Γιατί η αγορά των ομολόγων δεν «υπακούει» στην Ουάσιγκτον

Οι παρεμβάσεις του Σκοτ Μπέσεντ απέδωσαν άνισα αποτελέσματα σε Αργεντινή, ΗΠΑ και Ιαπωνία, επισημαίνει ο Ελ Εριάν. Το αυξανόμενο δημόσιο χρέος περιορίζει τα περιθώρια της αμερικανικής κυβέρνησης.

Γιατί η αγορά των ομολόγων δεν «υπακούει» στην Ουάσιγκτον
Ο Μοχάμεντ Ελ Εριάν, καθηγητής πρακτικής εφαρμογής στο Wharton School, επικεφαλής οικονομικός σύμβουλος της Allianz και πρόεδρος της Gramercy Funds Management
  • του Mohamed El-Erian
Κατά το μεγαλύτερο μέρος του περασμένου έτους, τόσο η πραγματική οικονομία όσο και οι χρηματαγορές λειτουργούν υπό την διευρυνόμενη σκιά της αμερικανικής πολιτικοοικονομικής τέχνης.

Αυτή κυμαίνεται από την επιθετικότερη βιομηχανική πολιτική μέχρι τη δασμολογική κλιμάκωση και τους περιορισμούς στις εξαγωγές, καθώς και την επέκταση της ηθικής πίεσης.

Ως αποτέλεσμα, η κατανομή πόρων και η ανακάλυψη τιμών στις αγορές απομακρύνονται ολοένα και περισσότερο από την εμπορική και οικονομική λογική, και επηρεάζονται περισσότερο από την γεωπολιτική, την εθνική ασφάλεια και τις εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες.

Ένα από τα εντυπωσιακότερα χαρακτηριστικά αυτής της γεωοικονομικής εποχής είναι η αυξανόμενη προθυμία του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ να παρέμβει άμεσα στην τιμολόγηση των χρηματαγορών.

Μια τέτοια παρέμβαση, που στόχο είχε να σταθεροποιηθεί το πέσο της Αργεντινής, πέτυχε τον σκοπό της. Μια δεύτερη, που σκοπό είχε να συμπιέσει τις αποδόσεις των μακροπρόθεσμων treasuries και να περιορίσει την αστάθεια στις αγορές ομολόγων, έχει σκοντάψει. Ακόμα δεν έχει βγει η ετυμηγορία για μια τρίτη πρωτοβουλία για ενίσχυση του ιαπωνικού γεν.

Τα τρία αυτά παραδείγματα μαζί προσφέρουν κρίσιμα διδάγματα για το πότε η μη συμβατική άμεση παρέμβαση στην αγορά μπορεί να πετύχει –και το σημαντικότερο, πότε η αξιοπιστία αυτού του εργαλείου μπορεί να διαβρωθεί.

Στην Αργεντινή, η υποτίμηση του πέσο τροφοδότησε τον εγχώριο πληθωρισμό και υπονόμευσε την υποστήριξη προς τον πρόεδρο Χαβιέ Μιλέϊ εν όψει βασικών εκλογών. Το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ παρενέβη παρέχοντας μια δολαριακή γραμμή swap –μια συμφωνία για ανταλλαγή νομισμάτων- σε έναν ισχυρό σύμμαχο του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.

Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ το εμφάνισε ως προσπάθεια να περιοριστεί ο περιφερειακός συστημικός κίνδυνος, ενώ οι αγορές είδαν την κίνηση περισσότερο ως μια πολιτική γραμμή ζωής.

Η παρέμβαση ήταν επιτυχημένη. Το πέσο σταθεροποιήθηκε και η δυναμική του πληθωρισμού μετριάστηκε. Στην επιτυχία συνέβαλε το γεγονός πως η αγορά ξένου συναλλάγματος της Αργεντινής είναι μικρή και η πολιτική στάση του Μιλέϊ είναι γενικά υποστηρικτική προς το νόμισμα.

Μια επακόλουθη απόπειρα του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ να διαχειριστεί τις αποδόσεις των εγχώριων κρατικών ομολόγων αποδείχθηκε πολύ  λιγότερο αποτελεσματική.

Αντιδρώντας σε μια έντονη άνοδο των επιτοκίων, ο Μπέσεντ ανακοίνωσε πως το υπουργείο Οικονομικών θα ενισχύσει το πρόγραμμα επαναγοράς ομολόγων μακράς λήξεως και θα εξετάσει και άλλα μέτρα, εάν απαιτηθεί.

Η λογική ήταν να εξομαλύνει τις «αντικανονικές» κινήσεις κατά τη διάρκεια της καλοκαιρινής περιόδου χαμηλής ρευστότητας. Πολλοί συμμετέχοντες στην αγορά, ωστόσο, το είδαν ως μια απόπειρα να πιέσει τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ.

Τις επόμενες εβδομάδες, οι αποδόσεις σε όλη την καμπύλη συνέχισαν να κινούνται ανοδικά, και αυξήθηκαν κατά περίπου 0,5 ποσοστιαίες μονάδες, πριν υποχωρήσουν ελαφρά τις τελευταίες ημέρες.

Η αγορά των αμερικανικών treasuries είναι τεράστια, παγκοσμίως ενσωματωμένη και οδηγείται από μια ισχυρή διαρθρωτική δυναμική που δεν μπορεί εύκολα να ξεπεραστεί. Περιλαμβάνει την αυξανόμενη έκδοση κρατικών ομολόγων για τη χρηματοδότηση ενός δημοσιονομικού ελλείμματος της τάξης του 6% του ΑΕΠ, την αναχρηματοδότηση χρέους που λήγει με πολύ υψηλότερα επιτόκια, καθώς και τον μεγάλο εταιρικό δανεισμό για τη χρηματοδότηση επενδύσεων που σχετίζονται με την τεχνολογία. Αυτό συμβαίνει την ώρα που ελαχιστοποιείται η ζήτηση από ορισμένους ιστορικά αξιόπιστους αγοραστές.

Η εμπειρία στις αγορές συναλλάγματος με το ιαπωνικό γιεν κινείται μεταξύ αυτών των δυο άκρων. Η παρέμβαση παρουσιάστηκε ως μια προσπάθεια μετριασμού της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής αστάθειας και προστασίας του αμερικανικού εμπορίου από ένα υπερβολικά φθηνό νόμισμα.

Ωστόσο οι αγορές γρήγορα αναγνώρισαν ένα άλλο κίνητρο: την ανάγκη να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος των υψηλότερων αμερικανικών αποδόσεων από τις πωλήσεις treasuries από την Ιαπωνία, καθώς προσπαθούσε να συγκεντρώσει δολάρια για να υπερασπιστεί το γεν.

Ενώ το γεν ανατιμήθηκε αρχικά, από τότε έχει διολισθήσει εκ νέου. Δεν εκπλήσσει το ότι η παρέμβαση δυσκολεύτηκε να ξεπεράσει θεμελιώδη ζητήματα στο μείγμα νομισματικής, δημοσιονομικής και διαρθρωτικής πολιτικής του Τόκιο.

Ερωτηθείς κατά τη διάρκεια συνέντευξης με το Axios για τις παρεμβάσεις, ο Μπέσεντ δήλωσε: «η ‘μάνα’ δεν κερδίζει πάντα. Το καζίνο παίζει με πιθανότητες».

Επρόκειτο για αναφορά σε δήλωση που είχε κάνει παλαιότερα –«εγώ είμαι τώρα η ‘μάνα’» - επικαλούμενος το ρητό πως το καζίνο πάντα βγαίνει κερδισμένο.  Η θεώρηση των κρατικών παρεμβάσεων στην αγορά μέσα από το πρίσμα ενός διαχειριστή καζίνο ενέχει τον κίνδυνο λανθασμένης διάγνωσης των παραγόντων που βρίσκονται σε εξέλιξη.

Η δύναμη των παρεμβάσεων των φορέων χάραξης πολιτικής στη διαμόρφωση των τιμών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το μέγεθος της αγοράς και την κατάσταση των υποκείμενων θεμελιωδών μεγεθών.

Η παρέμβαση στην αγορά προορίζεται να λειτουργεί ως «διακόπτης κυκλώματος» για τη διακοπή μη θεμελιωδών, αυτοενισχυόμενων δυναμικών της αγοράς ή έντονης πίεσης ρευστότητας. Όταν επιστρατεύεται με φειδώ κατά τη διάρκεια πραγματικών στρεβλώσεων, φέρει τεράστια σηματοδοτική αξία και ισχύ.

Όταν όμως χρησιμοποιείται επανειλημμένα για να αντισταθεί στα υποκείμενα θεμελιώδη μεγέθη της αγοράς, να επιτύχει βραχυπρόθεσμους πολιτικούς στόχους ή να χειραγωγήσει τις τιμές σε βαθιές αγορές με υψηλή ρευστότητα παγκόσμιων περιουσιακών στοιχείων, η αποτελεσματικότητά της μπορεί να μειωθεί.

Η χρήση της ως ενός συνηθισμένου μοχλού πολιτικής αντί για μια βαλβίδα ασφαλείας έκτακτης ανάγκης κινδυνεύει να μετατρέψει έναν σταθεροποιητή της αγοράς σε πηγή ηθικού κινδύνου και βαθύτερης μεταβλητότητας.

© The Financial Times Limited 2026. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο