Στον κόσμο των μετοχών υψηλής τεχνολογίας, ξαναζούμε το Φεβρουάριο του 2000, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το Nasdaq Composite, το δείκτη που προτιμούν οι επενδυτές του κλάδου. Πριν από μία εβδομάδα, ο δείκτης βρέθηκε στα ίδια επίπεδα που είχε αγγίξει τον τελευταίο μήνα της φρενίτιδας των dotcom, προτού σπάσει η φούσκα το Μάρτιο του 2000.
Για τους επικριτές, αυτή είναι μία ένδειξη φούσκας για τις μετοχές του κλάδου που καταγράφουν ταχεία ανάπτυξη. Επιχειρήσεις όπως το Facebook, το Twitter, η Arm Holdings, η Tesla και ο ευρύτερος κλάδος της βιοτεχνολογίας τελούν υπό διαπραγμάτευση σε επίπεδα που πολλοί δεν μπορούν να εξηγήσουν. Το Facebook πλήρωσε 19 δισ. δολ. για το WhatsApp, που αντιστοιχεί σε 345 εκατ. δολ. ανά εργαζόμενο. Ο αριθμός των επιχειρήσεων υψηλής αποτίμησης –που αποτιμώνται δηλαδή περισσότερο από 20 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη– είναι ο υψηλότερος από την κατάρρευση της φούσκας των dotcom.
Δεν αποτελεί έκπληξη λοιπόν ότι πολλές επιχειρήσεις θέλουν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση. Σύμφωνα με τον Jar Ritter, καθηγητή χρηματοοικονομικών στο πανεπιστήμιο της Φλόριντας, ο Ιανουάριος του 2014 ήταν ο ισχυρότερος για δημόσιες εγγραφές επιχειρήσεων στις ΗΠΑ από το 2000. Ειδικότερα ο κλάδος της βιοτεχνολογίας έσπευσε να εκμεταλλευθεί την ισχυρή ζήτηση για μετοχές υψηλών αποδόσεων, ενώ στην Ευρώπη έντονο ενδιαφέρον για δημόσιες εγγραφές καταγράφεται στον κλάδο του ηλεκτρονικού εμπορίου. Πολλές φορές, το μόνο που θέλουν τόσο οι ιδρυτές των επιχειρήσεων όσο και τα private equity που τους στηρίζουν, είναι να πουλήσουν.
Υπάρχει γενική συμφωνία ως προς την εξήγηση αυτής της κατάστασης: μετά από πολλά χρόνια αδύναμης οικονομικής ανάπτυξης, οι επενδυτές δεν έχουν τις συνήθεις πηγές ανάπτυξης από τον οικονομικό κύκλο. Έτσι η αυξανόμενη αισιοδοξία κατευθύνθηκε στη νέα τεχνολογία.
«Οι επενδυτές θέλουν πλέον να ελπίζουν και να ονειρεύονται αντί να επικεντρώνονται μόνο στους κινδύνους και αυτό φυσικά τους κατευθύνει στην τεχνολογία» εξηγεί ο Mark Haefele, επικεφαλής επενδύσεων στη UBS Wealth Management.
Οι ελπίδες επικεντρώνονται σε τέσσερις τομείς: κοινωνική δικτύωση, βιοτεχνολογία, ηλεκτρονικό εμπόριο/ηλεκτρονικές πληρωμές και κάποιες τεχνολογίες hardware που αλλάζουν τα δεδομένα, όπως τα ηλεκτρονικά αυτοκίνητα της Tesla, οι φθηνοί επεξεργαστές της ARM και η τρισδιάστατη εκτύπωση.
Όλες αυτές οι περιπτώσεις έχουν γνήσια επενδυτικά επιχειρήματα. Οι μέτοχοί τους δηλώνουν ότι δεν επαναλαμβάνεται η φούσκα των dotcom. Τότε, οι εισηγμένες επιχειρήσεις που προσέθεταν την κατάληξη .com στο όνομά τους είχαν μέση απόδοση 74% μέσα σε 10 ημέρες, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα για όσα συνέβησαν τότε. Τα επιχειρηματικά σχέδια μπορεί να γράφονταν ακόμη και σε χαρτοπετσέτες, παρ' όλα αυτά προσέλκυαν επενδυτές.
Αντιθέτως, οι σημερινές επιχειρήσεις τεχνολογίας έχουν πραγματικά έσοδα και αναπτύσσονται εις βάρος αργοκίνητων ανταγωνιστών που βασίζονται σε παλιά επιχειρηματικά μοντέλα. Οι επιχειρήσεις που κυριαρχούν στο Nasdaq καθώς πλησιάζει τα υψηλά του 2000 είναι πλέον ώριμες. Ακόμη και αυτές οι «νέες επενδυτικές περιπτώσεις» - στις οποίες περιλαμβάνεται το Facebook, η Arm και οι μεγαλύτερες εταιρίες βιοτεχνολογίας - είναι πολύ κερδοφόρες. Παράλληλα είναι σαφές ότι το μέλλον του λιανικού εμπορίου είναι ηλεκτρονικό, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χρησιμοποιούνται από εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους, η βιοτεχνολογία δεν είναι πια μία απλή υπόσχεση και το μέλλον των ηλεκτρονικών αυτοκινήτων δείχνει πιο λαμπερό από ποτέ.
Είναι βεβαίως σαφές ότι κάθε φούσκα στην ιστορία, από τις ολλανδικές τουλίπες το 1634 μέχρι τη μανία των βρετανικών σιδηροδρόμων το 1840, στηριζόταν σε κάποια επενδυτικά επιχειρήματα. Το ίδιο συνέβαινε και με τα dotcom. Πράγματι το διαδίκτυο αποδείχθηκε καθοριστικός παράγοντας στην τεχνολογία. Το ερώτημα σήμερα είναι εάν οι τεχνολογικές επιχειρήσεις θα καταγράψουν πραγματικά κέρδη ή εάν οι επενδυτές έχουν ενδώσει και πάλι στον υπερβολικό ενθουσιασμό.
Τα επιχειρήματα κατά είναι απλά. Το εύκολο χρήμα ενθαρρύνει την κερδοσκοπία. Αρχικά ευνοήθηκαν οι αναδυόμενες αγορές με τους επενδυτές και τις επιχειρήσεις να αναζητούν διακαώς «αγορές ανάπτυξης». Στη συνέχεια υπήρξε μία μίνι φούσκα στις μετοχές σπάνιων γαιών που πενταπλασιάστηκαν το 2010 (τώρα βρίσκονται σε επίπεδα κατά 50% χαμηλότερα από εκεί που ξεκίνησαν). Ακολούθησε η Apple και η Samsung που εκτινάχθηκαν καθώς οι επενδυτές ήθελαν να εκμεταλλευθούν την ανάπτυξη των έξυπνων κινητών και των tablet, που τώρα καταγράφουν διορθωτικές κινήσεις. Οι νέες μετοχές τεχνολογίας είναι η νέα μόδα.
«Η αγορά διψά για προτάσεις ανάπτυξης» εξηγεί ο Alain Bokobza, της Societe Generale και συμπληρώνει: «Βρισκόμαστε στο 1996 ή το 1997, όταν η αγορά μετακινήθηκε σε μία νέα κατάσταση».
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι παίζουν σε αυτό το παιχνίδι. Ο Pierre Lagrange, του hedge fund GLG, δηλώνει πως υπάρχει μαζικό ανοδικό περιθώριο για πολλές από αυτές τις μετοχές όπως το Facebook, στο οποίο η GLG έχει τοποθετηθεί από τότε που έγινε η δημόσια εγγραφή του. Παρ' όλα αυτά, προειδοποιεί ότι με οιαδήποτε απογοήτευση από τα έσοδα αυτών των επιχειρήσεων οι επενδυτές θα υποφέρουν πολύ, γιατί είναι πολύ μεγάλος πλέον και ο αριθμός των επενδυτών σε αυτές τις επιχειρήσεις.
Πολλοί διαχειριστές κεφαλαίων εγκαταλείπουν τα παραδοσιακά εργαλεία αποτίμησης και προτιμούν να μαντεύουν το ποσοστό της συνολικής αγοράς που μπορεί να αποσπάσει μία εταιρία σε μία δεκαετία αντί να επικεντρώνονται σε δείκτες όπως η ανάπτυξη κερδών ή εσόδων.
Όπως αναφέρει και ένας διαχειριστής κεφαλαίων, εάν υπάρχει έστω και 10% πιθανότητα η Tesla να αποσπάσει το 10% της αγοράς αυτοκινήτου, τότε δικαιολογείται η τρέχουσα αποτίμηση της μετοχής.
Οι αποτιμήσεις φαίνεται πως προεξοφλούν ότι οι μετοχές τεχνολογίας θα δημιουργήσουν μεγάλη αλλαγή δεδομένων στις παραδοσιακές επιχειρήσεις, αλλά παράλληλα, δεν θα επηρεαστούν από την ανάδειξη νέων startup. Ορισμένες από αυτές τις μετοχές μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι η Google του λιανικού εμπορίου ή των αυτοκινητοβιομηχανιών. Άλλες μπορεί τελικά να έχουν την ίδια αξία με ένα λαχείο.
© The Financial Times Limited 2014. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation