Ένα αυγουστιάτικο βράδυ το 2012, ο Jim Mooney και ο Mike Fries βρέθηκαν για ένα άτυπο δείπνο στο σπίτι του Aryeh Bourkoff στα Χάμπτονς. Ο Bourkoff γνωστός για τις ικανότητές του να στήνει deal, ξεκίνησε πριν ένα μήνα τη δική του επενδυτική τράπεζα, την LionTree και είχε επιλέξει προσεκτικά τους καλεσμένους του.
Με τη συντροφιά σάκε και πούρων, ανέφερε στους δύο άνδρες την ιδέα του: Να συνδυάσουν τις επιχειρήσεις που διοικούν στον κλάδο της καλωδιακής τηλεόρασης (τη Virgin Media και τη Liberty Global). Η συμφωνία, που άγγιξε τα 23 δισ. δολ., ολοκληρώθηκε μέσα σε 6 μήνες και η LionTree ορίστηκε βασικός σύμβουλος της Liberty.
Η LionTree είναι μία από τις ταχύτατα αναπτυσσόμενες επενδυτικές τράπεζες οι οποίες αποκτούν όλο και μεγαλύτερο μερίδιο από την αγορά συμβουλευτικών προμηθειών για συγχωνεύσεις και εξαγορές, που μέχρι πρότινος ήταν λάφυρο των μεγάλων χρηματοπιστωτικών οργανισμών της Wall Street. Η επιτυχία τους αντικατοπτρίζει την αλλαγή νοοτροπίας σε πολλούς διεθνείς οργανισμούς που δεν πιστεύουν πλέον ότι το μέγεθος του ισολογισμού μίας τράπεζας αποτελεί εγγύηση και για την ποιότητα των συμβουλευτικών της υπηρεσιών.
Το 2013, οι ανεξάρτητες επενδυτικές τράπεζες ή οι συμβουλευτικές boutiques όπως συχνά αποκαλούνται, απέσπασαν το 20% των προμηθειών για συγχωνεύσεις και εξαγορές στις ΗΠΑ και συνολικά έσοδα της τάξεως των 1,5 δισ. δολ. Το μερίδιο της αγοράς τους υπερδιπλασιάστηκε από το 8% που είχαν το 2008, με αποτέλεσμα στην κατάταξη των 20 οργανισμών που έλαβαν τις υψηλότερες αμοιβές συμβουλευτικής, οι οκτώ να είναι ανεξάρτητοι σύμβουλοι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Dealogic.
Αυτή η αλλαγή έγινε ιδιαίτερα εμφανής αυτό το μήνα, όταν η Moelis, η boutique που ιδρύθηκε από τον πρώην τραπεζίτη της UBS, Ken Moelis το 2007, ανακοίνωσε ότι σχεδιάζει να προχωρήσει σε δημόσια εγγραφή που θα την αποτιμά περίπου στα 2 δισ. δολ.
O Blair Effron ένας από τους ιδρυτές της ανεξάρτητης επενδυτικής τράπεζας Centerview Partners, αναφέρει ότι η άνοδος των boutiques βασίζεται στην ικανότητά τους να δουλεύουν πολύ πιο εντατικά με μικρότερη βάση πελατών. «Είμαστε συνεχώς μαζί με τους πελάτες μας, όχι μόνο όταν κάνουν συμφωνίες, και προσπαθούμε να πάμε όσο πιο βαθιά γίνεται για να καταλάβουμε τη δουλειά τους».
Η Centerview δουλεύει στη μεγαλύτερη συμφωνία που έχει ανακοινωθεί για το 2014, τη συγχώνευση των 45,2 δισ. Comcast και Time Warner Cable ενώ τον προηγούμενο χρόνο σκόραρε πολύ υψηλά με την εξαγορά της Heinz έναντι 23 δισ. δολ. που στήριξε ο Warren Buffett.
Στον απόηχο της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης, οι ανεξάρτητοι σύμβουλοι προωθούν τις υπηρεσίες τους με το επιχείρημα ότι είναι απελευθερωμένοι από τη σύγκρουση συμφερόντων που συχνά συναντούν οι μεγαλύτερη ανταγωνιστές τους, που επίσης χρησιμοποιούν τον ισολογισμό τους για να χρηματοδοτήσουν τις συμφωνίες.
«Ο ισολογισμός δεν παίζει πια τόσο σημαντικό ρόλο στα deal, κάτι που σημαίνει ότι οι συμβουλές και το ανθρώπινο κεφάλαιο έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα» εξηγεί η Asley Serrao, της Credit Suisse.
Η στροφή αυτή όμως, οδηγεί σε όλο και μεγαλύτερο κατακερματισμό του κλάδου χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Στην περίπτωση του τραπεζικού τομέα, υποδεικνύει επίσης ότι οι άνθρωποι με ταλέντο συχνά εγκαταλείπουν τους μεγάλους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς για μικρότερες οντότητες, όπου δεν έχουν τις ρυθμιστικές και πολιτικές τριβές που ταλαιπωρούν τις τράπεζες από την αρχή της χρηματοοικονομικής κρίσης.
Ο όρος «συμβουλευτικές boutiques» δεν αποτυπώνει την πραγματική εικόνα του εύρους που υπάρχει, από μονοπρόσωπες μονάδες μέχρι ισχυρούς παίκτες όπως η Rothschild και η Evercore. Μία ακραία περίπτωση είναι η Lazard. Καθώς είναι πολύ μεγάλη για να κατηγοριοποιηθεί ως boutique, καταλαμβάνει μόνη της το μεσαίο χώρο ανάμεσα στους ανεξάρτητους παίκτες και τους γίγαντες των μεγάλων τραπεζών όπως η Goldman Sachs και η Morgan Stanley.
Στο αντίθετο άκρο βρίσκεται ο Paul Taubman, ο οποίος παραιτήθηκε από τη Morgan Stanley το 2012. Τώρα, ως αυτοαπασχολούμενος σύμβουλος, έχει ενεργό ρόλο σε δύο από τα μεγαλύτερα deal της τελευταίας δεκαετίας: την εξαγορά του ποσοστού της Vodafone από τη Verizon έναντι 130 δισ. δολ. και τη συγχώνευση Comcast/Time Warner Cable. Μιλώντας στους Financial Times δήλωσε ότι απολαμβάνει τη συνταξιοδότησή του!
Οι μεγαλύτερες ανεξάρτητες τράπεζες, όπως η Evercore, η Moelis και η Grenhill προσέλκυσαν αρκετούς ταλαντούχους του κλάδου τον προηγούμενο χρόνο. Σχεδόν στο ήμισυ των μεγάλων deal που ανακοινώθηκαν το 2013 υπήρχε εμπλοκή ανεξάρτητων συμβούλων.
«Ποιος θέλει να σπαταλά τα πρώτα 20 λεπτά κάθε συνάντησης με πελάτη να δικαιολογεί κάτι που έγινε στη μητρική εταιρία;» εξηγεί ένας τραπεζίτης που πρόσφατα έκανε τη μετάβαση από μία μεγάλη τράπεζα της Wall Street σε μία ανεξάρτητη εταιρία.
Ο διευθύνων σύμβουλος μίας ανταγωνιστικής boutique υποστηρίζει πάντως, ότι η μείωση του μεριδίου των μεγάλων τραπεζών της Wall Street οφείλεται σε μία πιο δομική αλλαγή στις προτεραιότητες της Wall Street. "Μετά την κρίση, χρειάζονται πολύ μεγαλύτερες δεξιότητες για να επιβιώσει κανείς στον χώρο των συγχωνεύσεων και των εξαγορών. Η Wall Street χρειάζεται ανθρώπους που να κατανοούν τη διαχείριση κινδύνου και τα πιστωτικά παράγωγα, όχι ανθρώπους με καλές επαφές».
Η πραγματική έκρηξη συντελείται, ωστόσο, στις μικρότερες boutiques, όπως η Blackstone Advisory Partners και η Centerview.
Και στην περίπτωση των ανεξάρτητων συμβούλων όμως, μπορεί να επιβεβαιωθεί το ρητό που λέει ότι το δυνατό σου σημείο είναι παράλληλα, η αδυναμία σου. Η έλλειψη μεγέθους μπορεί να αποδειχθεί προβληματικός παράγοντας μακροπρόθεσμα. Όσο μικρότερη είναι μία τράπεζα τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος εξάρτησης από ένα μόνο πρόσωπο. Η φήμη και κατά συνέπεια τα κέρδη εξαρτώνται από το ένα ή δύο ονόματα που σχετίζονται με την τράπεζα. Είτε πρόκειται για τον Roger Altman της Evercore ή για τον κ. Moelis ή για τον John Studzinski της Blackstone, η επιτυχία κάθε μίας εξ αυτών των boutiques εξαρτάται από λίγους ισχυρούς άνδρες.
Είναι τόσο σημαντικά αυτά τα άτομα που οι πελάτες συχνά περιλαμβάνουν ρήτρες στα συμβόλαιά τους για αυτόματη ακύρωση εάν κάποιο συγκεκριμένο άτομο φύγει από την boutique προτού ολοκληρωθεί η συμφωνία.
Υπάρχει επίσης και το πρόβλημα της ανάπτυξης. «Δεν μπορώ να μεγαλώσω την επιχείρησή μου γιατί δεν μπορώ να προσλάβω όσους ανθρώπους με ταλέντο και ποιότητα χρειάζονται» εξηγεί ο κ. Studzinski και συμπληρώνει: «Σε μία boutique δεν έχεις τον ισολογισμό και τη σειρά προϊόντων που χρειάζεσαι για να στηριχθείς. Έτσι αναζητάς ανθρώπους που έχουν ήδη σοβαρές σχέσεις εμπιστοσύνης που μπορούν να φέρουν δουλειές και ένα δίκτυο. Δεν υπάρχουν πολλοί τέτοιοι άνθρωποι».
© The Financial Times Limited 2014. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation