 κράτη μέλη που καυγαδίζουν, τα οποία βρίσκονται κάτω από έναν μεγάλο μανδύα.

Οι επικριτές υποστηρίζουν πως αφού η κυβέρνηση δεν προσπαθεί να διαπραγματευτεί τους δασμούς ώστε να μειωθούν πάλι στο μηδέν –και οι εμπορικοί εταίροι των ΗΠΑ φαίνεται πως έχουν αποδεχθεί μια νέα, υψηλότερη βάση- ο πρόεδρος προσπαθεί να βλάψει τις άλλες χώρες με το να ρίχνει γροθιά στο πρόσωπο των Αμερικάνων. Αν και θεωρητικά οι ξένοι μπορεί να μειώσουν τις τιμές τους για να διατηρήσουν την πρόσβαση στην αμερικανική αγορά, οι οικονομολόγοι επί το πλείστον δυσκολεύονται να βρουν αποδείξεις επ’ αυτού.

Κάποιες πρόσφατες μελέτες έχουν προσθέσει σημαντικές αποχρώσεις σε αυτή την άποψη. Μια μελέτη που δημοσιοποιήθηκε τον Φεβρουάριο υποστήριζε πως στην πραγματικότητα οι εξαγωγείς προς τις ΗΠΑ είχαν δεχθεί αρκετά μεγάλο πλήγμα. Οι δασμοί του Τραμπ το 2018 και το 2019 κατά την πρώτη του διακυβέρνηση συνέτριψαν τους όγκους και αύξησαν τα κόστη, κάτι που υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να είχε οδηγήσει σε αύξηση των τιμών. Το γεγονός πως δεν αυξήθηκαν σημαίνει πως οι εξαγωγείς επωμίστηκαν περίπου το 60% του δασμολογικού βάρους. Για να είμαστε ξεκάθαροι, αυτό δεν σημαίνει πως οι Αμερικάνοι κερδίζουν, απλά ότι χάνουν και οι ξένοι. (Για τον Τραμπ, αυτό μπορεί να μετράει).

Μια άλλη μελέτη για τους δασμούς του περασμένου έτους επιβεβαίωσε ότι, όπου οι Αμερικάνοι εισαγωγείς συνέχισαν να αγοράζουν τα ίδια προϊόντα από τους ίδιους προμηθευτές, οι τιμές δεν μεταβλήθηκαν μετά την επιβολή των δασμών. Όταν όμως οι εισαγωγείς άλλαξαν προμηθευτές, μια αύξηση των δασμών κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες συνδέθηκε με μείωση των τιμών εισαγωγής προ δασμών κατά περίπου 5%. Και πάλι, αυτό δεν αποτελεί απαραίτητα νίκη. Γύρω στο ήμισυ φαίνεται να οφείλεται στο ότι οι αγοραστές στράφηκαν σε προϊόντα χαμηλότερης ποιότητας. (Δική μου διαίσθηση είναι πως μέρος αυτού οφείλεται σε απάτη).

Τι γίνεται όμως με τον στόχο να απομακρυνθούν οι Αμερικάνοι αγοραστές από έναν κυρίαρχο και δυνητικά εχθρικό προμηθευτή; Καθώς ο σχετικός δασμός στις κινεζικές εισαγωγές αυξήθηκε σε δυσθεώρητα ύψη την περασμένη άνοιξη, οι άμεσες εισαγωγές από την Κίνα μειώθηκαν δραματικά. Έπειτα, καθώς μειώθηκε ο σχετικός δασμολογικός συντελεστής στις κινεζικές εισαγωγές, η στροφή αυτή διατηρήθηκε. Ενώ το μερίδιο της Κίνας στις αμερικανικές εισαγωγές ήταν 13% το 2024, στους 12 μήνες μέχρι τον Μάιο του 2026 το μερίδιό της μειώθηκε κάτω από το 8%.

Η αλλαγή αυτή ήταν εντονότερη στα ηλεκτρονικά είδη, συμπεριλαμβανομένων των smartphones και των laptops, αν και δεν είναι σαφές σε ποιον βαθμό μετατοπίστηκε παράλληλα και η αντίστοιχη εφοδιαστική αλυσίδα. Η εμπειρία δείχνει πως οι δραστηριότητες συναρμολόγησης μπορούν να μεταφερθούν σχετικά εύκολα στο Βιετνάμ ή στο Μεξικό, αλλά η εξάρτηση από τα πανίσχυρα βιομηχανικά οικοσυστήματα της Κίνας είναι πιο δύσκολο να καμφθεί.

Ένα τελευταίο μέτρο είναι αυτό που οι πιεσμένοι Αμερικάνοι εισαγωγείς μπορεί να βρουν δυσάρεστο: η αποτελεσματικότητα. Εδώ ο Τραμπ εμφάνιζε όλο και πιο φτωχές επιδόσεις. Ακόμα και προτού το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνει πως οι δασμοί της «ημέρας απελευθέρωσης» είναι παράνομοι, κατά καιρούς έκανε εξαγγελίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που ποτέ δεν υλοποιήθηκαν. Έκτοτε, οι αμφισβητήσεις για τη νομική του δικαιοδοσία είχαν ως αποτέλεσμα να μοιάζει όλο και περισσότερο με έναν παππού που κούναγε τη γροθιά του σε κάτι σύννεφα.

Στην πράξη, η απόφαση του δικαστηρίου μετέφερε κάποια εξουσία από τον Πρόεδρο προς τους πιο νομικίστικους κύκλους στην αμερικανική εμπορική αντιπροσωπεία. Αυτό δεν σημαίνει πως η κυβέρνηση έχει μαλακώσει. Η εμπορική πολιτική ως όπλο πειθαναγκασμού είναι ξεκάθαρο πως ήρθε για να μείνει. Αλλά γίνεται όλο και πιο συγκροτημένη και πιθανότατα πιο στοχευμένη, πράγμα που –δυστυχώς για τους εμπορικούς εταίρους του Τραμπ- σημαίνει πως θα μπορεί να επιφέρει πιο δυνατό πλήγμα.

© The Financial Times Limited 2026. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο